Κυριακή 31 Μαΐου 2020

07 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 7η

Σήμερα, Κυριακή, κι έχουμε την έβδομη συνέχεια του μυθιστορήματος. 
Είμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο "Ζαντάρ 1202μ.Χ.". Είδαμε την βάρβαρη εισβολή των σταυροφόρων και τον τρόπο που την βίωσαν ο Νικηφόρος και άλλα πρόσωπα γύρω του, όπως οι ταβερνιάρηδες κι οι Φράγκοι Ντ' Επινιάκ. 
Το κομμάτι αυτό ολοκληρώνει το δεύτερο κεφάλαιο. Βλέπουμε να οργανώνει την επιστροφή του από το Ζαντάρ και τα όνειρα του για την Αθήνα.
***************************************** 


Ε’ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Σκεφτόταν αυτό που του είχαν πει. Υπολόγιζαν σε μεγάλα λάφυρα, αλλά από πού τα περίμεναν άραγε, από την Ιερουσαλήμ ή από την Κωνσταντινούπολη; Αν ήταν το δεύτερο, η σταυροφορία θα πήγαινε πεζή κι οι Βενετοί δεν θα ήθελαν να τον κρατήσουν. Σύντομα θα το μάθαινε.
Πήγε με άλογο στον Άγιο Δονάτο, τον καθεδρικό ναό που ως χτες ήταν σύμβολο ανεξαρτησίας των Κροατών. Εκεί είχε εγκατασταθεί ο μέγας Δουξ της Βενετίας κι οι γραμματικοί του. Ο Νικηφόρος απευθύνθηκε σε έναν, τον επιφορτισμένο με τη μίσθωση πλοίων. Του είπε ποιος ήταν και τί ήθελε και του είπαν να περιμένει. Η απάντηση που έφτασε σε λίγο, επισήμως, ήταν κάπως μυστηριώδης.
«Η Ενετική Δημοκρατία, ναύαρχε, σας απελευθερώνει από τώρα κιόλας από την υπάρχουσα σύμβαση. Αν έχετε κάτι άλλο να κάνετε, είστε ελεύθερος. Αν πάλι θέλετε να φτιάξουμε νέο συμβόλαιο πρέπει να μας πλησιάσετε την προσεχή άνοιξη. Ως τότε δεν χρειαζόμαστε τις υπηρεσίες σας. Δεν γνωρίζουμε αν θα τις χρειαστούμε και πάλι.»
«Και τι θα κάνω εγώ; Θα περιμένω εδώ ως την άνοιξη;»
«Αυτό είναι δική σας απόφαση. Αν θέλετε μπορείτε να μείνετε ή να φύγετε. Αν πρόκειται να κάνουμε νέα σύμβαση, ξέρουμε πώς να σας βρούμε στον Πειραιά» του είπαν.
«Βεβαιώστε μου ότι είμαι φίλος της Γαληνοτάτης για να έχω ελευθερία μετακίνησης. Θα δω τι θα κάνω» τους είπε.
Του έδωσαν ένα έγγραφο που έλεγε ότι ήταν σύμμαχός τους. Γύρισε στην ταβέρνα, στο μόνο μέρος στο Ζαντάρ που μπορούσε να μένει χωρίς να υποφέρει. Ήταν τραγικό να βλέπει τα αποκαΐδια, τα απομεινάρια μιας πόλης γεμάτης, πριν λίγο, με ζωή και εμπορική κίνηση.
Η εκδίκηση των Βενετών για την προτίμηση των ντόπιων προς τον βασιλιά Μπέλα, τον πατέρα του Έμερικ ήταν τρομερή. Ο τυφλός γέρο-Δάνδολος, μέγας διπλωμάτης, είχε καταφέρει να λύσει ταυτόχρονα πολλά προβλήματα με μια κίνηση. Από τη μια γλίτωσε την Βενετία από τους χιλιάδες πεινασμένους που είχαν σταθμεύσει έξω από τα τείχη της. Από την άλλη είχε βρει τρόπο να εκδικηθεί και να ενσωματώσει πάλι στην επικράτειά της το Ζαντάρ. Παρά την απειλή των αφορισμών είχε πετύχει τον σκοπό του, έστω κι αν προκάλεσε οργή και θλίψη.
«Δεν ξέρω τι σκαρώνουν, πάντως δεν είναι βέβαιοι ότι θα πάνε Αίγυπτο ή Συρία» είπε στον Κωνσταντίνο. «Μπορεί και να λοξοδρομήσουν.»
«Το διαπίστωσες με τα μάτια και τ’ αυτιά σου κι εσύ;» ρώτησε ανήσυχος ο ταβερνιάρης.
«Όχι με βεβαιότητα. Απλά δεν μου ανανέωσαν ξανά το συμβόλαιο. Μου είπαν ότι θα ξέρουν την άνοιξη. Αυτό θα πει ότι το σκέφτονται.»
«Εγώ έμαθα κι άλλα» είπε ο Κωνσταντίνος. «Ο γιος του Ισαάκιου, ο ξεφτιλισμένος Αλέξιος, ανιψιός του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’, το έσκασε από την Πόλη. Γυρνάει στις αυλές των βασιλιάδων της δύσης και ζητά βοήθεια. Τώρα είναι στη Ρώμη και συζητάει με τον Πάπα.»
«Και τι λέει ο ανιψιός Αλέξιος με τον Πάπα;»
«Θέλει να στρέψει την σταυροφορία στη Ρωμανία για να βάλουν τον πατέρα του στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Είναι ένας ανόητος που δεν ξέρει πόσο επικίνδυνα είναι αυτά τα παιχνίδια.»
«Ίσως να μην του δώσουν σημασία» είπε ο Νικηφόρος.
«Μακάρι» είπε ο ταβερνιάρης. «Το παλιόπαιδο, από τη μια είναι γαμπρός του Γερμανού βασιλιά κι από την άλλη πάει κι ερεθίζει τον Πάπα. Στη Ρώμη ονειρεύονται, φυσικά, υποταγή της Ορθοδοξίας.»
«Και δεν θα έχει πρόβλημα ο Αλέξιος να το δεχτεί;» είπε ο Νικηφόρος. «Όλα μπορεί να τα δεχτεί αρκεί να εκδικηθεί τον θείο του. Είναι πραγματικά επικίνδυνος. Αν δεν πετύχει με τον Πάπα, θα πάει στον γαμπρό του.»
«Ας κάνει ό,τι θέλει το παλιόπαιδο. Μόνο εδώ μην έρθει και φουσκώσει τα μυαλά αυτών των αχρείων σταυροφόρων» είπε ο ταβερνιάρης.
Σταμάτησαν για λίγο να μιλούν. Σκέφτονταν ο καθένας τα δικά του. Ο Κωνσταντίνος δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα. Είτε κάτω από τους Ούγγρους είτε υπό τους Βενετούς, η ταβέρνα του θα συνέχιζε να λειτουργεί. Ήταν ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια αυτής της πόλης που αργά ή γρήγορα θα ερχόταν στα συγκαλά της. Θα έβρισκε τον νέο βηματισμό της έστω κι αν περνούσε ένα διάστημα με δυσκολίες. Η ταβέρνα του θα ζούσε όπως κι η υπόλοιπη ρωμιοσύνη που βρισκόταν στη Δαλματία εκατοντάδες χρόνια τώρα. Η Ελένη η ταβερνιάρισσα που είχε σερβίρει ήδη τους πελάτες του μαγαζιού ήρθε και κάθισε κοντά τους. Της άρεσε πολύ να μετέχει στις κουβέντες των ανδρών και τώρα υπήρχαν πολλά για να ειπωθούν. Ανησυχούσε κι εκείνη για την Βασιλεύουσα.
«Που σκοπεύουν να πάνε οι σταυροφόροι μετά από εδώ;» ρώτησε τον Νικηφόρο.
«Ο χειμώνας είναι βαρύς. Θα ξεχειμωνιάσουν εδώ και θα φύγουν κατά την άνοιξη. Δεν ξέρουν ακόμα λένε πού θα πάνε. Εγώ, όμως, θα φύγω από τώρα.»
«Γιατί φεύγεις; Ήξερα ότι σου άρεσε σε μας, πάντα έμενες στο Ζαντάρ λίγο παραπάνω …»
«Όπως είναι τώρα κυρά Ελένη, όχι, δεν μου αρέσει καθόλου.»
«Οι άτιμοι ο Βενετοί κι αυτός ο γερο-διάβολος φταίνε» είπε η ταβερνιάρισσα.
«Τι έγιναν οι Ρωμιοί της πόλης στην εισβολή; Ποια ήταν η τύχη τους;» ρώτησε ο Νικηφόρος.
«Ό,τι και οι υπόλοιποι ντόπιοι. Βοηθούσαν βλέπεις κι αυτοί στην άμυνα και βρέθηκαν στη μεριά των χαμένων» είπε ο ταβερνιάρης.
«Οι Ρωμιοί φοβούνται το Δάνδολο. Ξέρουν ότι μας μισεί εμάς τους «σχισματικούς Γραικούς» είπε η Ελένη. «Είναι έτσι από τότε που έχασε το φως του.»
«Δεν αρέσουμε στους Ενετούς ούτε εμείς εδώ ούτε οι ντόπιοι» είπε ο Κωνσταντίνος. «Δεν είναι μόνο η ορθοδοξία κι ο Πάπας. Τα βάζουν με όλους και με όλα. Ακόμα και την πόλη δεν την λένε με το όνομά της. Οι Βενετοί την λένε Ζάρα, γιατί το Ζαντάρ τους φαίνεται πολύ κροατικό!»
