Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

05 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 5η

Σήμερα ολοκληρώνεται το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου που αφορά το πρωινό της 9ης Ιουνίου την Πέμπτη Φθίνοντας Θαργηλιώνος.

Ήδη, από τόσο νωρίς, φαίνεται πως οι εξελίξεις δεν ευνοούν τον Δημήτριο Φαληρέα. Ωστόσο εκείνος έχει ακόμα δουλειές να τακτοποιήσει.

****************************

 

Κεφάλαιο 1ο (μέρος 5ο) 

Πρωί 9ης Ιουνίου

Στη Βασίλειο Στοά των Αθηνών βρισκόταν το κυβερνείο του Δημήτριου Φαληρέα. Αυτό το πρωινό της πέμπτης μέρας πριν το τέλος του Θαργηλιώνος επικρατούσε αναβρασμός. Τα νέα για τον στόλο που πλησίαζε στον Πειραιά δεν ήταν καλά. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με πληροφορίες που έφταναν από τα νησιά -κυρίως απ’ την Δήλο- ήταν ανησυχητικά. Ένας μεγάλος στόλος του Αντίγονου κινιόταν ελεύθερα στο Αιγαίο. Αν ήταν αυτός ο στόλος που ερχόταν, τότε τα πράγματα ήταν σοβαρά κι η απειλή για το καθεστώς του τεράστια. Ήλπιζε πως αυτά τα πενήντα πλοία που πλησίαζαν απ’ το Σούνιο θα ήταν πλοία των Λαγιδών της Αιγύπτου. Ο Πτολεμαίος ήταν καλός του φίλος κι αληθινός σύμμαχος.

Ο Πτολεμαίος θαύμαζε την σκέψη του Αριστοτέλη και την Περιπατητική του σχολή. Ήθελε να εφαρμόσει πρακτικά στην Αίγυπτο αυτά που εφαρμόζονταν στην Αθήνα. Γιατί κι ο Δημήτριος ήταν περιπατητικός φιλόσοφος και προσπαθούσε να εφαρμόσει στην Αθήνα όσα έμαθε. Έκανε πράξη τις διδαχές του μεγάλου σοφού Σταγειρίτη. Είχε στόχο του την «πολιτεία», το ιδανικό -κατά τον Αριστοτέλη- πολίτευμα. Ήταν μια βελτίωση της «πολιτείας» του Πλάτωνα. Απέρριπτε την δημοκρατία, το οχλοκρατούμενο πολίτευμα, του οποίου ο Σωκράτης κι ο Πλάτων είχαν δείξει τα ελαττώματα. Απέρριπτε και την ολιγαρχία, που ήταν παρέκκλιση από το κράτος των αρίστων. Ο Δημήτριος ο Φαληρέας έφτιαχνε το τέλειο πολίτευμα των αρίστων κι ο Πτολεμαίος τον θαύμαζε γι αυτό..

Κυβερνούσε με βάση την αρχή της «μεσότητας» όπως την είχε σχεδιάσει ο Αριστοτέλης. Είχε στην διακυβέρνηση της πόλης όλες τις τάξεις με σωστό μέτρο. Κυβερνούσαν και δίκαζαν οι πολίτες -όσοι είχαν εισόδημα χιλίων δραχμών- αλλά κι οι αριστοκράτες. Γινόταν κλήρωση των αξιωμάτων για ισοκρατία. Υπήρχαν, όμως, δικοί του επιβλέποντες για να διορθώνουν τις τυχόν λαθεμένες αποφάσεις. Αποφάσιζε η Εκκλησία του Δήμου, αλλά, ελέγχονταν οι αποφάσεις της απ’ τον Άρειο Πάγο και τον Επιμελητή, δηλαδή τον ίδιο. Καμιά τάξη δεν υπερίσχυε, όλα τα κοινά εφαρμόζονταν με την αρχή του μέσου όρου. Η Αθήνα θα αποκτούσε σύντομα το τέλειο πολίτευμα.

