Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Το νόημα της ζωής μου (διήγημα)

 

Χτες γιόρταζαν οι Βαρβάρες κι είχα στο νου μου να δημοσιεύσω ένα διήγημα από το "Επτά φορές Βαρβάρα", μια συλλογή διηγημάτων μου. Από αυτά τα επτά διηγήματα (εξ ου και ο τίτλος) έχω δημοσιεύσει δύο ή τρία, πάντα επ' ευκαιρία της γιορτής της 4ης Δεκεμβρίου. Με καθυστέρηση μιας μέρας, θα δημοσιεύσω και σήμερα ένα ακόμη.

Είναι το διήγημα με τίτλο "ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ"

 Α'

Είμαι φαντάρος στον Έβρο, συγκεκριμένα στο Διδυμότειχο. Ενός τραγουδιού οι στίχοι λένε: “του παράλογου η θητεία, αγχωμένη μαλακία, Διδυμότειχο μπλουζ”. Κι εγώ το είχα ακούσει πριν έρθω. Κι είχα στο νου μου ότι θα βρω μια κόλαση. Ήταν λάθος όμως. Το τραγούδι ήταν παράλογο, όχι το στρατόπεδο! Αλλά βέβαια όταν κανείς έρθει εδώ κι αφήσει πίσω του γκομενάκια, κόκες, ποτά και ξενύχτια και ποιος ξέρει τι άλλες ανωμαλίες, επόμενο είναι να του ξινίζει το στρατόπεδο. Εμένα δεν μου ξινίζει. Όλα εδώ είναι σε τάξη. Τα πεζοδρόμια καθαρά και τα πεζούλια όλα ασβεστωμένα. Τα λουλούδια είναι φυτεμένα και κουρεμένα με τόση φροντίδα ώστε αλλού να φτιάχνουν κύκλο κι αλλού τετράγωνο. Όλα καλά και τακτοποιημένα!

Κι από φαγητό, τρώμε κάθε μέρα πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Έχει και τα απογεύματα πάντα κάτι πάλι για όλους. Πριν το στρατό για να φάω μου έβγαινε η πίστη. Πότε σε συσσίτια του δήμου και πότε της εκκλησίας. Με την φάτσα του υπεύθυνου σύμβουλου πάνω από το κεφάλι μου στο δημοτικό κατάστημα και την εικόνα του Χριστού στο πνευματικό κέντρο της εκκλησίας. Εδώ μόνο το απρόσωπο δάφνινο στεφάνι της νίκης κρέμεται πάνω μας και κάτι αρχαία ρητά. Τρώμε πάντα αμίλητοι και πάντα με όρεξη. Ίσως γιατί κουραζόμαστε πολύ. Δεν έχει σημασία.

Ο Γιάννης τα βλέπει κάπως διαφορετικά. Είμαστε μαζί ίδια σειρά και ίδια μονάδα αλλά είναι γείτονας και συμμαθητής μου από την παιδική μας ηλικία. Καταταχτήκαμε μαζί κι υπηρετούμε μαζί. Έξι μήνες τώρα εκείνος υποφέρει κι εγώ περνάω καλά. Ίσως μάλιστα θα έπρεπε να πω πως περνάω πολύ καλά, αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι για πρώτη φορά η ζωή μου έχει ένα νόημα.

Εδώ είμαστε για να υπερασπίσουμε την πατρίδα. Οι Τούρκοι είναι απέναντι, τους βλέπεις. Είναι εχθροί μας. Πιο βόρεια βρίσκονται οι Βούλγαροι. Είναι κι αυτοί εχθροί μας. Και οι Γερμανοί είναι εχθροί μας και βάζουν τους γείτονές μας να μας κοντράρουν. Όποιος είναι εχθρός της πατρίδας μου είναι και δικός μου εχθρός. Τούρκοι, Βούλγαροι και Γερμανοί είναι σίγουρα εχθροί μας. Ίσως να είναι κι άλλοι. Δεν ξέρω ... Εβραίοι, Αμερικάνοι και Ρώσοι, αν δεν είναι εχθροί, τι είναι; Φίλοι; Ε, όχι βέβαια!

Οι εχθροί της πατρίδας μου είναι και δικοί μου εχθροί. Αυτό το έχω σαν κανόνα απαράβατο. Αν κάνω τον αδιάφορο θα είμαι εξ ίσου προδότης με τους κανονικούς προδότες της πατρίδας, όπως ας πούμε τους κομμουνιστές. Γι αυτό και δεν αδιαφορώ. Ο Γιάννης όμως αδιαφορεί. Κάτι λέει για τα συμφέροντα των πτωχών και των πλουσίων που είναι αντίθετα. Δικαιολογίες. Αν η πατρίδα είναι καλά, όλοι είμαστε καλά, αν η πατρίδα υπονομεύεται, τότε του καθενός μας τα θεμέλια τρίζουν. Αν η πατρίδα υποφέρει, όλοι μας υποφέρουμε!

Ο Γιάννης δεν τα πιστεύει αυτά. Γι αυτό και δεν περνάει καθόλου καλά. Όλο λέει ότι θέλει να φύγει από τον στρατό όσο γίνεται πιο γρήγορα. Που να πάει; Δεν ξέρω, ίσως εκείνος έχει κάπου να πάει, εγώ δεν έχω. Γι αυτό και δεν με νοιάζει πότε θα φύγω. Απεναντίας με αγχώνει και μόνο που το σκέπτομαι ότι κάποτε θα πρέπει κι εγώ να απολυθώ, όπως όλοι. Πως θα ξαναβρώ τόση τάξη γύρω μου και πως θα δώσω ένα καινούριο νόημα στη ζωή μου; Όχι, δεν πρέπει να ξαναβρεθώ στη δύσκολη θέση να ψάχνω που θα κοιμηθώ και τι θα φάω. Όταν μάλωσα με τον πατέρα μου κι έφυγα απ' το σπίτι, όλα έγιναν δύσκολα. Δεν το θέλησα όμως να ξαναγυρίσω. Τι σόϊ πατέρας ήταν αυτός, πότε θα έπαυε επί τέλους να με χτυπά; Με τη ζώνη του με μαύριζε από όταν ήμουν μικρός. Κι η μάνα μου από το ξύλο και τον καημό της πέθανε. Ήθελε να με χτυπά ακόμη κι όταν έγινα δεκαοχτώ χρονών. Ήμουνα κατάλληλος για φαντάρος αλλά αυτός με έβλεπε σαν μωρό παιδί.

Καλύτερα που έφυγα. Αν δεν έφευγα θα τον σάπιζα στο ξύλο εγώ, ίσως και να τον σκότωνα. Πατροκτόνος! Μια ζωή στη φυλακή θα την έβγαζα. Ίσως να μην ήταν τόσο άσχημα. Ήταν κι εκεί ένα είδος οικοτροφείου. Σαν τον στρατό καλή ώρα!

Έξω από το στρατόπεδο όλα είναι λαθραία, η ζωή μοιάζει να είναι ολόκληρη λαθραία, ένα λάθος! Λαθροκυνηγοί, λαθρομετανάστες, λαθρέμποροι. Αν μας επέτρεπαν, θα τους είχα τσακίσει στο ξύλο όλους, θα τους είχα χώσει κι όλας μέσα. Όταν αυτοί κάνουν την πατρίδα μου ξέφραγο αμπέλι, τότε κάνουν ξέφραγο αμπέλι και το ίδιο μου το σπίτι. Θα ανεχόμουνα να γίνει το σπίτι μου κωλοχανείο; Όχι βέβαια! Ε, τότε γιατί να το ανεχτώ για την ίδια μου την πατρίδα; Έξω όλοι τους, έξω οι μαύρες μαντίλες και τα μαύρα τους μουστάκια, έξω οι ξένοι! Να πάνε στις πατρίδες τους, εκεί που βρίσκεται το δικό τους σπίτι. Εδώ είναι το δικό μου. Πήγα εγώ να τους κατσικωθώ; Ε, τότε, γιατί έρχονται αυτοί και θέλουν σώνει και καλά να με καβαλήσουν; Έξω!

