Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ


Χτες έγραψα για την ικανότητα-ιδιότητα του Αντρέα Κάλβου να γράφει σε μια γλώσσα που αναμειγνύει την Λόγια καθαρεύουσα και την Δημοτική γλώσσα του λαού, που επίσης δέχεται και τον Δία και τον Θεό και που είναι ταυτόχρονα και κλασικιστής και ρομαντικός.
Η ανάμιξη της καθαρεύουσας με την Δημοτική γίνεται αντιληπτή από τον καθένα μόλις διαβάσει τους στίχους του. Προσοχή, δεν είναι μόνο θέμα λέξεων είναι και θέμα σύνταξης και ρυθμού.
Η ανάμιξη ρομαντισμού και κλασικισμού είναι κι αυτή φανερή σε κάθε του ποίημα καθώς είναι μεν ντυμένο με την δωρικότητα και την αυστηρότητα του κλασικού όμως πάντοτε ξεφεύγει προς τον ρομαντισμό του ιδεατού και επιθυμητού. Απευθύνεται με κάθε του στίχο στη λογική μας (κλασικός) και στο συναίσθημά μας (ρομαντικός) .
Και τα δύο παραπάνω μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει διαβάζοντας και μία μόνο στροφή από κάποιο ποίημά του.
Για την τρίτη ανάμιξη όμως, Δία και Θεού, χρειάζονται κάποιες διευκρινίσεις που οδηγούν και σε πιο γενικά συμπεράσματα. Γι αυτό θα σταθώ σήμερα περισσότερο σε αυτή την “αντίθεση” και θα την σχολιάσω.
          JAMES BARRY: “Ο Δίας και η Ήρα”
Ο Κάλβος είναι Έλληνας και, ως Έλληνας, καμία σχέση δεν έχει ο ίδιος με τον Θεό των Χριστιανών. Σχέση έχει με τους αθανάτους τους οποίους δοξάζει σε κάθε του στροφή αν όχι σε κάθε του στίχο. Ξέρει επίσης ότι απευθύνει τα ποιήματά του σε Έλληνες που ξεσηκώνονται ως χριστιανοί εναντίον των αλλόθρησκων, που πιστεύουν σε ένα Θεό (των Χριστιανών) που έχει, επιφανειακά, κοινά σημεία με τους δικούς του θεούς και που έχουν σαν σύμβολο τον σταυρό που είναι και σύμβολο του Δία.  
Η λέξη “Θεός” δεν είναι έξω από την ελληνική παιδεία (και θρησκεία). Ας σημειωθεί ότι όταν λέω ελληνική εννοώ βέβαια αρχαία ελληνική. Επίκληση στον Θεό μπορούσαν να κάνουν και οι Έλληνες, εννοώντας ως Θεό το θείον στην ολότητά του και όχι το Ιεχωβά των Εβραίων. Όλοι οι θεοί και οι θεές για τους Έλληνες ήταν εκφράσεις του θείου που όταν ήθελες να το αποκαλέσεις με μια λέξη το έλεγες Θεός, όχι σε αντιδιαστολή με τους δώδεκα Ολύμπιους ή τις άπειρες θεότητες που αντιπροσώπευαν κάθε έκφανση της φύσης αλλά σαν ολότητα, σαν μια σύνοψη ακριβώς των δώδεκα Ολυμπίων και των χιλιάδων άλλων θεών και ημιθέων.
Η επίκληση του Θεού και του Σταυρού, όποτε γίνεται, έχει να κάνει με τον διαχωρισμό των Ελλήνων από τους Τούρκους δυνάστες τους. Καλώς ή κακώς, ο χριστιανισμός, ως ρωμιοσύνη, “σκέπασε” για χίλια πεντακόσια χρόνια τον ελληνισμό.