Αυτό άξιζε στην ένδοξη Αθήνα κι αυτό προσπαθούσε να εφαρμόσει ο Δημήτριος από τότε που είχε γίνει Επιμελητής. Εδώ και δέκα χρόνια είχε τελειώσει πια οριστικά με την μισητή δημοκρατία κατά την οποία ο λαός κυβερνούσε. Την θεωρούσε σαν μια παρέκκλιση από το σωστό πολίτευμα. Από πού κι ως πού ο φούρναρης θα γινόταν δικαστής; Ποιος θεός επέτρεπε να γίνει βασιλιάς ο αγρότης κι ο χτίστης νομοθέτης; Από πού κι ως πού θα γινόταν βουλευτής ο ψαράς και θα έφτιαχνε νόμους στους οποίους θα υπάκουε ο Ιππέας; Τα παράλογα που ίσχυαν εδώ και διακόσια χρόνια στην Αθήνα και στις ελεύθερες πόλεις έπρεπε να πάρουν τέλος. Εξ άλλου το είχαν διαλαλήσει όλοι οι σοφοί εκτός από κάτι σοφιστές σαν τον Πρωταγόρα. Από τα λόγια ως την εφαρμογή, μεσολαβούσε πόλεμος. Η δημοκρατία έδωσε κώνειο στον Σωκράτη κι απέλασε τον Αριστείδη, όμως η μακεδονική σάρισα απέλασε την δημοκρατία. Είχε έρθει πια η ώρα να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.

Όσο κι αν αυτό δεν του άρεσε, για να εφαρμοστεί η αριστοτελική πολιτεία ήταν ανάγκη να ηττηθεί πρώτα, η Αθήνα. Την νίκησαν οι Μακεδόνες. Μόνο έτσι δέχτηκαν τη μοίρα τους οι δημοκρατικοί και λούφαξαν. Επαναστάτησαν, αμετανόητοι, μόλις έμαθαν ότι πέθανε ο Φίλιππος αλλά τους έβαλε στη θέση τους ο Αλέξανδρος. Επαναστάτησαν ξανά μόλις έμαθαν ότι πέθανε κι ο Αλέξανδρος και τους έβαλε στη θέση τους ο Αντίπατρος. Τόσες φορές ηττήθηκαν κι όμως, ακόμα, δεν είχαν βάλει μυαλό. Ακόμα την οχλοκρατία ονειρεύονταν.

Η τελευταία απόπειρα επαναφοράς της δημοκρατίας έγινε πριν έντεκα χρόνια. Το φαύλο πολίτευμα άντεξε μερικούς μήνες, ώσπου να έρθει ο Κάσσανδρος και να το καταργήσει. Το τέλος της προσωρινής δημοκρατικής άνοιξης(*1) της πόλης δεν τους συνέτισε εντελώς. Ο Δημήτριος δεν είχε ξεχάσει πως αυτή η δημοκρατία είχε προλάβει να τον καταδικάσει σε θάνατο. Τον είχαν σώσει οι Μακεδόνες κι αυτό δεν θα το ξεχνούσε. Όχι μόνο τους χρωστούσε τη ζωή του αλλά και τη δυνατότητα που του είχαν δώσει να γίνει Επιμελητής. Κι αυτός προσπαθούσε να εφαρμόσει το πολίτευμα του Αριστοτέλη στην πρώτη πόλη και την δόξα όλης της Ελλάδας.

«Δημήτριε, σε ζητάει ο Αριστοτέλης(*2)» είπε ο Θεόδωρος, ένας από τους προσωπικούς του υπηρέτες.

«Απορώ που άργησε τόσο» σχολίασε ο Δημήτριος.

«Σε λίγο θα καταφθάσει κι ο Διονύσιος».

«Άργησε κι αυτός!»

