Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

04 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 4η

Σήμερα το 4ο μέρος του 1ου κεφαλαίου, πάντα στο πρωινό της 9ης Ιουνίου 307 π.Χ.. Βλέπουμε καλύτερα τις σχέσεις των φιλοσοφικών σχολών με την πολιτική, την αυταρχική διακυβέρνηση του Δημήτριου Φαληρέα, που είναι επιτηρητής των Μακεδόνων του Αντίπατρου και μαθαίνουμε πως ένας στόλος πλησιάζει την Αθήνα.

*****************************

4ο μέρος του 1ου κεφαλαίου. 

Πρωί 9ης Ιουνίου 307 π.Χ.

Δημήτριος Φαληρέας

Η Δάφνη είχε μια μακρινή συγγένεια με τον Περικλή. Όλοι την πρόσεχαν και, πιο πολύ από όλους, δυο άνδρες έτοιμοι να της προσφέρουν τα πάντα για να κερδίσουν την καρδιά της: Ο Ιάσων κι ο Δημήτριος! Ποιος Δημήτριος; Μα ... ο Φαληρέας! Ο Επιμελητής κι ουσιαστικός άρχων της πόλης. Την είχε βάλει στο μάτι κι ήθελε να την ζητήσει. Ήξερε πως ο πατέρας της θα δεχόταν τον γάμο, δεν θα μπορούσε να τού πει όχι. Κανείς στην Αθήνα δεν μπορούσε να του πει όχι. Μόνο ένας του το είχε πει, έστω κι έμμεσα. Η Δάφνη! Βέβαια, για τον Δημήτριο αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να αλλάξει. Δεν είχε ανάγκη από την δική της συναίνεσή της για τον γάμο.

Ο Φαληρέας σκεφτόταν ότι ήταν τέτοια η τιμή, για την ίδια και την οικογένειά της, που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Το όχι της ήταν μια απλή απερισκεψία. Δεν αρνείται κανείς τον πιο δυνατό πολίτη, που είναι φιλόσοφος και προικισμένος με τόσες χάρες. Πίστευε πως όλοι τον θεωρούσαν μεγάλο άνδρα. Στρατιωτικά, είχε αποδειχθεί ικανός, και, σαν πολιτικός, είχε κάνει μεγάλα έργα κι είχε φροντίσει για τα χρηστά ήθη. Ακόμα, σαν φιλόσοφος ήταν ο έξοχος μαθητής του Θεόφραστου, του Λυκειάρχη που είχε επισκιάσει τον Αριστοτέλη. Γνώριζε πως κυκλοφορούσαν κατηγορίες και κουτσομπολιά εναντίον του. Έλεγαν πως ήταν ματαιόδοξος άστατος και καλοζωιστής. Όλα αυτά προέρχονταν από εκείνους που τον ζήλευαν. Αυτοί οι κατήγοροί του πολύ πρόθυμα θα έπαιρναν τη θέση του αν ήταν δυνατόν. Με ευχαρίστησα θα έκαναν τη ζωή του, αν τύχαιναν ποτέ μιας τέτοιας μεγαλοσύνης.

Δεν το υπολόγιζε καθόλου αυτό το «όχι» της Δάφνης ο Δημήτριος. Ήταν στο χέρι του να το αλλάξει με μια του κίνηση ηγεμονική, με μια του νέα προσπάθεια. Ίσως η νεαρή δεν είχε κατανοήσει πόσο την ήθελε και πόσο σοβαρά σκεφτόταν γι αυτήν, Ίσως είχε νομίσει -ή ίσως και να της είχαν πει έτσι- πως ήταν μια στιγμή τρέλας εκ μέρους του χωρίς συνέχεια. Αν ήταν έτσι, καλά έκανε κι εκείνη κι είπε το όχι. Πάει να πει πως είχε δείξει αρετή κι όχι βιασύνη. Θα έβλεπε όμως πόσο την ήθελε και πόσο την τιμούσε και θα καταλάβαινε σίγουρα τι έπρεπε να κάνει. Μετά τον γάμο τους θα τον αγαπούσε κι εκείνη, ό,τι κι αν είχε στο νου της τώρα.