Ο Γιάννης δεν προσαρμόζεται και περνάει άσχημα. Τις προάλλες μου έδωσε να καταλάβω ότι λυπάται αυτούς που περνάνε τον Έβρο διακινδυνεύοντας να πνιγούν ή να πέσουν πάνω σε νάρκες και να διαλυθούν. Τι τον νοιάζει; Έχω την εντύπωση πως δεν είναι άσχετο αυτό που σκέφτεται με αυτό που νιώθει. Πιστεύει σε λάθος πράγματα κι έτσι παίρνει λάθος τη ζωή του και υποφέρει. Δεν μπορώ να κάνω κάτι για να τον βοηθήσω. Δεν θα με άκουγε ό,τι κι αν του έλεγα. Εξ άλλου όλοι πιστεύουν, κι εγώ ακόμη, ότι είναι πιο έξυπνος από μένα, πως θα με ακούσει λοιπόν;

Στη ζωή μας έξω τον είχα για πρότυπο αλλά εδώ στον στρατό δεν προσπαθώ να του μοιάσω καθόλου. Ακόμα κι αν συμπέσουν οι δίωρες άδειες μας για μια βόλτα στην πόλη, δεν βγαίνουμε μαζί. Εγώ προτιμώ να κάνω βόλτες μόνος μου στις πλατείες ενώ εκείνος πάει με άλλους φαντάρους από άλλα σώματα. Πάνε σε ταβέρνες και καταγώγια. Μεθάνε, χορεύουν τραγουδάνε και γυρνούν πάντα λίγο πιο αργά από το επιτρεπτό όριο.

Συνήθως περνούν μέσα στο στρατόπεδο χωρίς παρατηρήσεις, αν όμως ήθελαν οι αλφαμίτες στην πύλη θα μπορούσαν ακόμη και να τους συλλάβουν. Το θεωρώ ντροπή να μένεις εκτεθειμένος για τόσο ανόητους λόγους όπως για μια μικρή αργοπορία. Αυτοί όμως επιμένουν. Φαίνεται πως το θεωρούν απαραίτητο να είναι σε κάτι ανυπάκουοι και, μη μπορώντας να το κάνουν αλλού, καθυστερούν στην επιστροφή.

Στους δικούς μου μοναχικούς περιπάτους βλέπω πολλά πράγματα στο δρόμο. Σκέφτομαι πόσο μικρή αξία έχει η ζωή και πόσο λάθος ήμουν σε όλα μέχρι που κατατάχτηκα. Μόνο εδώ στον στρατό είδα και γνώρισα την τάξη που κάνει όλα τ πράγματα να αποκτούν ένα νόημα. Ο λοχαγός λέει στον λοχία τι πρέπει να κάνει ο λόχος, εκείνος σου λέει τι πρέπει να κάνεις εξειδικεύοντας την διαταγή του λοχαγού κι εσύ, με τη σειρά σου, μεταφέρεις τη διαταγή στον απλό φαντάρο που οφείλει να την εκτελέσει. Γιατί σαν δεκανέας που έχω γίνει λόγω της καλής μου συμπεριφοράς στον λόχο, μπορώ να διατάζω φαντάρους. Ειδικά τους νέους μπορώ να τους αλλάζω τον αδόξαστο αν δεν με υπακούν τυφλά όπως υπακούω εγώ τους ανωτέρους μου!

Άντρας είσαι όταν διατάζεις. Για να διατάζεις πρέπει να υπακούς διαταγές. Γι αυτό ο άντρας είναι υπάκουος στους ανωτέρους του και αυστηρός με τους κατώτερούς του. Αυτός είναι ο πραγματικός τρόπος για να αποδειχθεί ο ανδρισμός κάποιου. Ο καθένας μπορεί να ερεθίζεται από μια γυναίκα και να ξαπλώνει μαζί της στο κρεβάτι ή μπορεί να ερεθίζεται από τη σκέψη μιας γυναίκας για να κάνει ό,τι είναι να κάνει μόνος του. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτό το αντριλίκι. Για μένα αντρικό όργανο είναι το όπλο που έχει ο κάθε άντρας στο χέρι του. Άλλος έχει περίστροφο, άλλος έχει οπλοπολυβόλο, κι άλλος μια ξιφολόγχη μόνο ή ένα ξύλινο σπαθί. Είναι άντρας ένας που κραδαίνει ξύλινο σπαθί; Όχι, βέβαια! Ένας μπέμπης είναι, ένα μωρό κλαψιάρικο. Ό,τι κι αν λένε οι γυναίκες η αλήθεια είναι πως το όπλο μου είναι η πραγματική προέκταση του πουλιού μου ... και σε όποιαν αρέσει! Αν μια γυναίκα το δέχεται, μπορώ να συνεννοηθώ μαζί της. Αν δυσφορήσει με το όπλο μου ή αγνοήσει την περηφάνια μου να κρατώ ένα όπλο, τότε είναι σαν να κοροϊδεύει τον ανδρισμό μου.

Η Ρία δεν έκανε αυτό το λάθος. Όταν της έκανα νύξη για το όπλο μου, δεν είπε λέξη. Ίσως να μην κατάλαβε. Δεν πειράζει, σημασία έχει ότι δεν έδειξε να τα σιχαίνεται ούτε να με σνομπάρει Αυτός ήταν σοβαρός λόγος για να την εκτιμήσω ... πέρα από τις άλλες συγκυρίες για τις οποίες θα πω παρακάτω. Σημασία έχει ότι η Ρία σιώπησε όταν ανέφερα το όπλο μου, άρα σεβάστηκε τον ανδρισμό μου. Γενικά οι γυναίκες υποτιμούν τα όπλα. Το ίδιο έκανε κι η μάνα μου που την θυμάμαι μόνο στην πολύ μικρή μου ηλικία. Δεν με άφηνε να παίζω. Με χτυπούσε δυνατά το χέρι όποτε έκανα σαν να πυροβολούσα κι ας μην κρατούσα τίποτε. Την θυμάμαι σαν γυναικούλα, κλαψιάρα, αρρωστιάρα και θεούσα. Ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που με αγάπησε. Έφυγε νωρίς και αυτή τη φυγή δεν της την συγχώρησα ποτέ.

Με άφησε μικρό παιδί στα χέρια ενός παρανοϊκού σχεδόν πατέρα που κοκορευόταν πως ήταν επαναστάτης, που μπαινόβγαινε στις φυλακές μαζί με κάτι γλοιώδεις αριστερούς συντρόφους του και που με ξυλοφόρτωνε με το παραμικρό. Το ίδιο έκανε και με τον αδελφό μου, το ζώο. Σε εκείνον μπορεί να άξιζε το ξύλο, εμένα γιατί με έδερνε; Όπως δεν συγχώρησα τη μάνα μου που με άφησε μόνο στα χέρια του κτήνους από τόσο νωρίς, έτσι δεν συγχώρησα κι αυτόν ποτέ και όταν μπόρεσα έφυγα από το σπίτι. Ούτε και τον αδελφό μου συγχωρώ κι ας μην μου έχει κάνει κακό. Πασχίζει να μπει σε κάποια σχολή. Διαβάζει εντατικά για να καταφέρει να σπουδάσει και να καταντήσει στο τέλος άνεργος επιστήμονας. Άξιο τέκνο μιας χαζοοικογένειας!

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον τι πιθανότητες είχα να πάνε τα πράγματα καλά στη ζωή μου; Βέβαια είμαι μικρός ακόμη σε ηλικία αλλά το σάπιο πράγμα δεν θέλει πολύ χρόνο ώσπου να μυρίσει άσχημα. Έτσι κι αλλιώς έχω συνηθίσει. Όποτε πάω να αποκτήσω κάποιες ελπίδες, τις βλέπω πολύ γρήγορα να διαψεύδονται. Η παιδική μου ηλικία ήταν μια ατελείωτη σειρά από διαψεύσεις. Όσο για το μέλλον μου το βλέπω να γίνεται κατάμαυρο αν μείνω εκτός στρατού. Σκέφτομαι αν θα μπορούσα να καταταγώ σαν μόνιμος και να μείνω εδώ για πάντα.