Για τα πρώτα χίλια χρόνια, επί Ρωμαιοκρατίας, αυτή η σκέπη ήταν ισοδύναμη με στραγγαλισμό. Ήταν συνειδητή προσπάθεια να εξαλείψουν κάθε τι το ελληνικό, να αποκτείνουν και να τελειώσουν τον ελληνισμό από προσώπου γης. Η διάχυση της ελληνικότητας των Ελλήνων κάτω από τον ρωμαϊσμό ήταν θέμα επιβίωσης έναντι των χριστιανορωμαϊκών νόμων. Αλλαξοπίστησαν για να ζήσουν. Και όπως ήταν φυσικό κράτησαν πολλά επιφανειακά στοιχεία της παλιάς θρησκείας και στη νέα. Επιφανειακά όμως και μόνον, τίποτε το ουσιαστικό δεν πέρασε από την Ελλάδα στην Ορθοδοξία.
Τα επόμενα πεντακόσια χρόνια, η ελληνικότητα διασώθηκε μέσα στο καβούκι της ρωμιοσύνης καθώς το αντίπαλο δέος, το Ισλάμ, ήταν τόσο ισχυρό που όποιος άλλαζε θρήσκευμα χανόταν από το ελληνικό έθνος. Η Ρωμιοσύνη που ήταν στραγγαλιστής, έγινε κιβωτός διάσωσης φρονήματος, γλώσσας και γένους.
Από όσους έμειναν Ρωμιοί, στην αρχή πολλοί και, τελικά, όλοι αποδέχτηκαν τον όρο “Έλληνας” να τους αντιπροσωπεύει. Με την τρομερή διαστρέβλωση, βέβαια, να έχουν βρεθεί οι νέοι “Έλληνες” (εκ Ρωμιών προερχόμενοι) να έχουν πλέον για θεό τους έναν ξένο (τον Εβραίο Γιεχωβά) και για ιστορία και παράδοσή τους τους κατά το ήμισυ μια ξένη ιστορία και παράδοση, την ιστορία των Εβραίων όπως την καταγράφει η Παλαιά Διαθήκη.
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως όταν λέμε Ελλάδα και Χριστιανισμός μιλάμε για δύο τόσο διαφορετικά πράγματα όσο το νερό με τη φωτιά. Όταν αγγίξει το ένα το άλλο, είτε το νερό θα σβήσει τη φωτιά, είτε η φωτιά θα εξατμίσει το νερό. Μαζί δεν κάνουν.
Ελλάδα σημαίνει κυριαρχία της λογικής (λόγος, πειθώ) και η απόλυτη έλλειψη κάθε ιεραρχίας στη σκέψη και στο φρόνημα. Στον χριστιανισμό κυριαρχεί το συναίσθημα (πίστη, αγάπη) και η απόλυτη ιεραρχία στη σκέψη (εντολές, αναμφισβήτητος λόγος του θεού κλπ.).
                      Ο Διόνυσος με πάνθηρα και Σάτυρο
Ελλάδα σημαίνει λατρεία της ομορφιάς (δείτε τα αγάλματα, δείτε τους νέους και τις νέες) ενώ στον χριστιανισμό κυριαρχούν οι σκελετωμένες μορφές των εικόνων και των μοναχών.
Ελλάδα σημαίνει αναγνώριση της μιας και μοναδικής ζωής του κάθε ανθρώπου με ό,τι θλίψη μπορεί να προκαλεί αυτή η πεποίθηση που συνάδει με την γέννηση και τη φθορά όλων των πραγμάτων του κόσμου ενώ χριστιανισμός σημαίνει ότι η εδώ ζωή δεν είναι παρά μια δοκιμασία για την επόμενη αιώνια ζωή σε έναν άλλο κόσμο που τον δέχεσαι μονάχα με την πίστη.