«Μια τέτοια μέρα με ένα στόλο να πλησιάζει θα έπρεπε να είναι εδώ από τα χαράματα» σκέφτηκε ο Δημήτριος.

«Να σου πω και κάτι ακόμα» του είπε ο Θεόδωρος, που ήταν περισσότερο φίλος παρά υπηρέτης του. «Αυτό το βράδυ πέθανε ο Ερμόδωρος ο Καινείδης από τον Πειραιά. Εχουν την πρόθεση στο σπίτι του. Μήπως θα ήθελες να πας;»

«Δεν υπάρχει χρόνος για κηδείες, Θεόδωρε».

«Θα στείλω κάποιον να δώσει λουλούδια εκ μέρους σου» είπε ο Θεόδωρος, που φρόντιζε για όλα.

«Σωστά. Καλά θα κάνεις. Αυτός ο Ερμόδωρος ήταν λίγο παράξενος κι έκανε κακές παρέες, αλλά, ερχόταν στο Λύκειο κι είχαμε καλές συζητήσεις».

«Όταν έρθουν ο Αριστοτέλης κι ο Διονύσιος να τους πω να περάσουν αμέσως;»

«Ναι, βέβαια, να δούμε τι θα κάνουμε. Αυτός ο στόλος που έρχεται με ανησυχεί».

«Η παρουσία του Αριστοτέλη έπρεπε να σε καθησυχάζει, Επιμελητή. Κάτι ξέρει αυτός από στόλους!» είπε με δηλητήριο στη φωνή και κρυφογελώντας ο Θεόδωρος.

Αν και βαρύθυμος, ο Δημήτριος έσκασε ένα χαμόγελο. Η υπενθύμιση της γκάφας του Αριστοτέλη πριν επτά χρόνια στη Λήμνο ήταν χαλαρωτική. Αν ήταν το πολίτευμα δημοκρατία σίγουρα κάποιος θα τον κατηγορούσε και θα περνούσε από δίκη. Είναι αμφίβολο αν θα ζούσε ακόμα. Όμως ο Δημήτριος κι οι Μακεδόνες τον είχαν προστατεύσει. Ακόμα κι αν γινόταν μια καταγγελία, δεν θα την έστελναν ποτέ στην εκκλησία του δήμου. Ήταν το πολίτευμα των αρίστων. Η δημοκρατία κι ο δήμος λειτουργούσαν αφού η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε. Απλά, οι λανθασμένες αποφάσεις παραλείπονταν.

«Θεόδωρε, απ' ό,τι φαίνεται, τα πράγματα δεν είναι καθόλου αστεία» είπε ο Δημήτριος.

«Συμφωνώ» είπε ο Θεόδωρος «και νομίζω ότι πρέπει να δεις και την Ευρυδίκη».

Η αναφορά της Ευρυδίκης ήταν σαν να χτυπούσε το καμπανάκι του συναγερμού.

«Λες να μας χρειαστεί η μεσολάβησή της;»

«Δεν ξέρω, ίσως και να έφτασε η ώρα. Ο Πτολεμαίος, πάντως, σε θέλει να τον βοηθήσεις να χτίσει την Αλεξάνδρειά του. Αν εδώ δεν σε θέλουν, μην κολλάς, πρέπει να φροντίσεις για το μέλλον σου. Μην ξεχνάς ότι έχεις εκείνη την καταδίκη πριν έντεκα χρόνια. Αν ο δήμος πάρει ξανά την εξουσία, εκείνη η ποινή μπορεί να ξαναζωντανέψει».

«Έχεις δίκιο, Θεόδωρε. Κανόνισε μου μια συνάντηση μαζί της. Θα την δω αμέσως μόλις τελειώσω με τον Αριστοτέλη και τον Διονύσιο» είπε ο Δημήτριος.