Τα μόνα θετικά που μου έχουν μείνει από την παιδική κι εφηβική μου ηλικία είναι κάποιες μυρωδιές. Τσίχλες με γεύση και άρωμα κανέλας και φτηνή κολόνια λεμόνι είναι τα πιο όμορφα πράγματα που θυμάμαι στη ζωή μου. 'Ίσως γι αυτό η Ρία, που μύριζε κανέλα και λεμόνι, μου έκανε καλή εντύπωση. Μμμ, πάλι η Ρία ... θα τα πούμε γι αυτήν μετά ... Θυμάμαι και κάποιες γεύσεις όπως της καρύδας ή του στιφάδου. Σε αυτά κλεινόταν ότι καλό μου έχει δώσει η παιδική μου ηλικία. Α, ναι, και κάποια πορνοπεριοδικά, μερικές τσόντες. Όλα λειψά και μίζερα βεβαίως. Δεν είχα ποτέ μου τίποτε για να περηφανεύομαι. Δεν είχα καμιά δικαιολογία για να ζω και να αξίζει να περιμένω το αύριο.

Ώσπου, εδώ στο στρατόπεδο του Διδυμότειχου, εδώ που έπαιζε αγχωμένη μαλακία ο στιχουργός, εγώ βρήκα επιτέλους το νήμα της Αριάδνης που θα με βγάλει από τον λαβύρινθο. Για πρώτη φορά τα όνειρά μου δεν είναι εφιάλτες. Αυτό το νήμα λέγεται πατρίδα, έθνος, θρησκεία, λέγεται όμως και ιεραρχία, πειθαρχία και τάξη. Έχει αρχή, τέλος και σκοπό. Δίπλα σε αυτά, βρέθηκε η κι Ρία. Ήταν πολλά τα καλά για να τα προσπεράσω αδιάφορος. Χώθηκα λοιπόν με τα μούτρα σε αυτό που έδινε νόημα στη ζωή μου.


Β'

Έχουμε έξοδο. Βγαίνουμε από το στρατόπεδο με τον Γιάννη και δυο άλλους κολλητούς του φαντάρους. Χαζολογούμε τριγύρω όπως όλοι. Καθόμαστε σε μια καφετέρια. Η συζήτηση ... για τι άλλο; ... για γκόμενες. Μιλάω ελάχιστα, πάντα μιλάω λιγότερο απ' τους άλλους σε όποια παρέα κι αν βρεθώ. Προτιμώ να σκέφτομαι ακόμα κι αν οι σκέψεις μου είναι χαζές, τουλάχιστον είναι δικές μου. Προτιμώ να ακούω. Έτσι κι αλλιώς λέμε γνωστές κοινοτυπίες, πράγματα του στρατού ή άλλες μαλακίες. Και βέβαια, η κουβέντα στριφογυρνάει πάντα στις γκόμενες, όπου ο Γιάννης εξηγεί στους άλλους δυο πως σκέφτονται οι γυναίκες και φέρνει παραδείγματα από τη ζωή του.

Λέω ότι τους εξηγεί, ενώ ακούω κι εγώ, γιατί γι αυτούς είναι όλα πρωτόγνωρα. Εγώ τα έχω ξανακούσει, έτσι ακούω τα μισά. Οι δυο φίλοι του εντυπωσιάζονται. Εύκολο είναι αφού είναι κι οι δυο τους βλαχαδερά. Σπάνια βλέπουν γυναίκα. Ούτε κομπιούτερ δεν έχουν για να βλέπουν όσες θέλουν κι όπως τις θέλουν στην οθόνη και να ξεχαρμανιάζουν. Ακούν τις ιστορίες του Γιάννη για τις γυναίκες που τον ήθελαν αλλά που τις έκανε πέρα γιατί του φαίνονταν “κρύες”. Ωραίο κι αυτό! Πάλι μου έρχονται στο νου κάποιοι στίχοι: “Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν, τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν, τους έχω βαρεθεί”. Πάλι έξω πέφτει ο ποιητής. Ο Γιάννης δεν τους βαριέται. Του αρέσει να τον κολακεύουν.

Εγώ τους βαριέμαι. Είναι πραγματικά ψευτοφίλοι και δεν μου αρέσουν. Προτιμώ εδώ και ώρα τώρα να φύγω αλλά ντρέπομαι να τους το πω. Θα ήταν απλό: “Παιδιά, σας βαρέθηκα, φεύγω!”. Όμως δεν το κάνω. Μένω και σκορπάω την ώρα μου μαζί τους. Και τι καλύτερο θα έκανα;

Πάμε όλοι μαζί με ένα ταξί σε ένα μπουζουκομάγαζο λίγο πιο έξω από το Διδυμότειχο. Φοβάμαι πως θα αργήσουμε. Θέλω να τους αφήσω και να γυρίσω πίσω στο στρατόπεδο αλλά πάλι ντρέπομαι και δεν τολμάω να τους το πω. Μου υπόσχονται ότι θα φύγουμε γρήγορα και ότι θα είμαστε στην ώρα μας πίσω στην πύλη του στρατοπέδου. Για χατίρι μου ρε μαλάκα” μου λέει ο Γιάννης κι επιμένουν και οι άλλοι, Μετά από αυτά δεν μπορώ να συνεχίζω τις αντιρρήσεις μου. Αφήνομαι συνειδητά για πρώτη μου φορά να παρασυρθώ. Πάω κι ό,τι είναι να γίνει ας γίνει.

Μπαίνοντας στο μαγαζί ο πορτιέρης μας κάνει υποκλίσεις. Για την ακρίβεια, στον Γιάννη κάνει τις υποκλίσεις κι οι τρεις που απλά είμαστε μαζί του δεχόμαστε κι εμείς τις τιμές. Ο ένας από τους φαντάρους μου εξηγεί ότι ο Γιάννης είναι φίλος με τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Φίλος; αναρωτιέμαι, από που κι ως που; Πότε και πως πρόλαβε να τον κάνει φίλο; Ωστόσο ο Γιάννης τα καταφέρνει όλα, γιατί όχι κι αυτό. Πριν καν μπούμε στο χώρο με τα τραπέζια και την πίστα, περνάμε από ένα χωλ όπου είναι η γκαρνταρόμπα. Κορίτσι της γκαρνταρόμπας είναι η Ρία. Εκεί την βλέπω για πρώτη μου φορά. Ρία είναι το καλλιτεχνικό του Βαρβάρα, όπως μου εξήγησε αργότερα. Όλοι έχουν καλλιτεχνικό όνομα εδώ. Εμείς στη γειτονιά είχαμε παρατσούκλια.

Είναι χοντρούλα κι ασχημούλα, όμως, έχει κάποια θετικά για μένα. Το κυριότερο ότι καθώς αφήνω το παλτό μου περνάω σχεδόν από δίπλα της και μυρίζω στα μαλλιά της κολόνια λεμόνι. Φαίνεται έχει βάλει μεγάλη ποσότητα πάνω της γιατί η κολόνια είναι φτηνή κι εξατμίζεται. Καθυστερώ κάπως λόγω της μυρωδιάς και γυρνάει να με ρωτήσει μήπως ήθελα κάτι. Καθώς έρχεται προς το μέρος μου διαπιστώνω ότι μυρίζει και κανέλα. Ίσως να οφείλεται σε μια τσίχλα που μασάει ή σε κάποιο αποσμητικό. Δεν καταλαβαίνω την προέλευση αλλά πιάνω τις δυο μυρωδιές, της κανέλας και του λεμονιού, και τις απολαμβάνω. Μπαίνουμε σε έναν χώρο γεμάτο καπνούς και οχλαγωγία. Κάποιος τραγουδάει.