«Ξέρετε κάτι» είπε ο Νικηφόρος. «Ο πρώτος που έχει καταγράψει το αρχαίο όνομα της πόλης αυτής, ήταν Έλληνας. Σκύλαξ λεγότανε.»
«Είναι η λέξη “Ζαντάρ” ελληνική;» απόρησε η Ελένη. «Μοιάζει πολύ κροατικό το όνομα για να είναι ελληνικό.»
«Ο Σκύλαξ κατέγραψε το όνομα όπως του το είπαν οι ντόπιοι» είπε ο Νικηφόρος. «Από αυτόν, όμως, έχουμε την πρώτη καταγραφή της πόλης. Το όνομα ήταν Ιάδασσα. Από εκεί έγινε Γιάδαρσα και μετά έγινε Τζάνταρ. Έτσι έφτασε να το λένε σήμερα Ζαντάρ.»
«Κι εδώ ένας Έλληνας βρέθηκε, ε;» είπε με θαυμασμό ο Κωνσταντίνος.
«Παντού!» του είπε ο Νικηφόρος. «Μην σου φαίνεται παράξενο, ο κόσμος ήταν ελληνικός κάποτε.»
«Έλληνες!» έκανε με θαυμασμό ο Κωνσταντίνος. «Τι θαυμαστό γένος! Αλλά, δυστυχώς, χάθηκε.»
«Δεν χαθήκαμε, Κωνσταντίνε. Απλά, είμαστε οι Ρωμιοί τώρα. Ρωμαίοι αλλά … Έλληνες.»
Ο ταβερνιάρης έδειχνε να το σκέφτεται. Του άρεσε να είναι Ρωμαίος αλλά του άρεσε να είναι κι Έλληνας. Γιατί θα πρέπει, άραγε, να διαλέξω; σκεφτόταν
«Μας λένε Έλληνες, Γραικούς, κυρίως οι Λατίνοι» είπε ο Νικηφόρος. «Το κάνουν για να μας ξεχωρίσουν, ότι δηλαδή δεν είμαστε πραγματικοί Ρωμαίοι και Χριστιανοί. Έτσι μας λένε σχισματικούς, αιρετικούς! Πες μου, Κωνσταντίνε, είναι πιο Ρωμαίοι από εμάς οι Γερμανοί;»
Χαμογέλασαν. Ήξεραν ότι ο εκάστοτε Γερμανός ηγεμών της δύσης λεγόταν Ρωμαίος. Ήταν “Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας”. Ο τίτλος του Ρωμαίου μετρούσε πολύ ακόμα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Είχε όμως αρχίσει πια να ξεχωρίσει το πράγμα.
Παλιά στην ανατολή και τον αραβικό κόσμο, ολόκληρη η δύση λεγόταν “Ρουμ”. Τώρα Ρουμ έλεγαν μόνο την περιοχή όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα. Ακόμα μέχρι κι αυτό το προωθημένο σουλτανάτο των Σελτζούκων είχε το όνομα Ρουμ. Μετά τις σταυροφορίες και την επέλαση των Φράγκων στους Αγίους Τόπους οι μουσουλμάνοι ξεχώρισαν τους δυτικούς. Τους έλεγαν πλέον “Ιφράνζι”, δηλαδή “οι Φράγκοι”. Το θρησκευτικό σχίσμα του 1054 ανάμεσα σε Ρώμη και Κωνσταντινούπολη τα είχε αλλάξει όλα. Θέλοντας και μη ξεχώριζαν σιγά-σιγά οι δυο ρωμαϊκές επικράτειες. Για την δυτική σκέψη οι σχισματικοί ήταν Έλληνες. Ήταν οι γραικύλοι “Ορτοντόξ”. Ρωμαίοι ήταν μόνο η καθαρή χριστιανική γενιά των Καθολικών με αλάνθαστο επικεφαλής τον Πάπα.
«Εσύ πότε θα φύγεις τελικά Νικηφόρε;» τον ρώτησε ο ταβερνιάρης αλλάζοντας κουβέντα.
«Θα φύγω. Θα πάω νότια. Δεν σκοπεύω να περιμένω για να δω τι θα αποφασίσει ο Δάνδολος και πότε. Δεν μπορώ να ξεχειμωνιάσω εδώ.»
«Αρχηγός της σταυροφορίας είναι ο μαρκήσιος του Μομφερά. Αυτός αποφασίζει.»
«Σωστά» είπε ο Νικηφόρος ειρωνικά. «Ο Βονιφάτιος του Μομφερά θα αποφασίζει από εδώ και πέρα ό,τι θα του υπαγορεύει ο γερο-διάβολος.»
Δεν κάθισε άλλο στην ταβέρνα. Έφυγε για το λιμάνι όπου το “Δήλος” έκανε τις επισκευές του. Είπε στο πλήρωμα ότι αύριο το πρωί έφευγαν για την Κέρκυρα με ένα μόνο ενδιάμεσο σταθμό στο Δυρράχιο. Συνεννοήθηκε για κάθε λεπτομέρεια και τους προετοίμασε. Δεν θα έμενε άλλο στη κατεστραμμένη πόλη με τους «προσκυνητές» να μεθοκοπούν και να μετράνε κέρδη. Σκέφτηκε τη Αγνή. Δεν θα αργούσε να την δει. Στην Κέρκυρα είχε κάποιους έμπορους πελάτες. Θα του έδιναν εμπόρευμα για να μεταφέρει στον Μοριά και στην Αττική. Από την Κέρκυρα ήθελε είκοσι μέρες για να βρεθεί στην Αθήνα. Υπολόγιζε και τα φορτώματα-ξεφορτώματα στα ενδιάμεσα λιμάνια που θα έπιανε. Ίσως προλάβαινε να κάνει Χριστούγεννα στην Αττική, στην καινούρια του πατρίδα.
Είχε ήδη αγοράσει ένα κτήμα κοντά στον Πειραιά και σκόπευε σιγά-σιγά να το μετατρέψει σε έπαυλη. Θα έμενε μαζί της, αν, βέβαια, πήγαιναν όλα καλά. Ήθελε να δει τις εργασίες που είχαν γίνει όσο απουσίαζε κι αν είχαν φυτευτεί ελιές και μουριές όπως είχε παραγγείλει. Δουλεύοντας τόσα χρόνια στη θάλασσα με δικό του καράβι έβγαζε αρκετά υπέρπυρα. Έτσι, μπορούσε να αλλάξει επάγγελμα. Σκόπευε να μείνει μόνιμα στην στεριά και να γίνει παραγωγός μεταξιού και υφασμάτων. Θα έφερνε Εβραίους τεχνίτες από την Θήβα για να του μάθουν τη δουλειά. Σαν ναυτικός κι έμπορος, ήξερε πως προϊόντα σαν κι αυτά τα μοσχοπουλούσαν σ’ ανατολή και δύση.
Για καλύτερη κατοχύρωση της θέσης του μπορούσε να αποκτήσει ένα αξίωμα. Θα το αγόραζε από την αυτοκρατορική διοίκηση και τον Μεγάλο Δούκα των Αθηνών. Αν δεν του το πουλούσε αυτός, θα πήγαινε στον Κριτή-Πραίτορα του θέματος Ελλάδας. Με δικό του τίτλο μπορούσε να καταχωρηθεί στους ευγενείς. Δεν τον ένοιαζε τόσο ο τίτλος ευγένειας, που θα ήταν αποτέλεσμα αγοραπωλησίας, όσο η δύναμη που εξασφάλιζε. Σημαντική θα ήταν κι η προστασία που θα του παρείχε για να κάνει τις υπόλοιπες δουλειές του.
Θυμόταν τα λόγια του σοφού Μιχαήλ Ακομινάτου πάνω σε αυτό το θέμα: «Είναι σκληρή εποχή η δική μας. Οι τίτλοι των Ρωμαίων δεν απεικονίζουν μια ευγενική δύναμη. Δεν δίνονται στους δυνατούς που τίθεται στην υπηρεσία του απλού λαού. Αντιπροσωπεύουν μιαν αιμοδιψή δύναμη που δίνεται στους άρχοντες για να μπορούν να απομυζούν τον λαό. Γι αυτό πια τα αξιώματα των Ρωμαίων αγοράζονται και πουλιούνται!». Ο συνομιλητής του ήταν ήδη Μητροπολίτης και δεν δίσταζε να αμφισβητεί και τον δικό του τίτλο έτσι όπως μιλούσε.
«Με αυτά που λέτε, όμως, Πάτερ, απαξιώνετε και τον τίτλο σας» είχε ψελλίσει ο Νικηφόρος.
«Και ποιος σου είπε ότι ακόμα κι ο δικός μου τίτλος δεν εξαγοράζεται;»
«Μα, υποτίθεται ότι υπάρχει κάτι πνευματικό που σας περιβάλει, κάνω λάθος;»
«Δεν ζούμε σε κοινωνία αγγέλων, Νικηφόρε.»
Ήταν ρεαλιστής ο Ακομινάτος. Ήταν ένας άνθρωπος ακέραιος και δεν τον άγγιζε η διαφθορά που κυριαρχούσε στον δημόσιο βίο. Ο Νικηφόρος, όμως, δεν ήταν Ακομινάτος. Ήξερε πως αν ήθελε να τα βγάλει πέρα με τους δυνατούς της εποχής έπρεπε να παλέψει με τους κανόνες τους. Αν χρειαζόταν, θα αγόραζε κι έναν τίτλο για να αντιμετωπίζει την αυθαιρεσία του φοροεισπράκτορα ή του γραφειοκράτη. Με τον τίτλο του θα υπερασπιζόταν καλύτερα τα συμφέροντά του.