Δεν τα υπολόγιζε καλά, όμως, ο επιμελητής. Ίσως γιατί ήταν πάντα επηρμένος, ίσως γιατί η παντοδυναμία του δεν του επέτρεπε να δεχτεί την άρνησή της. Η Δάφνη, πάντως, όχι μόνο δεν ήθελε έναν άντρα που είχε τα διπλά της χρόνια, αλλά, ήταν κι ερωτευμένη με άλλον. Ένα ειδύλλιο είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτήν και τον Ιάσονα. Την είχε πλησιάσει με αφάνταστη ευγένεια και δισταγμό που έμοιαζε σχεδόν με φόβο. Ίσως δεν ταίριαζε σε άντρα τέτοιος συγκρατημός, όμως το ένιωσε πως ήταν πόθος και πυρετός κι όχι δειλία. Ανταποκρίθηκε πρόθυμα στο αίσθημά του κι εύκολα ξεπήδησε ο έρωτας.

Ο Ιάσων ήταν εικοσιπέντε χρόνων, σε πολύ καλή ηλικία για να κάνει οικογένεια, κι εκείνη είκοσι. Της είχε πει πως θα την παντρευόταν κι εκείνη το είχε συζητήσει ήδη με την μάνα της. Θα μιλούσαν στον πατέρα της, τον Ανθέστη, και μαζί θα κανόνιζαν τις λεπτομέρειες του γάμου. Γιατί να είχε αντίρρηση ο πατέρας της; Η Δάφνη ήταν σίγουρη πως θα χαιρόταν που η κόρη του θα ζούσε με έναν λαμπρό νέο που τον ήθελε κι εκείνη. Τώρα, ο ξαφνικός θάνατος του Ερμόδωρου γινόταν αιτία μιας καθυστέρησης ημερών ή εβδομάδων. Δεν αποθαρρύνθηκε όμως. Αυτά συνέβαιναν στη ζωή.

«Η Κλεοτίμα, η Ολύνθια κι ο Καινέας είναι δίπλα στον νεκρό. Ε, λοιπόν, εγώ περισσεύω» ακούστηκε η Ιππαρχία.

Μόλις είχε βγει από την πόρτα κι είχε πλησιάσει τους φίλους του Ερμόδωρου, που μιλούσαν. Δεν της άρεσαν καθόλου τα μοιρολόγια κι οι τελετές. Τα θεωρούσε περιττά, άσχετα αν η ίδια είχε έρθει να τιμήσει τον νεκρό, που τον εκτιμούσε και τον θεωρούσε φίλο της.

«Προσοχή στην Κλεοτίμα. Τώρα, χωρίς τον Ερμόδωρο, πολλοί θα θελήσουν να την υποβιβάσουν» τους είπε.

«Θα παραμείνει πάντα στην θέση που την είχε ο φίλος μας» την διαβεβαίωσε ο Ζείκρατος.

«Θα την βάλουν στον αργαλειό. Θα την πουν “κυρία του υπηρετικού προσωπικού”. Αυτή την μοίρα επιφυλάσσουν για εμάς τις γυναίκες» είπε η Ιππαρχία.

«Για μας θα είναι πάντα φίλη, ισάξιά μας κι ενσάρκωση του Ερμόδωρου» της είπαν.

Πλησίασε κοντά τους ένας θείος του Ερμόδωρου. Έφερε νέα που αφορούσαν την πολιτική. Το αγαπημένο θέμα των Αθηναίων είχε ξεχαστεί για λίγο με τον θάνατο.

«Έμαθα ότι πλησιάζει την πόλη μας ένας μακεδονικός στόλος» είπε. «Τον είδαν να έρχεται. Έχει περάσει το Σούνιο και το απόγευμα θα είναι εδώ».

«Εγώ έμαθα πως έρχεται ένας αιγυπτιακός στόλος. Λένε ότι πάει στην Κόρινθο» είπε ο Μύρων.

«Έτσι νόμισαν όλοι στην αρχή» είπε ο θείος. «Έστριψαν όμως στο Σούνιο προς βορρά κι έρχονται κατά 'δω».

Ο Ζείκρατος δεν βρήκε το νέο και τόσο σπουδαίο.

«Σύμμαχοι είναι Κάσσανδρος και Πτολεμαίος» είπε.

«Όλοι το ίδιο σκέφτονται» είπε ο θείος κι έφυγε.

«Άραγε που θα ελλιμενιστεί ο στόλος, στο Φάληρο ή στον Πειραιά;» αναρωτήθηκε ο Μύρων.