Η Ευρυδίκη είχε μεγάλη φήμη στην Αθήνα. Οι σχέσεις της με τον Πτολεμαίο ήταν άριστες. Είχαν γίνει ακόμα πιο καλές από τότε που η Ευρυδίκη είχε γίνει γυναίκα του Οφέλλα, ηγεμόνα της Κυρηναϊκής. Αν ήθελε ο Δημήτριος έναν δίαυλο για συνεννόηση με τον κυρίαρχο της Αιγύπτου, έρεπε να της μιλήσει. Η Ευρυδίκη ήταν ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια μεσολάβηση.

«Ήρθε ο Αριστοτέλης» είπε ο Θεόδωρος. «Από πίσω του βλέπω τους Μακεδόνες. Θα είμαι έξω αν με χρειαστείς».

Ο στρατηγός μπήκε στο κυβερνείο μάλλον αμέριμνος και με πολύ καλή διάθεση. Σχεδόν απόρησε με τον Δημήτριο που έδειχνε προβληματισμένος.

«Μην ανησυχείς καθόλου, Δημήτριε» του είπε ήρεμος. «Ο στόλος που έρχεται αποτελείται από σαράντα μόνο πλοία, δεν μπορεί να είναι εχθρικός».

«Σαράντα πλοία με έξι χιλιάδες οπλίτες μπορούν να κάνουν μεγάλη ζημιά» είπε ο Δημήτριος, «ιδιαίτερα, μάλιστα, αν ξεσηκώσουν τους δημοκρατικούς»

«Λένε πως είναι πλοία του Πτολεμαίου».

«Μακάρι!»

«Απ' ό,τι βλέπεις, δεν ανησυχούν ούτε οι Μακεδόνες».

«Μην το λες. Έρχεται κι ο Διονύσιος» είπε ο Δημήτριος.

«Καλύτερα που έρχεται. Να κάτσουμε όλοι μαζί και να δούμε τι θα κάνουμε».

Εκείνη την ώρα ακούστηκε θόρυβος απ’ τον Μακεδόνα φρούραρχο που είχε μόλις φτάσει. Ο Διονύσιος μπήκε στην αίθουσα των συσκέψεων μαζί με τον υπασπιστή κι εταίρο του Πολεμίωνα. Ο ίδιος ήταν ψύχραιμος αλλά ο Πολεμίων ήταν εξαιρετικά νευρικός.

«Δημήτριε, τι θα κάνεις με τον στόλο;» τον ρώτησε ο Διονύσιος. Μπήκε αμέσως στο θέμα. «Θα κλείσεις τον λιμένα του Κανθάρου με την αλυσίδα;»

«Νομίζω πως δεν έχουν εχθρικές διαθέσεις».

«Το θέμα είναι ότι δεν έχουν εκδηλώσει τις διαθέσεις τους. Γι αυτό σε ρωτάω ξανά και καθαρά: Θα τον κλείσεις τον Κάνθαρο; Θα τους εμποδίσεις να μπουν;»

«Έχω κάνει μερικές σκέψεις» είπε ο Δημήτριος.

«Σε ακούμε».

«Σκέφτομαι ότι από τη δική μας στάση θα εξαρτηθεί η στάση των Αθηναίων. Αν εμείς δείξουμε ότι αντιμετωπίζουμε μια φιλική επίσκεψη, οι Αθηναίοι θα μείνουν ήσυχοι. Αν όμως δείξουμε ότι φοβόμαστε μιαν εχθρική εισβολή, μπορεί να τους ξεσηκώσουμε και μετά να μην μαζεύονται».

«Και τι θα γίνει αν η επίσκεψη στ' αλήθεια δεν είναι και τόσο φιλική;» ρώτησε ο Πολεμίων.

«Αν είναι εχθροί κι έχουμε ξεσηκώσει μόνοι μας τον δήμο, θα αντιμετωπίσουμε επανάσταση» είπε ο Δημήτριος. «Αν είναι φίλοι θα δείξουμε πόσο ασταθείς είμαστε. Θα ανοίξουμε την όρεξη για μελλοντική επέμβαση».