Δούκας του Θέματος Ελλάδας και Πελοποννήσου ήταν ο άρχοντας Μιχαήλ Στρυφνός. Ήταν ταυτόχρονα και ο Μέγας Δουξ της Ρωμανίας που θα πει πως ήταν αρχηγός του στόλου της. Ήταν ήδη γνωστός για την διεφθαρμένη του συνείδηση. Είχε πουλήσει έναν ολόκληρο στόλο τριάντα περίπου πλοίων της αυτοκρατορίας για να αυξήσει τα δικά του εισοδήματα. Με τέτοιους “υπερασπιστές” η Ρωμανία είχε, εδώ και χρόνια, μια τρομακτική αδυναμία στη θάλασσα. Γι αυτό αναγκαζόταν να ζητά τη βοήθεια ανεξάρτητων πλοιοκτητών για δουλειές που ήταν αναγκαίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις που ο μέγας Δουξ δεν είχε πολεμικά πλοία, χελάνδια η δρόμωνες, τού είχε ζητήσει βοήθεια. Ο Νικηφόρος τού την είχε προσφέρει πρόθυμα με την σαχτούρα του. Είχε αποκτήσει μαζί του αρκετό θάρρος κι είχαν κάνει δουλειές. Θα μπορούσε επομένως να αποκτήσει από τον μεγάλο Δούκα, με το αζημίωτο βέβαια, έναν αρχοντικό τίτλο. Θα το έκανε όταν πια θα ήταν έτοιμος να αποσυρθεί από τη θάλασσα.
Ονειρευόταν να εγκατασταθεί στην Αττική, κι ιδιαίτερα στο αγρόκτημά του έξω από τον Πειραιά. Τέτοια οράματα τού προσέφεραν νόημα στη ζωή. Μια δική του γη, μια δική του αγαπημένη γυναίκα και μια δική του ένδοξη και αγαπημένη πόλη. Αυτά ονειρευόταν πάντα κι είχε δρομολογήσει κιόλας την πραγματοποίησή τους. Όπου κι αν βρισκόταν ο πατέρας του, από όσο μακριά ή ψηλά κι αν τον έβλεπε, θα ένιωθε περήφανος. Αρκεί βέβαια να τα κατάφερνε. Είχε κι ένα όνειρο ακόμα, να βοηθήσει τον Ακομινάτο στα σχέδιά του. Ο μητροπολίτης είχε πολλά όνειρα για την Αθήνα με την οποία ένιωθε ταυτισμένος κι ο Νικηφόρος θα τον στήριζε.
«Να δυναμώσουμε τη Σχολή. Να φέρουμε ξακουστούς δασκάλους. Δεν μπορεί η Αθήνα να μην έχει μια σπουδαία φιλοσοφική σχολή» ήταν η σκέψη του Μιχαήλ Ακομινάτου. Είχε κιόλας ιδρύσει μια σχολή στην Αθήνα εκμεταλλευόμενος το όνομα της πόλης. Διάφοροι γόνοι από καλές και πλούσιες οικογένειες είχαν έρθει στην Αθήνα για να μορφωθούν. Αυτός ο τόπος θεωρείτο ακόμη ιερός και γενέθλια γη της φιλοσοφίας, παρά το αμαρτωλό και παγανιστικό του παρελθόνi. Όμως η Σχολή δεν θα κρατιόταν μόνο με τον Ακομινάτο, χρειάζονταν κι άλλοι να την ενισχύσουν.
«Θα σας βοηθήσω, Πάτερ» είχε υποσχεθεί ο Νικηφόρος. «Δεν θα φτάσουν, όμως, μόνο τα δικά μου χρήματα. Πρέπει να βρούμε κι άλλους χορηγούς, και, κυρίως, πρέπει να πείσουμε τον αυτοκράτορα να βοηθήσει.»
«Ο αδελφός μου Νικήτας Χωνιάτης είναι λογοθέτης του αυτοκράτορα. Αν ήθελα να με βοηθήσει μπορούσα να του το ζητήσω» είχε πει ο Μιχαήλ. Κι αμέσως μετά είχε συμπληρώσει «καλύτερα να μείνει έξω από όλα αυτά η Κωνσταντινούπολη.»
«Τι φοβάστε τον είχε ρωτήσει ο Νικηφόρος
«Τίποτα, δεν είναι τίποτα» είχε απαντήσει ο Ακομινάτος αποφεύγοντας την συζήτηση.
Με σχολή ή όχι, με αρχοντικό τίτλο ή όχι, πάντως ο Νικηφόρος το είχε αποφασίσει. Θα γινόταν στεριανός. Ήθελε τη ζωή του παραγωγού ελιάς, υφασμάτων και μεταξιού. Αυτή ήταν εξάλλου η παρακαταθήκη που του είχε αφήσει ο πατέρας του. Προτιμούσε να ζήσει μια φιλήσυχη ζωή με την Αγνή. Ονειρευόταν πως θα έκαναν μια μεγάλη οικογένεια. Εκείνος θα περνούσε τον καιρό του με φιλοσοφία, διαβάζοντας, γράφοντας, κυνηγώντας και κάνοντας περιπάτους. Προτιμούσε καλύτερα να ασχολείται με τα παιδιά και τα εγγόνια του παρά να θαλασσοδέρνεται στους ωκεανούς. Δεν είχε όρεξη να παλεύει με τους πειρατές και με τα στοιχεία της φύσης. Η αντίθεση της ειρηνικής εικόνας που είχε στο μυαλό του, με την πολεμόχαρη κατάσταση που ζούσε εδώ, ήταν μεγάλη. Η απόφασή του να αλλάξει τρόπο ζωής ήταν σταθερή. Λαχτάρησε για μια ακόμη φορά να βρισκόταν κιόλας στην αττική γη.
Έφερε στο νου του το πρόσωπό της, τα μεγάλα, φωτεινά κι αθώα μάτια της, το λυγερό κορμί της. Την ήθελε πολύ και δεν άντεχε στη σκέψη ότι, όσο εκείνος έλειπε, μπορεί να την έχανε. Κάποιος άλλος, πλούσιος, όμορφος καλός, ευγενικός και γενναίος άνδρας μπορεί να έκλεβε την καρδιά της. Έπρεπε να τον προλάβει και να την δεσμεύσει για πάντα! Κάθε φορά που έκανε αυτή τη σκέψη ένιωθε να πνίγεται. Βρισκόταν μακριά της κι ήταν ανήμπορος να την αντιμετωπίσει.
Ήθελε να μπορούσε να φύγει αμέσως για την Αθήνα. Αν ήταν δυνατόν να μην στάθμευε ούτε καν στην Κέρκυρα ή σε οποιοδήποτε άλλο λιμάνι. Έπρεπε, όμως, να βρει τρόπους για να βγάλει τα κέρδη που περίμενε από την εκστρατεία που δεν είχε γίνει. Είχε να πληρώσει τους ναύτες του και να μαζέψει τα χρήματα για το κτήμα και τις εργασίες σ’ αυτό. Μακάρι να μην είχε υποχρεώσεις. Μακάρι να γινόταν αετός και να πετούσε με μιας πάνω από βουνά και θάλασσες για να φτάσει κοντά της. Ένιωσε την ανάγκη, για πρώτη του φορά, να προσευχηθεί για να ζητήσει άνωθεν βοήθεια. Τι να ζητούσε όμως από τον Θεό, αφού πρώτος εκείνος δεν είχε κάνει ό,τι ήταν αναγκαίο; Να του ζητούσε να μην την πλησιάσει άλλος άντρας δυνατός, όμορφος και γενναιόδωρος; Να του ζητούσε να μην τον ξεχάσει εκείνον; Θα γινόταν κι αυτός σαν τους ανόητους που τον Παντοδύναμο τον ήθελαν για να καλύπτει τις δικές τους αδυναμίες. Όχι! Δεν θα το έκανε αυτό. Ας αρκείτο τώρα στην υπομονή και στο μέλλον ας απέφευγε τα λάθη.
Το τελευταίο βράδυ στο Ζαντάρ το πέρασε μεθυσμένος. Ήρθαν από το πανδοχείο οι αδελφοί ντ’ Επινάκ και θέλησαν να τον κεράσουν πριν την αναχώρησή του. Δέχτηκε κι ακολούθησε τπους Φράγκους. Ήπιαν κι οι τρεις τόσο πολύ που στο τέλος δεν γνώριζαν ούτε πού είχαν κοιμηθεί. Εκείνοι του μίλησαν για έρωτες και για μάχες που είχαν δώσει κι εκείνος τους μίλησε για την Αγνή και τα ταξίδια του. Ούτε εκείνοι θυμόντουσαν το επόμενο πρωί τί τους είχε πει, ούτε κι αυτός θυμόταν αυτά που του είχαν πει εκείνοι. Αντάλλαξαν θερμές φιλοφρονήσεις και υποσχέσεις αιώνιας φιλίας που ούτε κι αυτές τις θυμούνταν το άλλο πρωί.
Όταν ξύπνησε ήταν κάπως αργά. Έτρεξε στο πλοίο σαν αλαφιασμένος. Ανυπόμονοι κι ανήσυχοι οι ναύτες του “Δήλος” τον περίμεναν κι ανάσαναν όταν τον είδαν να έρχεται. Έκανε μια μέρα να συνέλθει και να ξαναβρεί τον εαυτό του. Ύστερα έγινε και πάλι ναυτικός κι έμπορος.
Ήταν ένα κουραστικό ταξίδι γεμάτο δουλειές, αγορές και πωλήσεις, κέρδη και χασούρες. Όταν τα βράδια κατάφερνε να κλείσει τα μάτια και να ονειρευτεί, σκεφτόταν την Αγνή. Την έβλεπε να του χαμογελάει και ησύχαζε κάπως. Επιτέλους ήταν στον δρόμο της επιστροφής. Σκεφτόταν ότι καλύτερα έτσι που η σταυροφορία είχε κολλήσει στο Ζαντάρ. Με τον τρόπο αυτό είχε απελευθερωθεί απ’ τις υποχρεώσεις. Όσο αηδιαστικό κι αν ήταν το έγκλημα των στρατιωτών του Χριστού, εκείνον τουλάχιστον τον βόλευε.