Όσο είμαστε μέσα στο κέντρο, σκέφτομαι τις μυρωδιές. Εξ άλλου όλα τα άλλα είναι πολύ βαρετά και θορυβώδη και αδιάφορα. Σε μια φάση φεύγω από το τραπέζι με κάποια πρόφαση και περνάω από την γκαρνταρόμπα. Την βλέπω, με βλέπει, της χαμογελάω και την ρωτάω που είναι οι τουαλέτες. Μου δείχνει με το χέρι της. Σε λίγο ξαναπερνώ από μπροστά της και της χαμογελώ ξανά. Θέλω να την πλησιάσω για να τη μυρίσω. Σκέφτομαι πως θα φανεί πολύ παράξενη η συμπεριφορά μου και το αποφεύγω. Παρατηρώ ότι δεν μου ανταποδίδει το τελευταίο χαμόγελο αλλά με κοιτάει. Δεν ξέρω τι εντύπωση της έκανα, εμένα όμως μου άρεσε κι ας μην ήταν εντυπωσιακή όπως κάποιες άλλες εδώ στο κέντρο που είναι ντυμένες σαν περικοκλάδες. Χωρίς άλλη κουβέντα ξαναγυρνάω στην φανταροπαρέα μου.

Στο τραπέζι όλοι έχουν κέφι. Λίγο το ποτό, λίγο το άγχος να την “βρουν” και να διασκεδάσουν, έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους. Καθώς τραγουδάνε και πίνουν και κοιτούν τις τραγουδίστριες που πετάνε κάθε τόσο λουλούδια στα “φανταράκια” εγώ έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Σκέφτομαι το κορίτσι της γκαρνταρόμπας. Δεν είναι η ομορφιά της που μου τράβηξε την προσοχή. Ούτε και οι μυρωδιές της κανέλας και του λεμονιού είναι αρκετές. Αυτό που με έκανε να την προσέξω είναι το ύφος της. Καρτερικό, λυπημένο, έμοιαζε σαν να ήταν φιλοσοφημένο. Το βρίσκω πολύ θετικό κι αναρωτιέμαι ποια άτυχη μοίρα να την έχει φέρει να εργαστεί εδώ, στο μισοπαράνομο στέκι των λαθραίων και των φαντάρων. Την συμπαθώ. Είμαι σίγουρος ότι από κοντά θα μυρίζει και στιφάδο κι ότι το σαμπουάν που χρησιμοποιεί θα είναι καρύδα. Είναι σαν να τη γνωρίζω από παλιά.

Μέσα στο κέντρο το κέφι έχει ανάψει. Μια ξεπλυμένη ξανθιά έχει βγάλει έξω τα μπούτια της και τα επιδεικνύει ενώ το μπούστο της κρύβει ελάχιστα το στρογγυλό και φουσκωμένο στήθος της. Όλο το παρουσιαστικό της είναι για γέλια ενώ η φωνή της συναγωνίζεται την εμφάνισή της. Ωστόσο, με τα κουνήματα και τα σκέρτσα της έχει ξεσηκώσει τους θαμώνες. Εκείνοι δεν διστάζουν να δείχνουν ακόμα και με χυδαίες κραυγές την λαχτάρα τους να την βάλουν κάτω και να της πετάξουν τα μάτια έξω. Ανησυχώ μην αργήσουμε. Αν δεν φύγουμε σε λίγο, σίγουρα θα μείνουμε εκτεθειμένοι. Για να μην σκέφτομαι άλλο πίνω. Έχω έρθει στο κέφι και το κεφάλι μου γυρίζει κάπως ακανόνιστα. Από τα μπούτια της ξεπλυμένης ξανθιάς προτιμώ να ξαναδώ το κορίτσι της γκαρνταρόμπας και να μυρίσω την φτηνή της κολόνια. Λέω στον Γιάννη και τους άλλους ότι θα βγω λίγο έξω να πάρω αέρα.

Στο χωλ βλέπω το κορίτσι. Μάλλον διαβάζει ένα φωτορομάντζο και αιφνιδιάζεται που με βλέπει να την πλησιάζω. Με ρωτάει αν θέλω το παλτό μου και της λέω να μην ανησυχεί. Την ρωτάω πως την λένε και μου λέει Ρία. Με βλέπ4ει που απορώ και μου εξηγεί ότι όλοι έχουν καλλιτεχνικά ονόματα και πως εκείνη την βάφτισαν Βαρβάρα. Δεν μιλάει πολύ, ούτε κι εγώ εξ άλλου. Δείχνει να θέλει την παρέα μου. Το φωτορομάντζο θα ήταν βαρετό ή ίσως να το είχε ξαναδιαβάσει. Της συστήνομαι και της λέω για τη μονάδα που υπηρετώ. Της λέω για το όπλο μου που το έχω στον θάλαμο κι ότι σαν δεκανέας έχω και περίστροφο. Δεν συνταράζεται από το νέο αλλά δεν δυσφορεί ούτε δείχνει αδιάφορη. Μου αρέσει πολύ αυτό, είναι σαν να πέρασε κάποια τεστ που της έβαλα για να δω αν μπορώ να την εμπιστεύομαι.

Μιλάμε από απόσταση ενός μέτρου, εκείνη πίσω από τον πάγκο κι εγώ όρθιος μπροστά της. Μυρίζει ακόμα η κολόνια της αλλά πολύ λίγο πια. Αν ήταν καλό άρωμα θα εξακολουθούσε να μυρίζει το ίδιο έντονα. Αν μπορούσα να της πάρω ένα δώρο, θα της έπαιρνα άρωμα λεμόνι ή καρύδα. Της πάει. Δείχνει κολακευμένη που της κάνω παρέα αν και δεν βγάζουμε μιλιά. Η αλήθεια είναι ότι πρέπει να χάσει κάποια κιλά. Κι αν χτενιζόταν καλύτερα ίσως να έδειχνε πιο όμορφη. Δεν μπορώ να της πω αυτά που σκέφτομαι βέβαια. Της χαμογελάω μόνο και, αυτή τη φορά, μου το ανταποδίδει. Καλή είναι, προτιμώ να είμαι εδώ μαζί της.

Θέλω να την ρωτήσω ποιος είναι το αφεντικό της. Ενδόμυχα θέλω να μάθω από ποιον παίρνει εντολές. Με ενδιαφέρει η ιεραρχία. Θα υπάρχει κι εδώ μια ιεραρχία. Κάποιος θα την ελέγχει αν ήρθε στη δουλειά κι αν είναι καλή κι ευγενική με τους πελάτες. Κι αυτή με τη σειρά της όλο και κάποιον θα ελέγχει, μια καθαρίστρια -ας πούμε- για το αν έκανε σωστά το σκούπισμα ή το σφουγγάρισμα. Δεν ξέρω πως μπορώ να αρχίσω αυτή τη συζήτηση και τελικά δεν προλαβαίνω γιατί μέσα στη στιγμή της μεγάλης αμηχανίας μπαίνει στο χωλ ο Γιάννης.

Με βλέπει να στέκομαι όρθιος μπροστά στον πάγκο της Ρίας και πλησιάζοντας μου σκάει ένα πονηρό χαμόγελο. Στέκεται δίπλα μου και με χτυπά στον ώμο. Με παίρνει πιο δίπλα και μου λέει ότι μπορεί να βοηθήσει αν ενδιαφέρομαι για την “χοντρή”. Δεν μου αρέσει καθόλου που τη λέει χοντρή. Του απαντώ ότι τον ευχαριστώ για την βοήθεια αλλά δεν θα πάρω. Αρχίζει να μου λέει για τη στενή γνωριμία του με τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού που, κατά τύχη, εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή στο χωλ. Με συστήνει. Είναι ένας γλοιώδης τύπος, ξερακιανός, σχεδόν γέρος, απαίσιος αλλά λεφτάς. Ποιος ξέρει ποιες και πόσες παρανομίες έχει κάνει για να βγάλει τα λεφτά που έχει. Μιλάνε για δουλειές που θα κάνουνε στην Αθήνα. Δεν προσέχω τι λένε και βλέπω ότι η Ρία έχει εξαφανιστεί πίσω από τον πάγκο της στο βάθος. Δείχνει σαν να φοβάται κάτι, μάλλον τον εργοδότη της.