«Είναι σίγουρα αιγυπτιακός(*1) ρώτησε ο Φανοκράτης. «Και τι θα κάνει η μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία;»

«Ο Κάσσανδρος κι ο Πτολεμαίος είναι σύμμαχοι. Αν μας οπλίσουν για να πολεμήσουμε γι αυτούς, εμείς θα γυρίσουμε τα όπλα κατά των τυράννων» είπε ο Ζείκρατος

«Για ποιον πόλεμο μιλάς, Ζείκρατε; Μήπως θα τολμούσε ο Δημήτριος να μας δώσει όπλα; Ξέρει ότι πρώτον απ' όλους θα ξεπαστρέψουμε τον ίδιο!» είπε ο Ιάσων.

«Πάμε στο λιμάνι, κοντά είμαστε» είπε ο Φανοκράτης

Το σπίτι του Ερμόδωρου, όπου γινόταν η κηδεία, ήταν στον δήμο του Πειραιά, κοντά στο λιμάνι του Κανθάρου(*2). Στους δρόμους μακεδονικές περίπολοι κατευθύνονταν προς Μουνιχία. Εκεί είχαν δικές τους αμυντικές οχυρώσεις. Αν κι ο Πτολεμαίος ήταν σύμμαχος, ωστόσο ήταν φανερό ότι δεν τον εμπιστεύονταν. Ναύτες και κωπηλάτες πηγαινοέρχονταν και μαζεύονταν στο καλά προστατευμένο λιμάνι της Μουνιχίας.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησαν έναν ναυτικό στον δρόμο τους.

«Έρχεται ένας στόλος του Πτολεμαίου, δεν είναι πολλά τα πλοία» είπε αυτός.

«Τι λένε στο λιμάνι; Έρχονται σαν φίλοι ή τσακώνονται πάλι μεταξύ τους οι διάδοχοι;» ρώτησε ο Μύρων.

«Πτολεμαίος και Κάσσανδρος δεν είναι εχθροί. Εδώ και δυο χρόνια τα έχουν βρει, συμβιβάστηκαν. Θα είναι φιλικά τα πλοία» είπε ένας άλλος.

«Κι όμως ... θα έπρεπε να πάνε στην Κόρινθο, στην πόλη του Πτολεμαίου» είπε ο Μύρων.

«Σωστά! Γιατί έστριψαν προς τα εδώ από το Σούνιο και δεν πάνε στην Κόρινθο;» αναρωτήθηκε ο Ιάσων.

«Θα τα δούμε αυτά. Προς το παρόν πρόβλημα έχουν ο Διονύσιος κι ο Δημήτριος(*3)» είπε ο Ζείκρατος.

«Μήπως να γυρίζαμε πίσω στου Ερμόδωρου;» ρώτησε ο Ιάσων.

«Θέλεις να ξαναδείς την Δάφνη, ε; Λίγο έφυγες από κοντά της κι αμέσως σου έλειψε. Όμως δεν σου φταίμε εμείς σε τίποτα, Ιάσονα» του είπε ο Φανοκράτης.

«Θα γυρίσουμε έτσι κι αλλιώς για να δούμε τι θα βρει ο Λήστος. Ως το μεσημέρι που θα τον αφήσουν οι μοιρολογίστρες, έχουμε χρόνο» είπε ο Ζείκρατος

«Ας πάμε να δούμε τι συμβαίνει» είπε κι ο Μύρων.

«Έτσι κι αλλιώς ό,τι αφορά την Αθήνα αφορά κι εμάς τους πολίτες της» είπε ο Ζείκρατος.

«Αν είμαστε κι όσοι είμαστε ακόμα πολίτες!» πέταξε το καρφί του ο Φανοκράτης.