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

06 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 6η

6η συνέχεια σήμερα. Δυο ακόμη υποκεφάλαια του 2ου κεφαλαίου. 
Είμαστε πάντα στο 2002 μ.Χ.. Σε ένα ρωμαίικο πανδοχείο στο Ζαντάρ, ο Νικηφόρος ζει τις συνέπειες της σταυροφορίας και σκέφτεται για τη ζωή του.
******************************************
Παραπομπή


(*) Πράττης ήταν ο έμπορος κυρίως αλλά και ο βιοτέχνης

Γ’ Η ΑΓΝΗ



Αφού είχε πιει το κρασί κι είχε τελειώσει με το φαγητό του ανέβηκε στα δωμάτια του επάνω ορόφου να ξεκουραστεί. Όλο το απόγευμα είχε δουλειές στο καράβι και ήθελε να είναι φρέσκος. Μόλις ξάπλωσε κι έκλεισε τα μάτια, έφερε στον νου του την Αγνή. Κάθε φορά που έμενε μόνος του την σκεφτόταν. Το πρόσωπό της λαμπερό, τα μάτια της γεμάτα ερωτηματικά κι ένα κορμί της γεμάτο δίψα για ζωή τον επισκέφτηκαν. Αυτές οι εικόνες τον ευχαριστούσαν, τον ανάσταιναν, τον αναστάτωναν. Ήταν παιδούλα ακόμα, δεκαοχτώ μόνο χρονών. Εκείνος ήταν δέκα ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερός της. Ήταν η κατάλληλη διαφορά για ένα πετυχημένο γάμο, έλεγαν όλοι. Εκείνος που είχε γίνει ναύαρχος από τα εικοσιέξι του μόλις χρόνια, ένιωθε ικανός κι έτοιμος μια τέτοια δέσμευση.

Ο πατέρας της Αγνής, ο Δωρόθεος Καρτεράνος, ήταν πετυχημένος πράττηςi, των Αθηνών. Ήταν οργανωμένος στο “σύστημά του”, δηλαδή στην συντεχνία που τού πρόσφερε μια σχετική προστασία. Εκεί έβρισκε γνωριμίες και πληροφορίες που ήταν απαραίτητες αυτές τις εποχές στο εμπόριο. Οι στεριές ήταν γεμάτες με ληστές κι οι θάλασσες γεμάτες πειρατές. Ήταν ευκατάστατος, όχι σαν κληρονόμος πλούσιων προγόνων. Είχε ένα καλό εισόδημα που του απέδιδαν τα αγροκτήματά του και το εμπόριο. Διακινδύνευε μεν αλλά εξασφάλιζε καλά κέρδη όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά κι οι εποχές ήταν ειρηνικές. Έστελνε τα προϊόντα της γης του και εμπορεύματα από τη Θήβα ή τα Μέγαρα στις αγορές της ανατολής. Οι Γεννουάτες, οι Βενετοί, οι Πισσάνοι αλλά κι οι Ρωμιοί, τα πήγαιναν ως την Αίγυπτο ή την Παλαιστίνη. Ο Νικηφόρος με το “Δήλος” έκανε αυτή τη δουλειά. Από εκεί Φράγκοι και Σαρακηνοί τα πήγαιναν στην Βαγδάτη και την Περσία. 
 