Στενοχωριέμαι που κρύφτηκε. Λίγο ακόμα αν μέναμε κοντά, πριν έρθει ο Γιάννης και μας διακόψει, θα έβλεπα τα πόδια της. Έχω την εντύπωση ότι τέτοια πόδια έχω ξαναδεί στα πορνοπεριοδικά και μου αρέσανε. Αν ήταν ωραία τα μπούτια στις φωτογραφίες, γιατί να μου ξινίζουν τα δικά της; Τώρα όμως χάθηκε η ευκαιρία. Ο Γιάννης τελειώνει την κουβέντα με τον ιδιοκτήτη και μπαίνουμε πάλι στη σάλα. Με διαβεβαιώνει ότι όπου νά'ναι θα φύγουμε. Οι άλλοι δυο είναι στο κέφι. Τον ρωτάνε τι είδε στο χωλ και τους λέει ότι μιλούσα με το κορίτσι.

Προφανώς με σχολίαζαν κατά την απουσία μου. Με την απάντηση του Γιάννη και τα υπονοούμενα που αφήνει παίρνουν θάρρος και μου κάνουν πλάκα. Αντιδρώ και κοκκινίζω από τον θυμό που μου προκαλούν τα λόγια τους και από το κρασί που με έχει χτυπήσει κι αυτό. Η αντίδρασή μου χειροτερεύει την κατάσταση και τώρα με κοροϊδεύουν που κάνω έτσι για την χοντρούλα. Με ενοχλεί πολύ η καζούρα που μου κάνουν. Ο Γιάννης με “προστατεύει” αν και το νιώθω πως συμφωνεί μαζί τους και ίσως μετέχει κι αυτός κρυφά στην καζούρα.

Γυρνάμε όπως-όπως στο στρατόπεδο. Ευτυχώς γιατί κινδυνεύαμε να πλακωθούμε στο ξύλο. Φεύγοντας περνάμε από το χωλ και η θέση της είναι άδεια. Παίρνουμε μόνοι μας τα παλτά μας. Μόνο βγαίνοντας προλαβαίνω να ρίξω μια ματιά πίσω μου και την βλέπω. Μας κοιτάει πίσω από μια κουρτίνα. Δεν βλέπω να είναι τρομαγμένη, δεν μπορεί να έχει αντιληφθεί την ένταση που έχουμε μεταξύ μας εξ αιτίας της. Γυρνάω αμέσως προς το κατάστημα και την προλαβαίνω πριν εξαφανιστεί στο βάθος. Της δίνω ένα χαρτάκι που πάνω του έχω γράψει το όνομά μου και το τηλέφωνο της μονάδας. Το παίρνει ανέκφραστη και σχεδόν τρομαγμένη. Δεν ξέρω αν το έχουν κάνει πολλοί ή είμαι ο μόνος, πάντως της έδωσα το μήνυμα ότι θέλω να την ξαναδώ.

Οι επόμενες εβδομάδες είναι οι καλύτερές μου στον στρατό κι ίσως σε όλη μου τη ζωή. Εκτός από τα εν-δυο και τα στρώσε-ξεστρώσε το κρεβάτι, εκτός από τις προσοχές και τις χαιρετούρες με το χέρι στο γείσο του μπερέ, εκτός από την πρωινή προσευχή, τις εντολές και τις αγγαρείες, υπάρχει και η σκέψη της Ρίας. Αποφεύγω να σκέφτομαι τη φιγούρα της συνολικά και επικεντρώνω τη μνήμη μου σε σημεία του σώματός της. Τα μπούτια της, εξιδανικευμένα, γίνονται ο σταθερός τόπος επανόδου μου. Τριγυρνάω όμως και στο πλούσιο μπούστο της, τα σχεδόν σγουρά καστανά μαλλιά της και στο πρόσωπό της. Πιο έντονα από όλα θυμάμαι την θλίψη και την κατήφεια μέσα στα μάτια της.

Μου τηλεφωνεί στο κυλικείο και μαθαίνει όλος ο λόχος ότι τα έχω με την “λουλουδού”. Την λένε έτσι γιατί εκτός από κορίτσι της γκαρνταρόμπας πουλάει και λουλούδια στο μαγαζί από αυτά που ρίχνουν στις τραγουδίστριες. Την συναντώ σε μια καφετέρια του Διδυμότειχου γιατί δεν θέλει να την δω στο μαγαζί. Ούτε εγώ το ήθελα να ξαναπάω εκεί. Πίνουμε ένα καφέ και έχω την εντύπωση ότι μας είδε ολόκληρος ο λόχος. Όσοι είχαν δίωρη άδεια εκείνη την ημέρα είτε πέρασαν από έξω και μας είδαν είτε μπήκαν στην καφετέρια και με χαιρέτισαν. Οι περισσότεροι ήξεραν και την Ρία και την χαιρετούσαν κι αυτήν.

Δεν λέμε τίποτα. Παραγγέλνουμε εγώ καφέ κι εκείνη τσάι. Πίνουμε τα ροφήματά μας αμίλητοι. Την παρατηρώ καλύτερα. Παραμένει χοντρούλα αλλά είναι λιγότερο ασχημούλα, ίσως γιατί απέφυγε να βαφτεί έντονα. Τα πυκνά καστανά μαλλιά της διορθώνουν κάπως την εμφάνισή της. Με ρωτάει από που είμαι και της λέω. Εκείνη είναι από την Κομοτηνή. Μιλήσαμε ελάχιστα και από όσα μου είπε θυμάμαι μόνο τη γνώμη της για το αφεντικό της. Τον χαρακτήρισε πολύ σκληρό άνθρωπο και ομολόγησε ξεκάθαρα ότι τον φοβάται. Δεν είπαμε σχεδόν τίποτε άλλο.

Θα χωρίζαμε χωρίς καν να της έχω αγγίξει το χέρι αν εκείνη δεν με πλησίαζε για να μου δώσει ένα αγνό αποχαιρετιστήριο φιλί στο μάγουλο φεύγοντας. Τότε την τράβηξα πάνω μου και την φίλησα στο στόμα. Ευτυχώς που έγινε κι αυτό αλλιώς θα θεωρούσα τον εαυτό μου πολύ μαλάκα. Εκείνη κοκκίνισε από την ντροπή της κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Γύρισε μόνο και με κοίταξε. Δεν διέκρινα φόβο αλλά είδα ικανοποίηση στο βλέμμα της και μιαν υπόσχεση ότι θα ξαναβρισκόμασταν.

Όσο είμαι στο Διδυμότειχο, την βλέπω ακόμα τρεις φορές. Νικάω τους όποιους δισταγμούς μου και δέχομαι πως παρά τις ατέλειές της την θέλω. Αντιπαρέρχομαι τις αντιρρήσεις του Γιάννη που δεν την θεωρεί αρκετά καλή για μένα. Αδιαφορώ και για την καζούρα που μου κάνουν. Προτιμώ τη Ρία.

Την δεύτερη φορά που βρισκόμαστε μπαίνουμε σε ένα ξενοδοχείο και κάνουμε έρωτα. Την τρίτη φορά μιλάμε ελάχιστα γιατί δεν έχω χρόνο. Την τέταρτη ξανακάνουμε έρωτα πίσω από κάτι θάμνους. Σκέφτομαι να της προτείνω να γίνει επίσημα το κορίτσι μου και να βγαίνουμε μαζί χωρίς προφυλάξεις. Όμως, η μετάθεσή μου στην Κω, στην άλλη άκρη της ελληνικής γης, με προλαβαίνει.