Μιλούσε για τον νόμο του Δημήτριου Φαληρέα, που τον είχαν επιβάλει οι Μακεδόνες με την σάρισα. Ο Φανοκράτης κι ο Μύρων δεν ήταν Αθηναίοι πολίτες λόγω χαμηλού εισοδήματος, αντίθετα από τον Ζείκρατο και τον Ιάσονα. Αλλά κι όσοι είχαν απομείνει σαν πολίτες δεν κυβερνούσαν πια την πόλη. Σε όποια σημαντική θέση κι αν κληρωνόταν ένας πολίτης, ο Φαληρέας έβαζε από πάνω του κάποιον δικό του. Συνήθως έβαζε έναν συγγενή ή φίλο, κι έτσι είχε αυτός σε όλα τον έλεγχο. Αθηναίοι, που είχαν γεννηθεί στην Αττική από γονείς Αθηναίους, είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αυτό ήταν σε πλήρη αντίθετη με την ελληνική παιδεία κι έξω από τα πατρώα έθιμα και τους νόμους. Πράγματα που ίσχυαν από παλιές εποχές, πριν κι από τον Σόλωνα ακόμη, είχαν ανατραπεί. Ο Μύρων κι ο Φανοκράτης δεν ήταν πια πολίτες. Αυτό πάντως δεν έφερνε τους φίλους σε αντίθεση μεταξύ τους.

«Καμώματα του Δημήτριου» είπε ο Μύρων.

«Και παριστάνει τον φιλόσοφο ο τυραννίσκος» είπε ο Ιάσων που δεν τον χώνευε.

«Φιλόσοφος της ολιγαρχίας και του πλούτου. Να τους βράσω τέτοιους φιλόσοφους που διδάσκουν ότι θα βρει κανείς την ευτυχία σε μιαν άλλη ζωή. Για ετούτον τον κόσμο το μόνο που μας λένε είναι να περιμένουμε ήσυχα πότε θα πεθάνουμε» είπε ο Ζείκρατος.

«Όπως ο Πλάτων» είπε γελώντας ο Μύρων. «Φαγώθηκε να μας πείσει ότι δεν φταίνε οι ολιγαρχικοί που μας παιδεύουν αλλά οι σκιές τους»

«Τα ίδια χνάρια βαδίζουν Πλατωνικοί κι Αριστοτελικοί» είπε ο Ζείκρατος.

«Κι όμως αυτή είναι η σκληρή αλήθεια» είπε ο Ιάσων. «Κανείς τους δεν εναντιώνεται στον Φαληρέα. Βλέπεις ότι κι οι περιπατητικοί κι οι πλατωνικοί κι οι πυθαγόρειοι κάνουν τα ίδια. Ούτε καν οι κυνικοί. Ο δε Θεόφραστος(*4) είναι ο καλύτερός του σύμβουλος!»

«Φοβούνται να εναντιωθούν γιατί ο Φαληρέας είναι ο κύριος “αποφασίζω και διατάσσω”. Είναι δήθεν ένας δικός τους, φιλόσοφος κι αυτός» είπε θυμωμένα ο Μύρων. «Όχι μόνο δεν του εναντιώνονται, αλλά, τον στηρίζουν κιόλας».

«Οι κυνικοί τουλάχιστον τον κοροϊδεύουν. Όλο βγάζουν στιχάκια που θίγουν το καθεστώς. Κρατούν αποστάσεις από τις αθλιότητες» είπε ο Ζείκρατος.

«Λένε μερικά ωραία για τον Φαληρέα. Τους έχει στο μάτι γι' αυτά που κυκλοφορούν» είπε ο Φανοκράτης.

«Στέκονται όμως μακριά από όλα όσα απασχολούν τον κόσμο. Δεν λύνουν τα προβλήματα, απλά απομακρύνονται οι ίδιοι από αυτά» είπε ο Ζείκρατος. «Ξέρετε πόσο εκτιμώ και την Ιππαρχία και τον Κράτη και τον Μητροκλή, όμως δεν μπορώ να μην ασκώ κριτική. Είναι άλλο πράγμα η φιλία που νιώθω κι άλλο η αλήθεια που πιστεύω».

«Δεν θα κρατήσει πολύ αυτή η ατιμία κι η απώλεια της ελευθερίας μας» είπε ο Μύρων.

«Έχει δίκιο ο Μύρων» είπε ο Ιάσων. «Θα βρούμε ξανά τη δύναμη να αποκτήσουμε την δημοκρατία».

«Ίσως να έχουν πόλεμο ο Κάσσανδρος κι ο Πτολεμαίος» είπε ο Μύρων. «Ίσως ο στόλος αυτός να φέρνει καλά νέα».

«Μακάρι να τρώγονται οι διάδοχοι του Αλέξανδρου για την εξουσία. Θα βρούμε έτσι κι εμείς το περιθώριο που θέλουμε» είπε ο Ζείκρατος.