Μετέφερε υφάσματα και λάδι στην Ανατολή κι έφερνε από εκεί πιπέρι και μπαχαρικά. Σπανιότερα έκανε μεταφορές και στη Δύση. Για να γίνει η θαλάσσια μεταφορά ο πλοιοκτήτης υπέγραφε με τον βιοτέχνη ή τον έμπορο ένα συμβόλαιο. Αυτό το συμβόλαιο είχε και ισχύ ασφάλειας αφού ποτέ δεν ήταν κανείς σίγουρος για την κατάληξη ενός ταξιδιού. Με τόσα πειρατικά που κυκλοφορούσαν ανενόχλητα στη Μεσόγειο καμιά σιγουριά δεν υπήρχε. Οι συναλλαγές αυτές επομένως είχαν ένα ρίσκο και βασίζονταν στην εντιμότητα των συναλλασσόμενων. Κάθε πλοιοκτήτης είχε ένα ολόκληρο σύστημα γνωστών του εμπόρων. Με αυτούς έκλεινε δουλειές και μεταφορές στηριγμένος στην καλή πίστη.
Ο Νικηφόρος είχε γνωριμίες στην ανατολική Μεσόγειο και την Μικρασία. Γνώριζε πολλούς και σε πόλεις του Θέματος Ελλάδας και Πελοποννήσου. Μιλούσε ιταλικά και γαλλικά και λίγα τούρκικα και σαρακήνικα. Έτσι, μπορούσε να είναι καλός έμπορος. Συναλλασσόταν με τον Δωρόθεο κι είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του με τη στάση και τη συμπεριφορά του. Ήλπιζε, λοιπόν, ότι ο πατέρας της Αγνής δεν θα είχε αντιρρήσεις. Αν το ήθελε κι αυτή, τότε η νεαρή κόρη του Δωρόθεου θα γινόταν γυναίκα του, παντοτινή σύντροφός του.
Κοιτάχτηκε σε ένα καθρέφτη και είδε ένα νεαρό άνδρα, ούτε εύσωμο, ούτε ψηλό, ούτε ιδιαίτερα όμορφο. Είχε, όμως, μια συμπαθητική φάτσα με καστανά μαλλιά και γένια και μάτια που έλαμπαν από ζωντάνια. Δεν ήταν βέβαιος αν αυτά ήταν αρκετά για την Αγνή. Ξάπλωσε στο στρώμα να ξεκουραστεί. Έκλεισε τα μάτια κι άφησε τις ανησυχίες του να διαλυθούν. Χαλάρωσε από την κούραση της ημέρας κι από το μυρωδάτο κρασί της κυρίας Ελένης. Είχε εκκρεμότητες να τακτοποιήσει και κυρίως έπρεπε να μάθει ποια θα ήταν η τύχη του εδώ. Το συμβόλαιό του έληγε στις 31 Δεκεμβρίου κι η σταυροφορία δεν είχε ξεκινήσει. Δεν προβλεπόταν να συμβεί αυτό πριν από το καλοκαίρι του 1203. Οι σταυροφόροι είχαν αργήσει πολύ να μαζευτούν έξω από την Βενετία. Αυτός όμως, είχε συμβόλαιο με τους Ενετούς για να ξεκινήσει η εκστρατεία το 1202. Ως το τέλος της χρονιάς έπρεπε να έχουν φτάσει στην Κρήτη.
Ωστόσο τα πράγματα είχαν εξελιχθεί αλλιώς. Στις 29 Ιουνίου του 1202, που επρόκειτο να ξεκινήσουν, είχαν μαζευτεί μόνο 11.000 στρατιώτες του Σταυρού. Ούτε το ένα τρίτο αυτών που περίμεναν δεν ήταν. Το αποτέλεσμα ήταν να αναβληθεί η εκστρατεία και το συμβόλαιό του να λήξει άκαρπο. Μάλλον θα του έδιναν την προβλεπόμενη αποζημίωση και θα του έλεγαν να έρθει εδώ την άνοιξη. Τότε θα ξεκινούσε οριστικά η τέταρτη σταυροφορία. Αυτό όμως θα το διαπίστωνε αύριο μεθαύριο, όταν θα έκανε συζήτηση με τις Βενετικές αρχές.
Όλο το απόγευμα έκανε τις δουλειές που είχε στο πλοίο. Έδωσε επί πλέον οδηγίες στο πλήρωμα και ξαναγύρισε αργά στο χάνι. Μια παρέα Κροατών καθόταν σε μια γωνιά αμίλητη και μερικοί Βενετοί έτρωγαν τα φαγητά της κυρίας Ελένης. Ήταν κουρασμένος και, αφού ήπιε ξανά από το γλυκόπιοτο κρασί που διέθετε η ταβέρνα, ανέβηκε στο δωμάτιό του. Έπεσε σαν ξερός. Δεν σκέφτηκε ούτε τη Αγνή, που θα ήθελε, ούτε και τη λεηλατημένη πόλη με τους δυστυχείς κατοίκους της. Ακόμα κι όταν ξύπνησε δεν θυμόταν τα όνειρα εκείνης της βραδιάς. Ήταν όμως μια άσχημη νύχτα καθώς όλο το βράδυ κρύωνε και σκεπαζόταν συνέχεια όλο και πιο σφιχτά στις κουβέρτες του.




Δ’ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ



Ο Νικηφόρος σηκώθηκε κακόκεφος και κατέβηκε στην ταβέρνα για το πρωινό που τού είχε ετοιμάσει ο Κωνσταντίνος. Ήταν ένα ωραίο πιάτο με κρασί γλυκό και δυνατό. Είχε κι ένα καλαθάκι με ψωμιά και παξιμάδια, να τα βουτήξει στο κρασί και να πάρει δυνάμεις. Το κρύο ήταν τσουχτερό στην Δαλματία κι όλα τα βουνά τριγύρω ήταν χιονισμένα. Ο χειμώνας ήταν στο φόρτε του στο τέλος του Νοέμβρη. Στο χάνι το τζάκι έκαιγε από τα χαράματα ως αργά το βράδυ για να ζεσταίνει τον χώρο. Ο Νικηφόρος κάθισε σ’ ένα τραπέζι κοντά στη φωτιά κι έβαλε το ψωμί του σε μια σχάρα κοντά στα ξύλα. Ο ταβερνιάρης ήθελε να τον περιποιηθεί δεόντως και του είχε φέρει και μια μικρή γαβάθα με ζεστό γάλα. Έκανε ακόμα πιο ωραίο το πρωινό του. Έφερε την καρέκλα του στο τραπέζι του και στρογγυλοκάθισε.
 
«Έχω νέα» του είπε
 
«Νέα; Πότε πρόλαβες να τα μάθεις πρωί-πρωί;»
«Τα ξέρω από χτες, μετά που πήγες να κοιμηθείς.»
«Τι έγινε στην ταβέρνα χτες βράδυ που το έχασα;»
«Ήρθαν κάτι βλαμμένοι Φράγκοι Βουργουνδοί κι ήπιαν αρκετά. Βέβαια, ήταν πιωμένοι πριν έρθουν εδώ. Ήταν τόσο μεθυσμένοι που τους άφησα στο στάβλο για την νύχτα κι αυτοί κοιμούνται ακόμα και τώρα. Παραμιλούσαν, μάλωναν συνεχώς μεταξύ τους κι άρχισαν να λένε διάφορα απίστευτα πράγματα για τη σταυροφορία. Δεν είναι στρατιώτες του Χριστού ετούτοι εδώ, αλλά, κανονικοί ληστές και κλέφτες!»
 
«Τώρα το κατάλαβες;» του είπε ο Νικηφόρος.
 
«Τώρα σιγουρεύτηκα. Το σημαντικό, όμως, δεν ήταν αυτό. Το “νέο” που έμαθα, από όσα τους ξέφευγαν, είναι ότι οι αρχηγοί τους δεν σκοπεύουν να πάνε στους Αγίους Τόπους. Αλλού θέλουν να οδηγήσουν αυτή τη σταυροφορία.»
 
«Και που θα πάνε;» ρώτησε με περιέργεια ο Νικηφόρος.
 
«Στην βασιλεύουσα! Το φαντάζεσαι; Οι άτιμοι έχουν βάλει στο μάτι την Πόλη του Κωνσταντίνου, την πιο πλούσια πόλη του κόσμου.»
 
«Είσαι βέβαιος;» τον ρώτησε ο Νικηφόρος ξυπνώντας απότομα από την κατάσταση της υπνηλίας. «Πώς ξέρεις ότι δεν έλεγαν χαζομάρες;»
«Δεν ήταν δικές τους κουβέντες αυτές. Επαναλάμβαναν ό,τι είχαν ακούσει και πανηγύριζαν ότι θα έβγαζαν τρελά κέρδη! Κατάλαβες; Οι λεχρίτες; φοράνε τον σταυρό στο στήθος τους και ληστεύουν τις χριστιανικές πόλεις. Το Ζαντάρ τους άνοιξε την όρεξη και τώρα θέλουν να καταπιούν τη πιο μεγάλη πρωτεύουσα του κόσμου. Μόνο έτσι θα ξεδιψάσουν!»
 
«Μήπως όλα αυτά είναι σχέδια χωρίς καμιά σημασία;» είπε ο Νικηφόρος «Δεν αλλάζει έτσι εύκολα ο βασικός στόχος μιας σταυροφορίας.»
 
«Ε, βέβαια» έκανε ειρωνικά ο Κωνσταντίνος. «Είναι ο Πάπας στη μέση, οι βασιλιάδες … Τι θα πουν όλοι αυτοί, ε;»
 
«Εξάλλου πώς θα μπουν στην Πόλη;» είπε ο Νικηφόρος. «Τα τείχη της άντεξαν Αβάρους κι Άραβες. Κράτησαν έξω τον Φρειδερίκο τον Μπαρμπαρόσα. Θα φοβηθούν αυτό το τσίρκο; Θα τους αφήσει ο αυτοκράτορας;»
 
«Δεν ξέρω τι σκέφτονται» είπε ο ταβερνιάρης. «Φοβάμαι όμως, τον διαβολόγερο τον Δάνδολο. Είναι ικανός για όλα.»
«Μα, ίσα-ίσα. Αυτός την ξέρει καλά την Πόλη. Θα ξέρει ότι είναι απόρθητη!»
«Εγώ σου είπα αυτά που άκουσα. Δεν μπορώ να ξέρω τι έχει στο νου του ο πονηρός γέρος. Ογδόντα εννέα, ίσως και ενενήντα χρονών πήγε και δεν κάθεται στα αυγά του! Πήρε το Ζαντάρ και θα τον αφορίσει ο Πάπας, αλλά, αυτός θα συνεχίσει να κάνει του κεφαλιού του!»
 