Ίσα-ίσα που την συναντάω για να της πω ότι φεύγω και να την αποχαιρετίσω. Στην Κω θα βγάλω το δεύτερο μισό της θητείας μου. Δεν θα την ξαναδώ για πολύ καιρό. Από μέσα μου σκέφτομαι ότι ίσως δεν θα την ξαναδώ ποτέ. Θα γράφουμε γράμματα. Ο Γιάννης φεύγει κι αυτός για Αθήνα. Κατεβαίνουμε μαζί με το τρένο. Εκείνος μένει με την οικογένειά του ενώ εγώ συνεχίζω με πλοίο για το νησί της Κω. Πάω εκεί που με θέλει η πατρίδα κι αυτό κατ' αρχήν με γεμίζει χαρά.

 

Γ'

Στην Κω το στρατόπεδο είναι καλό αλλά εμένα με στέλνουνε σε κάποιο κοντινό νησάκι όπου υπάρχει ένα παρατηρητήριο. Είμαστε τέσσερις φαντάροι αποσπασμένοι εκεί κι όλη μέρα φυλάμε σκοπιά. Στην πραγματικότητα δεν κάνουμε απολύτως τίποτε. Δεν έχει ούτε ίντερνετ ούτε τηλεόραση για να περνάει η ώρα. Μόνο ράδιο έχει κι οι πιο πολλοί σταθμοί που πιάνουμε είναι τούρκικοι. Μας έχουν δώσει ένα κινητό για να ειδοποιήσουμε αν δούμε κάτι ύποπτο και μας κουβαλούν από τη βάση φαγητό και νερό κάθε μέρα αλλιώς θα πεινάσουμε και θα διψάσουμε. Το μόνο καλό που κάνουμε είναι ότι φυτεύουμε που και που δέντρα. Όλη μέρα ασχολούμαστε με βλακείες και για ευχάριστη αλλαγή κάνουμε καμιά βουτιά στη θάλασσα ή παίζουμε μαλακία. Είμαστε σαν ναυαγοί. Έξι μήνες πάνω σε αυτό το ξερονήσι σαπίζω.

Τόσους μήνες σε μια εξορία με συνεχείς αέρηδες και καυτό ήλιο είναι πολλοί. Στη μνήμη μου εξασθενεί η Ρία και μένουν μόνο οι δεμένες με αυτήν μυρωδιές κι οι γεύσεις. Θυμάμαι μόνο κάποιες αποσπασματικές και σκόρπιες εικόνες, την αίσθηση ενός αόριστου “'έρωτα”. Στην εικόνα αυτή μπλέκονται στοιχεία από την παιδική μου ηλικία, τη μάνα μου, τον πατέρα μου κι όλα μαζί φτιάχνουν έναν αχταρμά που τροφοδοτεί άλλοτε όνειρα κι άλλοτε εφιάλτες. Δεν ανταλλάξαμε γράμματα παρά τις υποσχέσεις. Της έστειλα τρία ή τέσσερα γράμματα τους δυο-τρεις πρώτους μήνες αλλά δεν μου απάντησε. Μετά τίποτε. Δεν ξέρω, ούτε μπορώ να ελέγξω, αν έλαβε ποτέ τα γράμματά μου.

Καθώς σκέφτομαι ότι δεν θα ξαναδώ την Ρία βρίσκω πως η σκέψη της μου είναι αρκετά αδιάφορη. Ακόμη κι όταν νιώθω την ανάγκη να αγγίξω με τη φαντασία μου ένα γυναικείο κορμί, και πάλι δεν καταφεύγω στο δικό της. Προτιμώ άλλες εικόνες να τροφοδοτούν τις ονειρώξεις μου. Όσο για την άποψή μου για τη ζωή, αυτή δεν έχει αλλάξει καθόλου. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο στρατός και το καθήκον είναι πάνω από όλα. Το έθνος, η πατρίδα, η δόξα κι η τιμή βρίσκονται πάνω από τις μικρές επιθυμίες και μνήμες μας. Ο κάθε ένας άνθρωπος από μόνος του είναι λίγος. Μόνο όλοι μαζί, δεμένοι σε ένα έθνος, αξίζουμε τον κόπο. Δέχομαι λοιπόν τη μοίρα μου αδιαμαρτύρητα και συνεχίζω με εθνική περηφάνια την θητεία μου στο ξερονήσι.

Κάποια στιγμή αυτή η θητεία τελειώνει και πρέπει να αναχωρήσω. Οι σκέψεις που είχα κάνει όσο καιρό ήμουν στο Διδυμότειχο, να παραμείνω μόνιμα στο στρατό, μετά την εμπειρία μου στο νησί έχουν ξεχαστεί. Παίρνω το απολυτήριο και το φύλλο πορείας στο χέρι και γυρίζω στο πατρικό μου. Η υποδοχή από τον πατέρα μου είναι ζεστή αλλά εμένα δεν με ξεγελάει. Ξέρω πως αν μείνω μαζί του σύντομα θα βγουν μαχαίρια. Στο μεταξύ θυμάμαι την Ρία. Της γράφω αλλά δεν μου απαντά και το γράμμα επιστρέφει με ένδειξη “παραλήπτης άγνωστος”. Ρωτάω τον Γιάννη αν ξέρει πως να την βρω και μου λέει.

Ευτυχώς που έχω τον Γιάννη. Συμφωνεί μαζί μου ότι πρέπει να την ξαναβρώ μια και είναι ένα κορίτσι που, τουλάχιστον, είχε μιλήσει στην καρδιά μου. Μπορεί να μην ήταν όμορφη αλλά “περί ορέξεως κολοκυθόπιτα” μου είπε. Τι εννοούσε; ότι αν και είναι χοντρή σαν κολοκύθα μπορεί να γίνει λεπτή και νόστιμη σαν κολοκυθόπιτα; Δε ξέρω αν αυτό ήθελε να πει, εμένα όμως μου άρεσε σαν εξήγηση και το κράτησα στο νου μου. Πάντως ο Γιάννης μου βρίσκει μιαν άκρη για να επανασυνδεθώ μαζί της. Έχει ακόμα σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του μπουζουκομάγαζου όπου δουλεύει η Ρία. Μου λέει πως εκείνος ο απαίσιος γέρος του είναι χρήσιμος για δουλειές που κάνουν μαζί αλλά δεν τον πάει καθόλου. Είναι κακός χαρακτήρας και δεν τον χωνεύει. Μου δίνει όμως το τηλέφωνό του για να βρω την επαφή που θέλω με την Ρία.

Μιλάω με τον απαίσιο γέρο ιδιοκτήτη του μπουζουκομάγαζου στο τηλέφωνο. Δεν με γνωρίζει αλλά του έχει πει για μένα ο Γιάννης κι έτσι μου μιλάει. Μου λέει ότι η Ρία απολύθηκε από το μαγαζί γιατί δεν τους έκανε. Ήταν, λέει, παλιοβρόμα που τους κατήγγειλε στο γραφείο εργασίας και την πλήρωσαν χρυσή με τα πρόστιμα που τους έβαλαν. Είμαι σίγουρος τώρα ότι αυτοί δεν της έδωσαν τα γράμματά μου που τα έστελνα στο μαγαζί. Η καημένη θα είχε την αίσθηση ότι την εγκατέλειψα και την ξέχασα πολύ γρήγορα. Την είχα ξεχάσει βέβαια αλλά πίστευα πως έφταιγε εκείνη που δεν μου είχε γράψει ποτέ. Τώρα βλέπω πως γι αυτό ευθυνόταν ο γέρος και θυμώνω μαζί του.

Συνεχίζει να την κατηγορεί. Μου λέει πως μέχρι και ξύλο έφαγε για τις ζημιές που έκανε στον κόσμο κι είμαι σίγουρος ότι αυτό το κάθαρμα έβαλε να την ξυλοφορτώσουν. Με συμβουλεύει να την ξεχάσω γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ασχολούμαι μαζί της. Είναι πουτάνα που την χώσανε μέσα για πορνεία και μάλλον έχει πεθάνει στη φυλακή, μου λέει. Μένω κάγκελο! Θέλω να τον φτύσω αλλά είμαι μακριά, θέλω επίσης να τον βρίσω αλλά έχω ανάγκη τις πληροφορίες του. Τον ρωτάω ψύχραιμα πως μπορώ να μάθω περισσότερα γι αυτήν και μου δίνει τη διεύθυνση όπου βρισκόταν το πατρικό της σπίτι στην Κομοτηνή.