Η νέα Ελλάδα που δημιουργήθηκε με την επανάσταση των Ρωμιών κοτζαμπάσηδων και λαού, ενάντια στον δυνάστη, επικράτησε χάρη στη δράση των ρομαντικών και διαφωτιστών που ήθελαν να αναβιώσουν την αρχαιότητα που θαύμαζαν. Φόρεσαν λοιπόν καπέλο στους Ρωμιούς χριστιανούς ορθόδοξους μια ελληνικότητα (και έναν δυτικότροπο διαφωτισμό) που ήταν έξω από κάθε μέτρο ορθόδοξο και ανατολικό. Φυσικά το φόρεσαν αυτό το καπέλο τεχνητά. Το υπόστρωμα από κάτω παρέμενε χριστιανικό, οπισθοδρομικό και ανατολίτικο. Η αρχαιότητα ήταν απλά τουριστικό προϊόν και κάτι σαν το ΠΟΠ (ονομασία προέλευσης) που έμπαινε σαν τίτλος σε κάθε τι που έκανε αυτό το νεοελληνικό μόρφωμα που ονομάστηκε Ελλάς.
Μην απορούμε λοιπόν με την σχιζοφρένια του έθνους μας που το συνοδεύει από γεννήσεώς του (και πολύ πιο πριν). Και μη μας φαίνεται παράξενο που ο Αντρέας Κάλβος προσπάθησε σαν Έλληνας, να θυμίσει στους Ρωμιούς ότι κατάγονται από ένα ένδοξο έθνος και σε αυτό πρέπει να ξαναδούν για να βρουν όχι το παρελθόν αλλά το μέλλον τους. Το ίδιο έκανε ο Σολωμός, το ίδιο ο Κοραής, το ίδιο ο Υψηλάντης, το ίδιο τόσοι άλλοι που αναγκαστικά ήρθαν σε αντίθεση με τον άλλο πόλο, τον υποστηρικτή της γνήσιας ρωμιοσύνης, το Πατριαρχείο, με αποτέλεσμα πολλοί να αφοριστούν.
Για να απαλλαγεί το ελληνικό γένος (ή έθνος ή κράτος ή όπως θέλετε πείτε το) από αυτή τη σχιζοφρένεια θα περάσουν πάρα πολλά χρόνια και ίσως να μην συμβεί ποτέ. Δεν μιλώ για την επάνοδο στους δώδεκα θεούς, αυτή είναι προφανώς αδύνατη, άχρηστη και ρομαντική φαντασίωση μερικών Ελλήνων αγαναχτισμένων με ό,τι έχει συμβεί που θέλουν να εκδικηθούν την Ιστορία. Μιλώ για το προχώρημα σε ένα είδος ορθολογικού αγνωστικισμού ή σε μια λογική θεώρηση των μεταφυσικών προβλημάτων. Πάντως μιλώ για την οριστική απαλλαγή από τον ξένο θεό που τους έχει επιβληθεί και από αυτά που τον συνοδεύουν, την δεισιδαιμονία, την εχθρότητα προς την φύση, την λατρεία της ασχήμιας, την πίστη σε έναν άλλον κόσμο και όχι στον πραγματικό. Χωρίς το ξερίζωμα αυτών των ιδιοτήτων η Ελλάδα θα είναι πάντα ένα ψευδεπίγραφο όνομα χωρίς καμιά ανταπόκριση στην ιστορία και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Δεν θα υπήρχε αυτή η εθνική σχιζοφρένεια και αυτή η αντίθεση αν το εθνικό μας όνομα ήταν “Ρωμιοί” και η χώρα ονομαζόταν “Ρωμανία” δείχνοντας την συνέχειά της με τον μεσαιωνικό πρόγονό της, την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που πήρε αργότερα το όνομα “Βυζάντιο”. Οι Ρωμιοί είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και μάλιστα φανατικοί υποστηρικτές του δόγματος και οι πιο καθαροί υπερασπιστές του διαχρονικά. Οι Ρωμιοί μιλούν τα ρωμέϊκα, την σημερινή γλώσσα μας, κι έχουν ως παράδοσή τους όλα όσα τιμά η εκκλησία με τις Κυριακές της Ορθοδοξίας, τα άμφια των παπάδων, τους πλάγιους ήχους των εκκλησιαστικών ασμάτων, τους ακάθιστους ύμνους, τον μαρμαρωμένο βασιλιά, τον διγενή ακρίτα κλπ. Έτσι όπως κατασκευάστηκε η Ελλάδα (από τους Βαυαρούς και τους φιλέλληνες) έχει αφεθεί όλη η “ζωντανή” παράδοση του γένους στην Ορθόδοξη εκκλησία και οι νεοέλληνες έχουν στραφεί σε μια “νεκρή” αρχαιότητα που την ψάχνουν στην Βεργίνα, στο Μουσείο Ακρόπολης, στους Δελφούς και στην Αμφίπολη.