«Ελπίζω να ήταν φανφάρες των κουτόφραγκων που είναι βλαμμένοι» είπε ο Νικηφόρος.
Η πρωινή κουβέντα έκλεισε εκεί. Φεύγοντας, πήρε μαζί του και ένα αντίγραφο του μισθωτηρίου συμβολαίου του με την Γαληνότατη Δημοκρατία.
«Αν μου πουν ότι μου ανανεώνουν το συμβόλαιο, αυτό θα σημαίνει ότι πάμε Αίγυπτο!»
«Για να δούμε, λοιπόν, τι θα σου προτείνουν» είπε ο ταβερνιάρης.
Ο Νικηφόρος πήγε να πάρει το άλογό του από τον στάβλο. Παρατήρησε μια περίεργη κίνηση στο βάθος. Πλησίασε και τράβηξε το σπαθί από το ζωνάρι του. Φορούσε μια ελαφριά πανοπλία με τον σταυρό κεντημένο στο στήθος. Εμφανιζόταν με την στολή σαν μέλος της σταυροφορίας στους Ενετούς. Όταν τον είδαν κάποιοι εκεί στο βάθος ταράχτηκαν. Ο Νικηφόρος έτρεξε καταπάνω τους κι εκείνοι το έσκασαν τρέχοντας. Πήγε να δει τι είχε γίνει και είδε δυο μεθυσμένους Φράγκους. Από το κρασί και τα κρεμμύδια βρωμοκοπούσαν. Ήταν γδυτοί, δεμένοι με σχοινιά, ιδρωμένοι και τρομοκρατημένοι.
 
«Μας έσωσες! Σου χρωστάμε τη ζωή μας!» του είπαν στα γαλλικά μόλις τον είδαν.
Ο Νικηφόρος τους έλυσε τα χέρια και τα πόδια και τους έδωσε να φορέσουν τα ρούχα τους. Τους έφερε κι ένα κουβά με νερό να πιουν, να πλυθούν και να συνέλθουν.
 
«Θα μας σκότωναν αν δεν ερχόσουν εσύ συμπολεμιστή» είπε ο ένας. «Να σου συστηθώ όμως. Ρομπέρ ντ’ Επινάκ, από τη Βουργουνδία.»
Του έκανε μια υπόκλιση όπως και ο άλλος που με την σειρά του συστήθηκε κι αυτός
 
«Φιλίπ ντ’ Επινάκ, αδελφός του Ρομπέρ. Σου χρωστώ κι εγώ τη ζωή μου!»
Ήταν φανερό πως είχαν περάσει μια μεγάλη τρομάρα. Αυτοί οι σιδηρόφρακτοι, άφοβοι κι ατρόμητοι πολεμιστές, είχαν πιαστεί λόγω της μέθης τους στη φάκα. Είχαν δει τον χάρο με τα μάτια τους. Ο Νικηφόρος ήξερε τα γαλλικά από μικρός που ο πατέρας του έκανε δουλειές με Νορμανδούς της Σικελίας. Μιλούσε τη γλώσσα τους έστω και με κάπως σκληρή προφορά.
 
«Μα … δεν χρειάστηκε να πολεμήσω» τους είπε. «Οι κλέφτες έφυγαν μόνοι τους.»
 
«Αν δεν ήσουνα εσύ, όμως, να τρέξεις καταπάνω τους, τότε» είπε ο Ρομπέρ.
 
«Σε φοβήθηκαν. Είδαν και το σταυρό στο στήθος σου και τρόμαξαν!» είπε ο Φιλίπ.
Πραγματικά οι Ζανταριανοί που τους είχαν ληστέψει μπορεί και να τους σκότωναν μέσα στην απόγνωσή τους. Μόνο έτσι δεν θα μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει και να τους εκδικηθεί. Με αυτή την έννοια, τους είχε σώσει.
 
«Σε ποιο τάγμα ανήκεις προσκυνητή;» τον ρώτησαν.
 
«Με λένε Νικηφόρο Σερφιώτη» είπε. «Ναυτικός είμαι από το Αιγαίο. Έχουν μισθώσει το πλοίο μου οι Ενετοί!»
Τον αγκάλιασαν σταυρωτά κι ορκίστηκαν να τον έχουν σαν αδελφό τους.
 
«Όταν πάρουμε τα λάφυρα που μας ανήκουν, θα σου δώσουμε κομμάτι από το μερίδιό μας» του υποσχέθηκαν.
 
«Και θα είναι μεγάλο μερίδιο!» είπε ο άλλος με πονηρό χαμόγελο στα χείλη.
 
«Δεν θέλω τίποτα. Σας απαλλάσσω απ’ την υποχρέωση. Εσείς, όμως, να προσέχετε όταν πίνετε. Στην πατρίδα μου λέμε για το ποτό “να το πίνετε εσείς, κι όχι να σας πίνει”! Εντάξει;»
 
«Είμαστε οι ντ’ Επινάκ και σου χρωστάμε τη ζωή μας, προσκυνητή» επανέλαβαν καθώς ο Νικηφόρος έφευγε.
 
«Χαίρετε κύριοι και χάρηκα για τη γνωριμία» τους είπε.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

05 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 5η


Μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο σήμερα. Είμαστε στο 1202 μΧ. και η σταυροφορία ξεκίνησε. Πρώτη της στάση -και πρώτο δείγμα γραφής- η Ζάρα, το Ζαντάρ, στην Κροατία. Ο Νικηφόρος είναι εκεί, βλέπει, ακούει και μαζί του βλέπουμε κι ακούμε κι εμείς.

*******************************************
Παραπομπές: 
(1)
Σήμερα τον κυβερνήτη ενός πλοίου, τον πλοίαρχο, τον λέμε καπετάνιο. Τότε ο πλοίαρχος ονομαζόταν “ναύαρχος” ή “κένταρχος”, ανάλογα και με τη δύναμη του πλοίου. "Πλοίαρχος” ήταν τίτλος ενός απλού αξιωματικού στο πλοίο. Ο σημερινός τίτλος του καπετάνιου προέρχεται από τον τίτλο “Κατεπάνω” (εναλλαγή των τ, π) που την εποχή εκείνη είχαν στεριανοί διοικητές μεγάλων διοικητικών περιφερειών και αργότερα ξέπεσε σε μικρότερους διοικητές και κατόπιν διοικητές πλοίων. Στο κείμενο ναύαρχος είναι ο διοικητής ενός πλοίου, δηλαδή ο καπετάνιος.
(2)
Η σακτούρα ήταν ένα πλοίο τύπου Δρόμωνα αλλά με μικρότερο μέγεθος από το επιβλητικό πολεμικό πλοίο της εποχής. Ένας Δρόμων είχε διακόσιους κωπηλάτες ενώ μια σακτούρα μπορούσε να κινηθεί και με πενήντα-εξήντα ή και με λιγότερους. Μικρότερα από τον Δρόμωνα πολεμικά και εμπορικά πλοία και κάπως πιο ευέλικτα ήταν τα Χελάνδια.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο: ΖΑΡΑ (ΖΑΝΤΑΡ)
1202 μ.Χ.

ΑΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ
 Μόλις είχε τελειώσει η λειτουργία στον Άγιο Δονάτο, τον μεγάλο καθεδρικό ναό του Ζαντάρ. Έτσι ονόμαζαν την πόλη οι Κροάτες κι οι Ούγγροι, ενώ οι Βενετοί την έλεγαν Ζάρα. Η πόλη ήταν ένα στολίδι κι εμπορικό κέντρο του Ουγγροκροατικού Βασιλείου μέχρι πριν λίγες μέρες. Τώρα είχε περάσει στα χέρια των Βενετών. Μετά από πολιορκία, την είχαν καταλάβει οι στρατιώτες της Δ’ σταυροφορίας για λογαριασμό της Βενετίας. Τα ακέφαλα σώματα των αρχόντων της Ζάρας είχαν μόλις χωθεί κάτω από το χώμα.
Ο Βενετός επίσκοπος, πού ’χε αντικαταστήσει άμεσα τον επίσκοπο του Ζαντάρ, είχε καθαγιάσει τα όπλα των νικητών. Οι στρατιώτες που πολιόρκησαν και λαφυραγώγησαν την πόλη ονομάζονταν προσκυνητές, αφού ήταν στρατιώτες του Χριστού. Ο επίσκοπος τούς ευλογούσε την ίδια στιγμή που ο Παπικός Λεγάτος τον αφόριζε. Ο Πάπας είχε συντάξει τον αφορισμό μη μπορώντας να δικαιολογήσει αυτή την επίθεση. Σταυροφόροι χριστιανοί είχαν επιτεθεί ενάντια σε μια χριστιανική πόλη που ανήκε σε πιστό χριστιανό Βασιλιά. Οι ψαλμωδίες αινούσαν τον Κύριο. Είχε φανεί γενναιόδωρος στην πλευρά των στρατιωτών Του και τους είχε δώσει μιαν εύκολη και σπουδαία νίκη.
Γονάτιζαν οι Σταυροφόροι αρχηγοί στα εικονίσματα και τις γλυπτές φιγούρες του Χριστού. Είχαν μεγάλους σταυρούς ζωγραφισμένους στις λευκές πανοπλίες. Ο κόμης της Φλάνδρας, ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος της Καμπανίας κι οι ευγενείς, ευχαριστούσαν την θεία χάρη. Ο αρχηγός της σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός είχε καθυστερήσει κι έλεγαν ότι το έκανε επίτηδες. Δεν ήθελε να συμμετάσχει στο ανοσιούργημα. Οι βασιλιάδες της Δύσης δεν μετείχαν σε αυτή τη σταυροφορία καθώς όλοι είχαν εσωτερικά δυναστικά προβλήματα. Ο μόνος Χριστιανός βασιλιάς που μετείχε ήταν ο Ούγρος Έμερικ. Κι όχι μόνο έλειπε από την τελετή, αλλά, ήταν εξοργισμένος με την κατάληψη και δήωση μιας πόλης του βασιλείου του. Την ώρα που οι άλλοι ευχαριστούσαν τον Θεό για την νίκη, ο Ερρίκος Δάνδολος, έγραφε στη Βενετία. Το συμβούλιο της Δημοκρατίας έπρεπε να τού αναγνωρίσει τον θρίαμβο. Την ίδια ώρα ο Έμερικ έγραφε ένα φλογερό γράμμα αγανάκτησης στον Πάπα. Ζητούσε να σταματήσει η ληστρική εκστρατεία. Απαιτούσε να αφοριστούν αυτοί που, φορώντας τον σταυρό, είχαν εξοντώσει χριστιανούς για οικονομικά συμφέροντα.
Επί τρεις μέρες λεηλατήθηκε η πόλη από τα στίφη των σταυροφόρων που την είχαν ισοπεδώσει. Έψαχναν να βρουν το παραμικρό χρυσαφικό ή έστω ακόμα και τα μπακιρένια σκεύη μαγειρικής. Τα έλιωναν και τα μετέτρεπαν σε μέταλλο ώστε να τα λαφυραγωγήσουν. Την τρίτη μέρα της λεηλασίας είχαν γίνει φονικές μάχες για το μοίρασμα της λείας. Από τη μια οι Ενετοί κι από την άλλη οι Φράγκοι, Οι κάτοικοι του Ζαντάρ είχαν ξεχυθεί έντρομοι στις τριγύρω αγροτικές εκτάσεις. Όπως-όπως εγκατέλειπαν την πόλη για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Κι οι Βενετοί είχαν πάρει με τον πιο επίσημο τρόπο το κλειδί της πόλης. Είχαν εγκαταστήσει τις φρουρές τους εντάσσοντας, έτσι, το Ζαντάρ στην δική τους επικράτεια. Ο Έμερικ, είχε μετάσχει στην σταυροφορία με στράτευμα, πιστεύοντας ότι εκστράτευε για την ανάκτηση των Άγιων Τόπων. Είδε μια δική του πόλη να γίνεται, πρώτη από όλες, θύμα της βουλιμίας των “συμμάχων” του. Ξεχώρισε τη θέση του και καταράστηκε τους αρχηγούς της Σταυροφορίας αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο Πάπας αφόρισε όσους αποφάσισαν να συλήσουν μια χριστιανική σύμμαχο πόλη στο ξεκίνημα της εκστρατείας. Κι αυτή η αντίδραση, όμως, έγινε καθυστερημένα και δεν άλλαξε στο παραμικρό τα γεγονότα. Δεν καταδικάστηκαν οι υπαίτιοι σταυροφόροι αλλά μόνο οι Βενετοί. Δεν απαγορεύτηκε στους Φράγκους να συνδιαλέγονται με τους τιμωρημένους συμμάχους τους. Εντέλει, ο αφορισμός δεν είχε πρακτικό αποτέλεσμα μέχρι που ανακλήθηκε και τυπικά.
Ήταν Νοέμβριος του 1202 μΧ. Πριν από μερικούς μήνες άρχοντες από χώρες της Δύσης ανταποκρίθηκαν στο φλογερό κάλεσμα του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’. Κυρίως έρχονταν από την Γαλλία. Είχαν μαζευτεί στη Βενετία για να μεταφερθούν στην Αίγυπτο αρχικά κι από εκεί στους Άγιους Τόπους. Σκοπός τους ήταν η απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ. Οι άρχοντες, οι ιππότες κι οι απλοί “προσκυνητές” ή “στρατιώτες του Χριστού” είχαν μετρήσει καλά τα κέρδη τους. Οι Βενετοί για να μεταφέρουν το ετερόκλητο πλήθος θα έπαιρναν τα 85.000 αργυρά μάρκα που είχαν συμφωνηθεί. Οι Φράγκοι αρχηγοί των Σταυροφόρων είχαν δεχτεί να παραδώσουν το Ζαντάρ στη Βενετία. Αυτή θα ήταν η πληρωμή των κομίστρων μεταφοράς με Βενετσιάνικα πλοία. Οι άλλες περιοχές θα μοιράζονταν στη μέση. Οι “προσκυνητές” θα έκλεβαν ότι μπορούσαν από τα κουφάρια των πεθαμένων, είτε χριστιανών είτε αλλόθρησκων.
Οι πολιορκημένοι της χριστιανικής, καθολικής, πόλης της Δαλματίας ύψωσαν ξύλινους Εσταυρωμένους παντού. Τους είχαν κρεμάσει στις πολεμίστρες και στους πύργους μήπως και σωθούν. Οι Εσταυρωμένοι δεν σταμάτησαν τους στρατιώτες του Χριστού. Δεν τους εμπόδισαν να ανέβουν στα τείχη και να σκοτώσουν όποιον αμυνόμενο βρήκαν μπροστά τους. Η επίθεση ήταν επιτυχής. Η πόλη κατελήφθη και παραδόθηκε ολόκληρη στους προσκυνητές για να την συλήσουν. Η εικόνα της τέλειας καταστροφής ήταν παντού απλωμένη κι οι φωτιές σιγόκαιγαν ακόμη εδώ κι εκεί.