Μερικούς μήνες τώρα που απολύθηκα, βγάζω κάτι λίγα χρήματα που μου φτάνουν ίσα-ίσα για να μένω σε ένα ξενοδοχείο τέταρτης κατηγορίας. Τρώω πάλι σε φασφουντάδικα ή συσσίτια του δήμου και της εκκλησίας. Δεν έχω αρκετά για να πάω στην Κομοτηνή. Με βοηθά ο Γιάννης και φεύγω. Θέλω να μάθω τι απέγινε η Ρία. Ο γέρος είχε πει πως “μάλλον πέθανε”. Μου φαίνεται απίθανο κάτι τέτοιο, πρέπει όμως να μάθω.

Σε όλη την ατελείωτη διαδρομή με το τρένο σκέφτομαι. Ο νους μου γυρνάει στο κορίτσι της γκαρνταρόμπας όμως ουσιαστικά τη δική μου ζωή έχω στο μικροσκόπιο. Τι είμαι, που πάω, τι θέλω; Για την Ρία πως και δεν φρόντισε το έθνος μας; Εκείνη εκτελούσε τις διαταγές που έπαιρνε πρόθυμα. Ήταν υπάκουη, είχε αποδεχτεί τον κατώτερο ρόλο της. Ήταν λοιπόν θέμα τιμής να την προστατέψει το έθνος. Γιατί δεν το έκανε; Πάντα πίστευα στο ξερονήσι ή στο Διδυμότειχο ότι υπερασπιζόμουν την πατρίδα και τους ανθρώπους της, επομένως και την Ρία. Όμως αυτοί που εκπροσωπούσαν την πατρίδα στα μετόπισθεν την απέλυσαν. Της έκρυψαν προφανώς και τα δικά μου γράμματα. Δεν τους έκανε, δεν τους άρεσε και την έσπρωξαν στην απελπισία.

Είμαι σίγουρος ότι την έδιωξαν γιατί δεν ήταν ωραία. Τι έφταιγε η Ρία; Η πατρίδα δεν την είχε κάνει ωραία και την είχε φορτώσει με παραπανίσια κιλά αλλά εκείνη είχε δεχτεί τη μοίρα της και τη θέση της. Γιατί λοιπόν είχε σε ανταπόδοση μια τέτοια τύχη; Για να πάει στο γραφείο εργασίας θα πει πως ήταν πολύ απελπισμένη και αγανακτισμένη. Και την ξυλοφόρτωσαν! Το έθνος κι η πατρίδα την ξυλοφόρτωσαν! Αν δεν είσαι όμορφη, λεπτή, ελκυστική χάνεις τη δουλειά σου και στο τέλος τις τρως κι όλας! Κι αφού δεν έχει για σένα αξιοπρεπή δουλειά, θα καταλήξεις στο πεζοδρόμιο. Και θα σε λέει μετά ο γέρος παλιοβρόμα! Αλλά και σαν πόρνη πως θα συναγωνιστεί μια χοντρούλα κι ασχημούλα τις δεκαεξάρες από τη Νιγηρία και τη Μολδαβία; μείνεις χωρίς φράγκα και στο τέλος θα καταλήξεις στη φυλακή.

Δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Δεν ξέρω ποιος φταίει αλλά ο κόσμος δεν είναι καθόλου δίκαιος. Δεν ξέρω αν φταίνε περισσότερο οι ηγέτες μας και οι πολιτικοί που είναι το σύστημα τόσο άδικο, ή μήπως είναι ευθύνη του θεού που ο κόσμος είναι σκληρός και ανελέητος ή μήπως ευθύνεται ο ίδιος ο άνθρωπος που είναι ένα κτήνος. Εγώ, πάντως, αν ήμουν θεός θα έφτιαχνα τον κόσμο αλλιώς. Να είναι όλοι ίσοι, όλοι αρχηγοί κι όλοι υπήκοοι, όλοι το ίδιο φτωχοί ή πλούσιοι. Αυτός θα ήταν ένας κόσμος δίκαιος, όμως αυτό δεν υπάρχει ούτε και θα υπάρξει ποτέ. Εκείνο που υπάρχει είναι πως ο δυνατός πάντα θα καβαλάει τον αδύνατο κι ο ξύπνιος θα ρίχνει τον χαζό. Κι όποιος επιζήσει.

Στην Κομοτηνή βρίσκω το σπίτι της κλειστό. Μια γειτόνισσα με κερνάει καφέ και μου λέει τα καθέκαστα. Μαθαίνω ότι η Βαρβάρα -έτσι την ξέρανε εδώ- όταν γύρισε από την Αλεξανδρούπολη είχε αρρωστήσει. Δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε κάρτα ανεργίας, ούτε δουλειά, τίποτε. Το μόνο που είχε πάνω της ήταν ένα έμβρυο που μεγάλωνε μέσα στην κοιλιά της. Ίσως αυτός να ήταν ένας βασικός λόγος για την απόλυσή της και για το ότι δεν μπορούσε να βρει μια καινούρια δουλειά. Κανείς δεν θα προσλάμβανε έγκυο γυναίκα. Έτσι έκανε έκτρωση κι έριξε το παιδί.

Τότε την πήρε στη δούλεψή του ένας νταβατζής αλλά ούτε και για πόρνη έκανε. Έφυγε κι από αυτόν αλλά αρρώστησε, είτε από κακή διατροφή είτε από στενοχώρια ή και από κάποια μόλυνση. Μέσα σε τρεις μήνες είχε καταντήσει ράκος. Η κατάρρευσή της ήταν ραγδαία παρ' όλο που ήταν νέα κοπέλα. Πάντοτε ήταν φιλάσθενη, τώρα όμως είχε απογίνει το κακό.

Σκέφτομαι ότι το παιδί που είχε στην κοιλιά της ήταν δικό μου. Κι εγώ ήμουν σε ένα ξερονήσι για να φυλάω τα θαλάσσια σύνορά μας φυτεύοντας δέντρα και παίζοντας μαλακία κάτω από τον ήλιο και στους αέρηδες του Αιγαίου. Γιατί δεν μου το έγραψε; Προφανώς γιατί δεν της είχαν δώσει τα γράμματά μου και δεν ήξερε ούτε τη διεύθυνσή μου! Και γιατί δεν πήγαινε στο στρατόπεδο να ρωτήσει; Μήπως ήξερε σε ποιο στρατόπεδο υπηρετούσα; Της είχα πει για Διδυμότειχο; δεν θυμάμαι. Ίσως να μην ήξερε στην αρχή ακόμη ότι ήταν έγκυος. κι ύστερα, ποια βοήθεια μπορούσε να περιμένει από έναν φαντάρο; Ιδιαίτερα μάλιστα αν πίστευε πως εγώ την είχα ξεχάσει κανονικά αφού δεν τηρούσα ούτε την υπόσχεσή μου ότι θα της έγραφα.

Μπήκε σε ένα νοσοκομείο στην Κομοτηνή και της βρήκαν χρόνια προβλήματα υγείας στη μέση και στους πνεύμονες. Προσπάθησε να σιτιστεί στην εκκλησία αλλά ο παπάς έμαθε για το “ποιόν” της και την έδιωξε. Ήρθε σε αδιέξοδο. Έμαθαν, μου λέει η γειτόνισσα, πως έμπλεξε άθελά της σαν συνεργός σε μια ληστεία και βρέθηκε κρατούμενη στις φυλακές στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης. Εκεί έκοψε τις φλέβες της και πέθανε. Πριν δυο μήνες έγινε αυτό. Μέσα στους δέκα μήνες που πέρασαν από τότε που την αποχαιρέτησα, ένιωσε τη ζωή της να καταστρέφεται εντελώς. Δεν άντεξε να δει το τέλος να έρχεται μόνο του με τρόπο εξευτελιστικό και προτίμησε να το συναντήσει μια ώρα αρχύτερα.