«Αν μείνει ανοιχτός ο Κάνθαρος κι αυτοί είναι εχθροί; Τι θα κάνεις τότε, Επιμελητή;» επέμεινε ο Πολεμίων.

«Αν μπουν στο λιμάνι κι είναι εχθροί, μπορούμε να τους παγιδεύσουμε εκεί μέσα. Μπορούμε να τους εξοντώσουμε» είπε ο Αριστοτέλης.

«Μπράβο στρατηγέ!» είπε ο Διονύσιος ειρωνικά. «Όπως τους εξόντωσες αφού τους παγίδευσες στη Λήμνο!»

Παρά λίγο να πιαστούν στα χέρια. Η προσβολή ήταν ευθεία αλλά δεν ήταν η πρώτη του φορά που την αντιμετώπιζε ο Αριστοτέλης. Δεν είχε τιμωρηθεί, αλλά, είχαν δημιουργηθεί πολλά ανέκδοτα με αυτόν πρωταγωνιστή. Οι Κυνικοί τού είχαν αφιερώσει αρκετές σάτιρες.

«Στη Λήμνο δεν ήμουν αρχηγός» φώναξε ο στρατηγός. «Οι Μακεδόνες διέταζαν. Καλύτερα να μιλήσεις με τον ίδιο τον Κάσσανδρο για τη Λήμνο».

«Σταματήστε τώρα τους καυγάδες» είπε ο Δημήτριος. «Θα κατεβάσω εγώ οπλίτες στο λιμάνι για την υποδοχή. Να είστε κι εσείς της φρουράς έτοιμοι. Μπορούμε να κλείσουμε και να παγιδεύσουμε κάθε εχθρό».

«Είναι επικίνδυνο σχέδιο, Δημήτριε» είπε ο Διονύσιος. «Αν αυτοί που θα μπουν στο λιμάνι έχουν εχθρικές διαθέσεις, εμείς θα αποσυρθούμε στη Μουνιχία. Πρέπει να προστατέψω το φρούριο και τα πλοία μας».

«Μα ... αν είναι εχθροί μας κι εσείς λείπετε, τότε στ’ αλήθεια θα κινδυνεύσουμε» είπε ο Δημήτριος.

«Κλείσε τον Κάνθαρο» είπε ο Πολεμίων.

«Έτσι θα ξεσηκώσω τους Αθηναίους, κι ο στόλος θα μπει από το Φάληρο» είπε ο Δημήτριος.

«Εγώ πάντως δεν μπορώ να λύσω τα προβλήματά σου» είπε ο Διονύσιος. «Θα αποσυρθώ στη Μουνιχία κι εσύ κάνε ό,τι θέλεις με τους επισκέπτες σου».

Τον άκουγε να μιλά αδιάφορα για την τύχη της Αθήνας. Σκεφτόταν ότι αυτός δεν ήταν καθόλου ο σωστός τρόπος για να προστατεύεται η πόλη. Οι πολίτες με τις ασπίδες τους έπρεπε να είναι τα τείχη της. Όμως ... για να το κάνουν αυτό οι οπλίτες ήθελαν να κυβερνώνται μόνοι τους. Ήθελαν να βρίσκεται η εξουσία στα χέρια του δήμου κι όχι των αρίστων. Ας πήγαιναν οι άριστοι στα τείχη και στα κουπιά. Κι έμενε η πόλη να την υπερασπίζονται ξένοι μισθοφόροι σαν ετούτον τον Διονύσιο και τους κάθε λογής «Μακεδόνες» του.