«Πιστεύω πως μπορούμε να αποτινάξουμε και μόνοι μας την τυραννία» είπε ο Μύρων. «Δεν θα αργήσει η εξέγερση! Αυτή η πόλη, η δόξα της Ελλάδας, δεν μπορεί να ζει για πάντα με τυράννους

«Μακάρι να είναι αυτή η ώρα» είπε ο Ιάσων.

Από το σπίτι του Ερμόδωρου ήταν εύκολο να ανέβουν σε ένα διπλανό λοφάκι. Από εκεί είδαν να απλώνεται στα πόδια τους το λεκανοπέδιο και τα άστεα Αθηνών και Πειραιώς. Η Ακρόπολη ήταν επιβλητική και το δόρυ της Αθηνάς γυάλιζε στον ήλιο. Ολόκληρη η πόλη, η πιο όμορφη του κόσμου, ήταν χάρμα να την κοιτάς. Έβλεπαν τους αγρούς με τις ελιές και τα σιτηρά, και τα νησιά μέσα στον Σαρωνικό κόλπο. Όμως δεν είχαν ανέβει για να θαυμάσουν τη θέα. Παρατήρησαν τον στόλο που ερχόταν. Στο βάθος στην θάλασσα, αρκετά μακριά ακόμα, φαίνονταν τα πλοία αλλά τα πανιά τους δεν έδειχναν σε ποιον ανήκαν. Ίσως να ήταν του Κάσσανδρου, ίσως, όμως, να ήταν του Πτολεμαίου.

«Είναι καμιά πενηνταριά πλοία» είπε ο Μύρων.

«Κάν' τα σαράντα. Τα μέτρησα κι ας είναι ακόμα κάπως μακριά» τον διόρθωσε ο Ιάσων.

«Και πάλι πολλά είναι» είπε ο Ζείκρατος, «με τέσσερις-πέντε χιλιάδες οπλίτες μέσα σε σαράντα πλοία θα μπορούσε κανείς να κυριεύσει την Αθήνα».

«Ο Διονύσιος δεν έχει δυνάμεις να αντιπαρατάξει αν χρειαστεί. Μόνο να μείνει κλεισμένος στη Μουνιχία μπορεί. Όσο για τον Δημήτριο, δεν θα βρει Αθηναίους πρόθυμους για να στρατολογήσει» είπε ο Ιάσων.

Έβλεπαν ανθρώπους να συρρέουν από όλους τους δρόμους προς τον Πειραιά και το κεντρικό λιμάνι του Κανθάρου. Το Εμπορείο κι η Μακρά Στοά ήταν γεμάτα κόσμο.

«Δεν κινούνται επιθετικά» παρατήρησε ο Φανοκράτης.

«Δυστυχώς ... φαίνονται φιλικά» είπε κι ο Μύρων.

«Οι φίλοι του Δημήτριου είναι εχθροί μας» είπε ο Ιάσων.

Ακόμα και οικογένειες ολόκληρες κατέβαιναν για να δουν. Οι πιο πολλοί ήταν τεχνίτες κι αγρότες από το άστυ, τα μεσόγεια ή τα παράλια. Ο στόλος που ερχόταν ήταν όχι μόνο θέαμα για να χαζέψει κανείς αλλά και μια αχνή ελπίδα. Ίσως κάτι να άλλαζε επιτέλους στην πόλη που ένιωθε ηττημένη και καταπιεσμένη από την μακεδονική σάρισα.

«Κοίτα τι γίνεται. Κοίτα κόσμος! Κάνουν λες κι είναι γιορτή. Το κλίμα είναι πανηγυρικό. Όλη η Αθήνα θα κατέβει στον Πειραιά σήμερα» είπε ο Ιάσων.

«Τι βλέπετε; Τα πλοία πάνε, αλήθεια, στον Κάνθαρο;» ρώτησε ο Φανοκράτης.

«Προφανώς παρακάμπτουν το Φάληρο» είπε ο Μύρων.

«Γι αυτό έρχεται ο κόσμος εδώ. Ετοιμάζονται για μια ενθουσιώδη υποδοχή» είπε ο Ζείκρατος.

Κάποιες δυνάμεις του Φαληρέα κινούνταν προς το λιμάνι. Οι οπλίτες έσπρωχναν τον κόσμο πίσω για να μπορέσουν αυτοί να παραταχθούν στην προκυμαία. Δεν ήταν Μακεδόνες του Διονυσίου αλλά Αθηναίοι πεζοί.