Η Ελλάδα, εκείνη του Δημόκριτου, του Πλάτωνα, του Αρίσταρχου, της Υπατίας, της Σαπφούς, του Αρχιμήδη, του Λεωνίδα και του Περικλή δεν βρίσκεται στους τάφους και στις Καρυάτιδες αλλά στη στάση ζωής που εμπνέουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, οι τραγωδίες και τα βιβλία των φιλοσόφων. Βρίσκεται στη λατρεία της φύσης, με ή χωρίς θεότητες, στην λατρεία της ομορφιάς, με ή χωρίς αγάλματα, στην λατρεία της λογικής και της ζωής εδώ και τώρα με ή χωρίς Νέκυια και Ηλύσια πεδία. Δεν βρίσκεται στα πέτρινα καθίσματα των αρχαίων θεάτρων αλλά σε αυτά που λέγονταν και γίνονταν πάνω στην σκηνή.
Ο Αντρέας Κάλβος υπήρξε Έλληνας. Έγραψε την ΛΥΡΑ και τις ωδές της το 1824 για την Ελλάδα των ονείρων του, εκείνη που βρισκόταν ακόμη στο μεσαιωνικό της σκοτάδι αλλά που, παλεύοντας με τον τύραννο, μπορούσε να ελευθερωθεί όχι μόνο από τον ζυγό της δουλείας αλλά και από το σκότος του πνεύματος. Όταν έφτασε στην πραγματική Ελλάδα το 1826 και είδε τι συνέβαινε και ποιοι ήταν οι Ρωμιοί που κράδαιναν τις τύχες της ρομαντικής του φανταστικής Ελλάδας με εμφύλιους πολέμους και εθνικά δάνεια και ίντριγκες εξουσίας, σηκώθηκε κι έφυγε και δεν ξαναπάτησε το πόδι του ποτέ.
Έζησε αρκετά χρόνια στην Κέρκυρα από όπου ήταν η καταγωγή του (Κερκυραίος ο πατέρας του) και δίδαξε στην Ιόνιο ακαδημία και σε Γυμνάσια. Κι ύστερα, έφυγε για την Αγγλία. Παντρεύτηκε ξανά και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ώσπου πέθανε και κηδεύτηκε στο Κένσιγκτον.
Νεκροταφείο του Κένσιγκτον όπου και ο τάφος του Α. Κάλβου
Στο ποίημά του “Φιλόπατρις” στην πρώτη Ωδή της Λύρας γράφει στην τελευταία του στροφή
Ἂς μὴ μοῦ δώσῃ ἡ μοῖρα μου

εἰς ξένην γῆν τὸν τάφον·

εἶναι γλυκὺς ὁ θάνατος

μόνον ὅταν κοιμώμεθα

εἰς τὴν πατρίδα.

Δεν το αξιώθηκε αυτό. Ίσως γιατί η “πατρίδα” για την οποία έγραφε το 1824 με την πατρίδα που αντίκρισε το 1826 να είχαν τόσο μεγάλη διαφορά όσο και ο Δίας των Ελλήνων με τον Θεό των Ρωμιών.

Εμείς που ζούμε εδώ, που θα συνεχίσουμε να ζούμε εδώ, που θα πεθάνουμε εδώ (αν όλα πάνε κατ’ ευχήν) ας έχουμε υπ’ όψη μας τον μεγάλο Έλληνα Ανδρέα Κάλβο, που δεν άντεξε τον διχασμό της νεοελληνικής ψυχής και έφυγε για άλλα μέρη. Ίσως ήταν πολύ ρομαντικός και πολύ ευαίσθητος για να μας αντέξει.