Όσο μου μιλάει η γειτόνισσα εγώ σκέφτομαι την Ρία. Δεν της άξιζε τίποτε από όσα άσχημα έζησε. Νιώθω να είμαι κι εγώ υπεύθυνος που την άφησα έγκυο, που δεν της έγραψα κι άλλα γράμματα που δεν επέμεινα να την βρω και να μάθω γιατί δεν μου απάντησε ούτε σε ένα. Νιώθω υπεύθυνος που ένιωσα ανακουφισμένος όταν είδα τη “σχέση”μας να φθίνει. Ίσως, αν είχα φερθεί αλλιώς, να την είχα βοηθήσει ψυχολογικά να αντέξει. Από την άλλη πι σκέφτομαι, τι ήταν αυτό που θα την βοηθούσα να το αντέξει; την μίζερη, σκυφτή ζωή της με τους συνεχείς εξευτελισμούς; Ίσως είναι καλύτερα που έφυγε νωρίς.

Τάξη, πειθαρχία, θρησκεία, έθνος, τιμή ... όλα καλά αλλά αυτό τα ξεπερνά κατά πολύ. Όχι πως αξίζει μια μοναχική ζωή κάτι το ιδιαίτερο, αλλά όλο το σύστημα μοιάζει σάπιο αν δεν μπορεί να προστατέψει μια Βαρβάρα από την τόσο μεγάλη αδικία. Ο θεός είναι άδικος που επέτρεψε να γεννηθεί μια γυναίκα χοντρούλα κι ασχημούλα σε ένα κόσμο που πληρώνει μόνο για την ομορφιά και δεν επιτρέπει στις μέτριες να έχουν στον ήλιο μοίρα. Το κράτος είναι διεφθαρμένο και άδικο που επιτρέπει σε μαφιόζους σαν το αφεντικό της να φέρονται σκληρά κι απάνθρωπα στα κορίτσια της γκαρνταρόμπας. Εγώ ήμουν άδικος που την ξέχασα τόσο εύκολα. Πάλι κάποιοι παλιοί στίχοι μου έρχονται στο νου: Αυτό το άδειο βλέμμα στον καθρέφτη μου κάπου το ξέρω καλά από παλιά, να με κοιτάει όπως οι γκρίζες οι κοπέλες που μ' αγάπησαν κάτι χλωμές κάτι χοντρούλες με γυαλιά”. Για το δικό μου βλέμμα μιλάει. Και συνεχίζει: Έφυγα σαν τον κλέφτη δίχως λόγια και δεν λογάριασα την πίκρα τη δική σου”. Για μένα μιλάει.

Η τάξη κι η πειθαρχία στη ζωή της Ρίας δεν την ωφέλησαν. Η πατρίδα αποδείχθηκε γράμμα κενό. Ο κόσμος όπως νομίζω πως τον γνωρίζω είναι ένα σκουπίδι. Ο κόσμος που είχα φανταστεί στον στρατό είναι σαθρό δημιούργημα της δικής μου φαντασίας. Νιώθω εξαγριωμένος με τον εαυτό μου αλλά και με τους πάντες γύρω μου.

Η γειτόνισσα που μου μιλάει δεν ξέρει τίποτε για τη ζωή της στην Αλεξανδρούπολη ή για το μπουζουκομάγαζο όπου δούλευε. Και για μένα υποθέτει, και δεν το διαψεύδω, ότι είμαι ένας ξάδελφος που ενδιαφέρθηκε. Μου λέει ότι την έθαψαν στη Θεσσαλονίκη, δεν ξέρει όμως σε ποιο νεκροταφείο για να μου πει. Την ευχαριστώ για τις πληροφορίες που μου έδωσε, την αποχαιρετώ και φεύγω. Πάω για Αλεξανδρούπολη. Δεν έχω κανένα σχέδιο στο νου μου. Θέλω να ζητήσω λογαριασμό από τον γέρο για όσα της έσερνε, ίσως και να τον βρίσω. Έτσι κι αλλιώς δεν ξέρω κανέναν στην πόλη αυτή ούτε κανείς με γνωρίζει. Φτάνω κάπως αργά και πάω κατ' ευθείαν στο μαγαζί. Κάθομαι έξω να τον περιμένω.

Τον βλέπω που παρκάρει το αυτοκίνητό του στο διπλανό οικόπεδο που χρησιμεύει για πάρκινγκ πελατών τα βράδια. Τώρα είναι άδειο. Τον πλησιάζω και του ζητώ να μιλήσουμε. Δεν με γνωρίζει. Του λέω πως είμαι ο φίλος του Γιάννη που είχα ενδιαφερθεί για τη Ρία. Μου επαναλαμβάνει ότι άδικα ασχολούμαι μαζί της, δεν ήταν παρά μια βρομοπουτάνα. Τον ρωτάω γιατί την έδιωξε και μου λέει με άνεση πως το έκανε γιατί ήταν χοντρή. Ισχυρίζεται πως είχε δίκιο που έστειλε μπράβους να την ξυλοφορτώσουν γιατί εκείνη τον είχε καρφώσει στο γραφείο εργασίας.

Όταν μου λέει πως ήταν ένα άχρηστο πλάσμα και καλά έκανε που πέθανε, το αίμα μου έχει πια ανέβει στο κεφάλι. Όταν αναρωτιέται φωναχτά “και που ζούσε τι καταλάβαινε;” χαϊδεύω το μαχαίρι που έχω στην τσέπη μου. Με τρώει η παλάμη μου. Όταν σηκώνει τους ώμους του στην ερώτησή μου: “κι εσύ που ζεις, τι καταλαβαίνεις;” το μαχαίρι βγαίνει από την τσέπη και καρφώνεται ίσια μέσα στην καρδιά του. Βογκάει υπόκωφα με τα μάτια γουρλωμένα. Τραβάω το μαχαίρι έξω και το ξαναμπήγω δυο, τρεις, ίσως και τέσσερις φορές ακόμα ώσπου καταρρέει χωρίς να βγάλει μιλιά. Δεν μας έχει δει ούτε μας έχει ακούσει κανένας. Τραβάω το πτώμα του σε ένα χαντάκι έξω από το πάρκινγκ, σκουπίζομαι από τα αίματα και πάω προς τον σιδηροδρομικό σταθμό.

Σκέφτομαι τις πιθανότητες που υπάρχουν για να με συλλάβουν. Είναι ελάχιστες. Κανείς δεν ξέρει τη σχέση μου με το θύμα. Κανείς δεν ξέρει αν ήρθα ποτέ και για ποιον λόγο στην Αλεξανδρούπολη. Κανείς δεν μπορεί να με υποψιαστεί ή να μου αποδώσει κίνητρο. Μόνο ο Γιάννης γνωρίζει πως ήρθα εδώ και πως είχα κάθε λόγο να καθαρίσω τον απαίσιο γέρο. Όμως δεν θα μιλήσει γιατί είναι φίλος μου αλλά και γιατί δεν χώνευε το θύμα. Δεν θα με βρουν λοιπόν, αλλά ακόμη κι αν με πιάσουν, καρφάκι δεν μου καίγεται. Και φυλακή να με βάλουν, δεν με νοιάζει. Θα βρω όλα εκείνα που είχα στον στρατό και τα έχασα, το καθημερινό φαγητό, τον ύπνο σε κρεβάτι και τον χρόνο για να σκεφτώ. Ίσως να ξαναβρώ και τις εντολές που δίνουν νόημα στη ζωή μας, είτε το καταλαβαίνουμε, όπως εγώ, είτε όχι, όπως οι υπόλοιποι, οι άλλοι, οι ελεύθεροι!

Σκέφτομαι την Βαρβάρα. Όταν έκοψε τις φλέβες της θα πίστευε ότι ήταν εντελώς μόνη. Ίσως αν ήξερε ότι υπήρχε ένας άνθρωπος γι αυτήν, εγώ, ίσως το ξανασκεφτόταν. Μόνο γι αυτό την λυπάμαι. Γιατί μου μοιάζει τόσο πολύ.

===