Η σύσκεψη δεν κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα ούτε σε συμφωνία. Ο Δημήτριος θα άφηνε την αλυσίδα ανοιχτή στον Κάνθαρο. Εξάλλου, γιατί να εξεγερθούν οι Αθηναίοι ακόμα κι αν ο στόλος ήταν εχθρικός; Στα δέκα χρόνια επιμελητείας του είχε φτιάξει μια πολιτεία ιδανική. Κανείς δεν θα είχε λόγο να ξεσηκωθεί αν δεν τον προκαλούσε ο ίδιος.

«Ας ελπίσουμε ότι θα είναι φιλικός ο στόλος» είπε.

«Εμείς πάντως θα προστατέψουμε την Μουνιχία» του είπε ο Διονύσιος.

«Κι εσείς ... καλή τύχη!» είπε ο Πολεμίων.

Οι Μακεδόνες έφυγαν κι ο Δημήτριος ένιωσε μιαν ανακούφιση που δεν χρειαζόταν να τους μιλά. Ήταν άνθρωποι του πολέμου. Καταλάβαιναν τον κόσμο μόνο μέσα από μάχες, κατακτήσεις και πλούτη. Αυτός είχε μάθει αλλιώς. Θα ήθελε επιτέλους να αποσυρθεί και να ζήσει ήρεμα. Ήθελε να είναι με τους φίλους του, με τις γυναίκες του και ... με την Δάφνη! Την θυμήθηκε πάλι. Ε, λοιπόν, αυτή έφτανε! Μέσα στο μυαλό του η εικόνα της Δάφνης, όμορφης, νέας κι ενάρετης, έλαμψε σαν το μόνο καθαρό και φωτεινό σημείο.

Πάντα αναρωτιόταν μήπως η πολιτική τον είχε αλλάξει. «Δέκα χρόνια απολαμβάνω την εξουσία, μήπως δέκα χρόνια έχω πάψει να είμαι εγώ;» αναρωτήθηκε σιωπηρά. Μέσα του φοβόταν λιγότερο την προοπτική να χάσει την εξουσία. Όσο κι αν ήταν γοητευτική, δεν έπαυε να είναι βαρετή. Αν την έχανε, δεν θα τα έβαφε μαύρα. Οι στόχοι του είχαν ως επί το πλείστον πραγματοποιηθεί. Από εδώ και πέρα, ήταν αρκετό, όσο ακόμα είχε εξουσία, να την χρησιμοποιούσε για να κερδίσει την Δάφνη. Ας ήταν αυτή το δικό του τρόπαιο!

Πρώτος έφυγε ο Διονύσιος κι αμέσως μετά, πίσω του, αποχώρησε κι ο στρατηγός του ο Αριστοτέλης. Ο Θεόδωρος μπήκε στην αίθουσα.

«Άκουσα τη συζήτησή σας» είπε.

«Και λοιπόν; Τι συμπέρασμα έβγαλες;»

«Αναλαμβάνεις μεγάλη ευθύνη. Το ξέρεις, ε;»

«Και τι να έκανα;»

«Δεν σου ασκώ κριτική, νομίζω πως κάνεις το σωστό. Απλά φοβάμαι ότι, όσο δεν έχεις τον δήμο μαζί σου, είσαι πάντα εκτεθειμένος στο παραμικρό ατύχημα».

«Ξέρεις κάτι. Δέκα χρόνια έχω την εξουσία στα χέρια μου, σχεδόν σαν τύραννος, απόλυτα υπεύθυνος για όλα. Αν έχω πράξει σωστά, δεν έχω λόγο να φοβάμαι» είπε ο Δημήτριος. «Αυτό μου λέει ο σοφός Θεόφραστος που γνωρίζει πολλά. Πες μου, όμως, εσύ τι πιστεύεις, Θεόδωρε;»

«Τι να πω; Ας εξηγεί ο Θεόφραστος τον φυσικό κόσμο, ας αναλύει και την ψυχή του ανθρώπου. Από πολιτική, όμως, Δημήτριε, δεν γνωρίζει πολλά,»

«Μα, η πολιτική είναι η εφαρμογή της φιλοσοφίας! Εξ άλλου, κι εγώ ακριβώς την πολιτεία που πρεσβεύουν αυτός κι ο Αριστοτέλης εφαρμόζω!»