«Κοιτάξτε, στέλνει οπλίτες ο Δημήτριος» είπε ο Ιάσων κι έδειξε την προκυμαία. «Όμως δεν κλείνει την αλυσίδα. Θα είναι σίγουρος ότι πρόκειται για ειρηνική επίσκεψη».

Ένα στράτευμα Αθηναίων έπιανε θέσεις στον Κάνθαρο για την υποδοχή. Όπως όλα έδειχναν, τα πλοία έκαναν φιλική επίσκεψη. Γι αυτό δεν είχε σηκωθεί κι η αλυσίδα που έκλεινε το λιμάνι από την Ηετιώνεια Πύλη ως τον Άλκιμο. Δεν ήταν μεγάλο το αθηναϊκό στράτευμα που είχε κατέβει στο λιμάνι, Οι δυνάμεις του Φαληρέα έπαιζαν ρόλο αστυνομίας περισσότερο παρά υπερασπιστή της πόλης.

«Τιμητικά ή όχι, ότι μπορούσε να μαζέψει ο Δημήτριος το κατέβασε εδώ» παρατήρησε ο Μύρων.

Ο ρόλος του υπερασπιστή της πόλης, είχε παραχωρηθεί στους Μακεδόνες στην οχυρωμένη Μουνιχία. Πολλοί απ’ αυτούς δεν ήταν καν Μακεδόνες αλλά μισθοφόροι από διάφορα μέρη. Στρατιώτες του Κάσσανδρου που πληρώνονταν απ’ τα αθηναϊκά ταμεία. Η Αθήνα, ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, με τον Φαληρέα στο τιμόνι, στα οικονομικά τα πήγαινε καλά. Μπορούσε να αντέχει το βάρος αυτής της φρουράς.

«Θα φτάσουν μετά το μεσημέρι» είπε ο Ιάσων.

«Έχω το προαίσθημα ότι αυτός ο στόλος έρχεται για να τα κάνει όλα άνω κάτω» είπε ο Μύρων.

παραπομπές:

(*1) Από τους διαδόχους του Αλεξάνδρου, ο Πτολεμαίος κρατούσε την Αίγυπτο, ο Αντίγονος την Ασία, ο Λυσίμαχος τη Θράκη κι ο Κάσσανδρος τη Μακεδονία και τις ελληνικές πόλεις στις οποίες είχε εγκαταστήσει φρουρές. Δυο χρόνια νωρίτερα, Πτολεμαίος και Κάσσανδρος πολεμούσαν αλλά τώρα βρίσκονταν σε μια συμφωνία-συμμαχία.

(*2) Ο λιμήν του Κανθάρου ήταν το κεντρικό λιμάνι του Πειραιά. Τα άλλα λιμάνια της Αθήνας ήταν το Φάληρο κι η Μουνιχία (Τουρκολίμανο).

(*3) Ο Διονύσιος ήταν ο επικεφαλής της μακεδονικής φρουράς στην Αθήνα (στη Μουνιχία) κι ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, ήταν ο «Επιμελητής» Αθηνών. Κι οι δυο ήταν όργανα του Κάσσανδρου. Η Αθήνα ήταν περιζήτητο λιμάνι στρατηγικής σημασίας για τους πολέμους των διαδόχων του Ακλέξανδρου.

(*4) Ο Θεόφραστος (371-287 π.Χ.) από την Ερεσό, ήταν φιλόσοφος κι ο διάδοχος του Αριστοτέλη στη διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής (Λυκείου). Είχε πολλούς μαθητές και μεταξύ αυτών ήταν και ο Κάσσανδρος και ο Δημήτριος Φαληρέας. Παρ' όλο που ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με την πολιτική, σαν ο επικεφαλής της σχολής των ιδεαλιστών ήταν πάντα πολύ κοντά στην αριστοκρατία κι, επίσης, κοντά στον Δημήτριο Φαληρέα.

 *************************

Αύριο Παρασκευή ολοκληρώνεται το 1ο κεφάλαιο.

Από Δευτέρα μπαίνουμε στο 2ο κεφάλαιο που είναι το μεσημεριανό της 9ης Ιουνίου 307 π.Χ.