Β’ Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
 Ο Νικηφόρος ήταν πλοιοκτήτης αλλά και ναύαρχος(1) της δικάταρτης σαχτούρας(2) με το όνομαΔήλος”. Την είχε κληρονομήσει εδώ και δυο χρόνια όταν έχασε ξαφνικά τον πατέρα του. Ο Νικηφόρος ήταν παρών στην τελετή στο Ζαντάρ γιατί αποτελούσε κι αυτός μέρος της Σταυροφορίας. Το “Δήλος” είχε μισθωθεί από τους Βενετούς σαν βοηθητικό πλοίο για να δίνει υλικό τροφοδοσίας στα δικά τους πλοία. Τα πλοία που θα μετέφεραν στρατό κι άλογα στην Αίγυπτο δεν θα έπιαναν στα λιμάνια της διαδρομής. Το “Δήλος” θα έτρεχε μπροστά για να φέρνει από βενετσιάνικους σταθμούς τρόφιμα και νερό, ακόμα και νέα. Έτσι, η Βενετική αρμάδα θα έπλεε με ασφάλεια και με επάρκεια μέσων Το “Δήλος” είχε καρίνα κατάλληλη για να διασχίζει ανοιχτές θάλασσες και πανιά για να εκμεταλλεύεται τους ανέμους. Είχε και ναυτικούς που είχαν φάει τη ζωή τους στη θάλασσα. Στην Κρήτη θα ολοκλήρωνε την αποστολή του κι ο Νικηφόρος θα ήταν ελεύθερος να φύγει.
Προς το παρόν ο Νικηφόρος ήταν εδώ, στο Ζαντάρ, κι είχε γίνει αυτόπτης μάρτυς της καταστροφής. Μπήκε στην πόλη την τρίτη μέρα και δεν βρήκε παρά μόνο ερείπια και χάος. Το μόνο μέρος που είχε διασωθεί από την αρπακτική μανία των “στρατιωτών του Χριστού” ήταν το κέντρο. Εκεί έμεναν απ’ την αρχή οι ευγενείς κι οι ιππότες. Εκεί βρισκόταν κι η ταβέρνα του Κωνσταντίνου Κοτρωνιάτη, ενός Ρωμιού που ζούσε στο Ζαντάρ με την οικογένειά του. Οι Κοτρωνιάτηδες από πάππου εις πάππο είχαν διατηρήσει την ταβέρνα κι ένα χάνι για ταξιδιώτες και ναυτικούς. Το όνομα που είχε το χάνι ήταν “Ο Λεωνίδας της Σπάρτης”. Έκαναν κι εμπόριο. Έμεναν εδώ από τον καιρό της συνθήκης του Άαχεν, πριν από τετρακόσια χρόνια. Από τότε το Ζαντάρ ανήκε στην δικαιοδοσία των Ρωμαίων.
Παρέμειναν εδώ παρά τις αλλαγές που έγιναν, όταν ενοποιήθηκε η Δαλματία με το Κροατικό Βασίλειο. Έμειναν και πιο μετά, στη διάρκεια της Βενετικής κατοχής. Έμειναν εδώ κι αργότερα, όταν η πόλη πέρασε στη δικαιοδοσία του Ούγγρου βασιλιά Μπέλα, πατέρα του Έμερικ. Οι Κοτρωνιάτες ήταν από τους πιο παλιούς κατοίκους του Ζαντάρ που είχε μιαν αξιόλογη ρωμαίικη παροικία.
Όποτε ερχόταν εδώ στο Ζαντάρ, ο Νικηφόρος έμενε στο χάνι του “Λεωνίδα της Σπάρτης”. Το ίδιο έκανε πάλι καθώς εδώ το μέρος είχε γλιτώσει την καταστροφή. Γύρισε στο χάνι μετά από την τελετή στον καθεδρικό ναό της πόλης. Ένιωθε μιαν αποστροφή για όλο αυτό το υποκριτικό σκηνικό. Αηδίαζε όταν οι “προσκυνητές” δέχονταν τις ευλογίες του δοτού Ενετού Επισκόπου. Ήξερε πως είχαν ξεκάνει μια χριστιανική πόλη που δεν τους είχε φταίξει σε τίποτα. Όχι μόνο δεν τους είχαν προκαλέσει οι Ζανταριανοί, αλλά, αν ήθελαν, ήταν στη διάθεσή τους για να βοηθήσουν. Ήταν κι αυτοί τμήμα του βασιλείου του “συμμάχου” τους Έμερικ.
Ήταν απίστευτο αυτό που είχε γίνει. Έδειχνε όχι μόνο τον χαρακτήρα των σταυροφοριών αλλά κυρίως τις ληστρικές “αρχές” της Δύσης. Πάνω σ’ αυτές είχε χτιστεί η φεουδαρχία. Οι φεουδάρχες δεν το είχαν κρυφό. Έπιναν τις κούπες το κρασί διηγούμενοι τα κατορθώματά τους. Πώς παλούκωσαν τον ένα και πώς ξεκοίλιασαν τον άλλον. Περηφανεύονταν για το γεγονός ότι στο παρελθόν σεν ήταν παρά αρχηγοί ληστρικών συμμοριών. Έχτιζαν τα κάστρα τους στις κορυφές των λόφων για να επιβλέπουν με τις συμμορίες τους μια περιοχή. Αυτό ήταν το φέουδό τους. Εξέτρεφαν τους ανθρώπους για δούλους, ακριβώς όπως άλλοι εξέτρεφαν κοπάδια προβάτων. Όπως οι κτηνοτρόφοι απομυζούσαν γάλα, μαλλί, και δέρμα κι έσφαζαν τα ζωντανά για το κρέας τους, έτσι κι αυτοί. Μόνο που οι φεουδάρχες δεν έτρωγαν το κρέας των ανθρώπων, αλλά το χρησιμοποιούσαν αλλιώς. Το είχαν για τους πολέμους τους, για να κατακτούν εδάφη μικρότερων φεουδαρχών. Έστηναν έτσι ένα σύστημα υποτελών που έφτανε ως τον Βασιλέα, πρώτο κι υπέρτατο φεουδάρχη, ληστή του λαού του.
Όχι πως οι θεόπεμπτες οικουμενικές αυτοκρατορίες, τα φημισμένα «Βασίλεια ελέω Θεού» ήταν καλύτερα. Οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες είχαν ιδρύσει τέτοια βασίλεια. Δεν ήταν πιο συμπονετικά ή πιο ευαίσθητα στον ανθρώπινο πόνο, αλλά, εκεί είχαν μεγαλύτερο παρελθόν. Είχαν προηγηθεί πολλά χρόνια πολιτειακής παιδείας που επέτρεπαν να υπάρχουν καλύτερα προσχήματα. Υπήρχαν παραδόσεις και θρησκείες, νόμοι των ανθρώπων και γραφές των θεών. Με αυτές εξασφάλιζαν οι δυνατοί την υποταγή του αδύνατου, κι όχι με την φωτιά και το τσεκούρι. Στη δύση η επιβολή του ισχυρού ήταν απροσχημάτιστη και κυνική. Ένα δείγμα αυτού του είδους της επιβολής ήταν αυτό που είχε πάθει η Ζάρα.
«Κυρία Ελένη, πρέπει να μου βάλετε κάτι να πιω για να αντέξω αυτό που είδα.»
Η Ελένη ήταν η σαραντάρα σύζυγος του Κωνσταντίνου Κοτρωνιάτη, μια δυναμική γυναίκα. Στήριζε τον άντρα της και κρατούσε την ταβέρνα και το πανδοχείο.
«Έχω καλό κρασί, με μυρωδικά» του είπε. «Έχω και ψωμί με αρνίσιο τυρί.»
«Τι έγινε Νικηφόρε;» τον ρώτησε ο ταβερνιάρης. «Πώς σού φάνηκε; Σου άρεσε το θέαμα;»
«Αηδία με έπιασε Κωνσταντίνε, κόντεψα να ξεράσω!»
«Είναι Χριστιανοί; Αμφιβάλω!» είπε ο ταβερνιάρης
«Τι έγιναν οι Ζανταριανοί;» ρώτησε ο Νικηφόρος. «Δεν είδα καθόλου κόσμο καθώς ερχόμουν.»
«Έφυγαν. Τι νά ’καναν; Στ’ αποκαΐδια πώς να ζήσουν;»
«Τους εκδικήθηκαν οι Βενετοί Νικηφόρε» είπε η Ελένη. «Το ξέραμε όλοι πως μια μέρα θα έρθουν να εκδικηθούν, δεν το περιμέναμε, όμως, τόσο γρήγορα.»
«Ήταν πολλά χρόνια προστάτες οι Βενετοί. Θεωρούσαν το Ζαντάρ δικό τους. Δεν το ανέχτηκαν που προτιμήσαμε την ουγγρική προστασία από την δική τους!» είπε ο Κωνσταντίνος.
«Πάντως, κακό ξεκίνημα είχε αυτή η σταυροφορία! Το μόνο καλό είναι που δεν θα περάσουν οι βάρβαροι από τα μέρη μας αυτή τη φορά» είπε ο Νικηφόρος.
«Έτσι πιστεύεις, ε;»
«Μα το ξέρω Κωνσταντίνε. Μ’ έχουν μισθώσει. Θα τους συνοδεύσω με το “Δήλος” και θα τους τροφοδοτώ με υλικό από τους βενετικούς σταθμούς. Θα το κάνω αυτό μέχρι να βγούνε στο Λιβυκό πέλαγος. Εγώ θα είμαι μαζί τους μέχρι την Κρήτη. Εκεί θα τους αφήσω γιατί αυτοί θα συνεχίσουνε για Αίγυπτο.»
«Είσαι βέβαιος;»
«Έχω υπογράψει συμβόλαιο μαζί τους. Γι αυτό είμαι κι απολύτως βέβαιος!»
«Μακάρι να πάνε από την θάλασσα αυτή τη φορά γιατί αλλιώς …»
«Ξέρω» είπε ο Νικηφόρος. «Στις τρεις προηγούμενες σταυροφορίες που γίνανε ως τώρα κοντέψαν να ξεκάνουνε το γένος των Ρωμαίων.»
«Ό,τι προσπάθεια έκαναν οι Κομνηνοί να αναχαιτίσουν τον Βούλγαρο και τον Τούρκο, την χάλαγε ο Σταυροφόρος. Έφτανε έξω από την Πόλη κι απειλούσε την αυτοκρατορία» είπε ο Ανδρόνικος.
Ο Ανδρόνικος ήταν ο μεγάλος γιος του Κωνσταντίνου που μπήκε κι αυτός στην κουβέντα.
«Αν αφήσουν τον αυτοκράτορα ήσυχο, θα ξανακερδίσει τα χαμένα εδάφη» είπε ο Νικηφόρος.
«Ίσως φτάσει κι εδώ. Λέτε να ξαναδούμε κάποτε την χρυσοπόρφυρη σημαία των Ρωμαίων στα κάστρα μας; Λέτε να κατέβουν οι σημαίες των Βενετσιάνων και των Ούγγρων;» είπε με ενθουσιασμό ο Ανδρόνικος.
«Πιο σιγά παιδί μου» του είπε ο πατέρας του. «Ποτέ δεν ξέρεις αν θα μας ακούσει κανείς και πώς θα το πάρει.»
«Δεν μιλάνε ελληνικά, πατέρα.»
«Καταλαβαίνουν. Κι ακόμα χειρότερα, καταλαβαίνουν ό,τι θέλουνε!»
«Εντάξει, θα προσέχω» είπε ο Ανδρόνικος.
«Πάω κι εγώ» είπε ο Νικηφόρος. «Ας ξαπλώσω λίγο.»