«Αν μιλάμε για φαγητό και διασκεδάσεις, καλά τα πήγες όλα αυτά τα χρόνια σαν κυβερνήτης, Δημήτριε. Οι πολίτες, όμως, δεν τα εκτίμησαν. Θέλουν -όπως λένε- να κυβερνάνε οι ίδιοι τους εαυτούς τους. Αυτή λένε είναι η ελληνική παιδεία, κι αυτό τούς το στέρησες».

«Μα έτσι κυβερνάμε καλύτερα!»

«Φαίνεται πως είναι “αεί παίδες οι Αθηναίοι” και δεν θέλουν ένα καλό κηδεμόνα. Θέλουν να είναι ελεύθεροι».

Δεν άρεσε στον Δημήτριο η τόσο συνοπτική απόρριψη των προσπαθειών του. Ο ημι-ελεύθερος Θεόδωρος, όμως, είχε το θάρρος της γνώμης του. Ο Επιμελητής προτίμησε να αλλάξει θέμα συζήτησης.

«Κάτι είπες για την Ευρυδίκη».

«Ναι, νομίζω ότι είναι τώρα η ώρα. Πρέπει να μιλήσεις μαζί της» είπε ο Θεόδωρος. «Πάω να κανονίσω να την δεις όσο πιο σύντομα γίνεται».

Αν κι η συζήτηση με την Ευρυδίκη σήμαινε αποδοχή του τέλους, ωστόσο κι ο Δημήτριος ο Θεόδωρος είχε δίκιο. Ήταν σωστό κι αναγκαίο να κάνει μια συνάντηση με την πασίγνωστη Αθηναία.


παραπομπές:

(*1) Το 318 π.Χ. οι Αθηναίοι επανέφεραν τη Δημοκρατία και καταδίκασαν σε θάνατο τους αρχηγούς των ολιγαρχικών. Η κατηγορία ήταν ότι εκτός από την κατάλυση της δημοκρατίας αγωνίστηκαν και για την υποδούλωση της Ελλάδας στους Μακεδόνες. Εννοούσαν τον ατυχή για τις ελληνικές πόλεις πόλεμο του 323-322 π.Χ. που εξερράγη μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του Αλεξάνδρου. Μεταξύ των καταδικασμένων ήταν κι ο εξέχων ολιγαρχικός Φωκίων όπως και ο Δημήτριος Φαληρέας που διασώθηκε καταφεύγοντας στη μακεδονική φρουρά του Πειραιά. Η δημοκρατική αυτή άνοιξη δεν κράτησε πολύ και την άνοιξη του 317 π.Χ. ο Κάσσανδρος επέβαλε την εξουσία του. Τότε τοποθέτησε σαν «επιμελητή Αθηνών» (τύραννο) τον Δημήτριο Φαληρέα.

(*2) Αυτός ο Αριστοτέλης ήταν στρατηγός κι είναι απλή η συνωνυμία του με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο. Πρόκειται για έναν στρατηγό που ο Δημήτριος Φαληρέας κι ο Μακεδόνας φρούραρχος Διονύσιος είχαν εμπιστευθεί. Τον είχαν στείλει με πλοία για να ενισχύσει τον Κάσσανδρο σε μια ναυμαχία στη Λήμνο. Η αποστολή κατέληξε σε φιάσκο και χάθηκε όλος ο στόλος του Αριστοτέλη.

****************************************

Με το σημερινό ολοκληρώθηκε το 1ο κεφάλαιο.

Από Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου ξεκινά το 2ο κεφάλαιο, το μεσημέρι της 9ης Ιουνίου. Τα γεγονότα είναι πολύ πυκνά και οι εξελίξεις τρέχουν σε όλα τα επίπεδα.