Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Η Αθήνα του 17ου αι. (Εβλιά Τσελεμπή Β’ μέρος)

 Συνεχίζω με την δεύτερη ανάρτηση του βιβλίου του Εβλιά Τσελεμπή. Παραθέτω σελίδες του βιβλίου και δύο σκίτσα εκείνης της εποχής της τουρκοκρατίας, των προπυλαίων και του Παρθενώνα.

*******************************************

Η Αθήνα του 17ου αι. (Εβλιά Τσελεμπή Β’ μέρος)

Προχωρώ στην δεύτερη ανάρτηση για το ταξίδι του Εβλιγιά Τσελεμπί στην Αθήνα που συνεχίζει την χτεσινή. Αύριο μεθαύριο θα γνωρίζω αν έχει ενδιαφέρον για να συνεχίσω αλλιώς θα το κόψω.
Θα αναρτήσω λοιπόν σήμερα τη συνέχεια. Πρόκειται για την περιγραφή του βράχου της Ακρόπολης και για τον Παρθενώνα που όπως ήταν φυσικό εντυπωσίασαν τον Εβλιγιά ή Εβλιά.
Η πρώτη του εντύπωση, από τον όγκο και το σχήμα του Ιερού Βράχου, είναι ότι τέτοιο φρούριο σαν κι αυτό “δεν ματάγινε στον κόσμο”. Σας δίνω το υπόλοιπο της 5ης σελίδας (σ. 172 του βιβλίου):
Στην επόμενη 6η σελίδα (σελ. 173 του βιβλίου) μαθαίνουμε για τον Παρθενώνα που μέσα του έχει κτιστεί τζαμί. Ήταν χριστιανικός (ορθόδοξος) ναός που κατόπιν έγινε λατινικός και τώρα είναι πια τζαμί.
Ο Τσελεμπή τα είδε με τα μάτια του. Παρ’ όλες τις καταστροφές που έχουν ήδη γίνει, βλέπει τις μαρμάρινες κολώνες, βλέπει τις τέσσερις ρουμπινί (από κόκκινο μάρμαρο) κολώνες, βλέπει τα κιονόκρανα και θαυμάζει τον πλούτο που ακόμη έχει απομείνει. Βεβαίως για τον καημένο τον Εβλιά, όπως θα δούμε στην επόμενη 7η σελίδα (σελ. 174 του βιβλίου), όλα τα έκανε ο Πλάτων για να ανεβαίνει και να διδάσκει τον λαό και να ανάβει και κανένα καντήλι. Αυτός ο Οθωμανός που ξεχωρίζει από τους αγράμματους (!) ομοίους του, δεν μπορεί να φανταστεί τίποτε άλλο για έναν σοφό παρά έναν άμβωνα και να κάνει κήρυγμα. Δυο χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει και η Αθήνα του Περικλή είναι η Αθήνα των θρησκόληπτων βαρβάρων ανατολής και δύσης. Χάλι μεγάλο και κατάντημα για το οποίο έκλαιγε σε αυτούς εδώ τους βράχους πριν από 400 χρόνια ο Μιχαήλ Ακομινάτος.
Μας περιγράφει το τζαμί με ένα φανερό θαυμασμό για ό,τι βλέπει και για τον θείο Ιλαχί Εφλατούν! Καημένε Πλάτωνα, μου φαίνεται πως τα ήθελες κι εσύ έτσι που έγινες αγαπημένος των χριστιανών και μουσουλμάνων! Ψυχή και κουραφέξαλα και ο κόσμος εδώ είναι ψεύτικος ενώ ο αληθινός είναι αλλού. Τέτοια έλεγες και σε κάνανε ιμάμη!

Εδώ γίνεται η αποκάλυψη ότι η Ακρόπολη καταστράφηκε τη μέρα που γεννήθηκε ο Μωάμεθ ο προφήτης. Ταρακούνησε ο Θεός όλα τα άντρα των άπιστων, ταρακούνησε και την ακρόπολη της Αθήνας και τα έκανε όλα γης μαδιάμ!


Στη συνέχεια θα δούμε πώς αντέδρασε ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης στους σεισμούς του Μωάμεθ και θα δείτε τον ειλικρινή θαυμασμό του Εβλιά Τσελεμπί για ό,τι βλέπει. Και θα κατέβουμε από την Ακρόπολη για να δούμε την υπόλοιπη Αθήνα.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Η Αθήνα του Εβλιά Τσελεμπή

Με αφορμή έναν διάλογο στο Φ/Μ κοίταξα κάποιες παλιές μου αναρτήσεις. Σε τέσσερις από αυτές, παρουσίαζα ένα ταξιδιωτικό βιβλίο του Εβλιά Τσελεμπή, ενός ξακουστού Τούρκου ιστοριογράφου, λαογράφου, περιηγητή, που είδε τα πέρατα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είδε και την Ελλάδα. Οι αναρτήσεις αυτές έγιναν πριν από 7 χρόνια περίπου, από 17 έως 20 Οκτωβρίου του 2014. Θα τις επαναλάβω γιατί παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για το πως ήταν τα πράγματα εδώ αλλά και για το φριχτό πνευματικό επίπεδο των ανθρώπων που μας κυβερνούσαν ως κατακτητές επί τετρακόσια χρόνια. Καλός άνθρωπος ο Εβλιά Τσελεμπή, μας αγαπά, αλλά δεν έχει τον θεό του ο αθεόφοβος, δεν έχει υπ' όψη του ούτε τι ήταν η Αθήνα ούτε τι έχει γραφτεί γι αυτήν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια πριν από αυτόν. Οι Ρωμαίοι την έκτισαν και μάλιστα 3η στη σειρά. Πρώτα έκτισαν την Φιλιππούπολη, μετά έκτισαν την Κωνσταντινούπολη και 3η έφτιαξαν την Αθήνα. Όλα σε τάξη.

 Ο τίτλος της ανάρτησης της 17ης Οκτωβρίου 2014 είναι:

Η Αθήνα του 17ου αιώνα, με τα μάτια του Εβλιά Τσελεμπή και ο Εβλιά Τσελεμπή με τα δικά μου μάτια. 

Σκουπίδια και διαμάντια ανακατεμένα.

  

Έχω παρατηρήσει ότι κάθε αναφορά στην παλιά Αθήνα γίνεται “ανάρπαστη”, δηλαδή διαβάζεται, σχολιάζεται, αντιμετωπίζεται θετικά και ευχάριστα. Τέτοιες αναφορές πολλές, που συγκινούν και προκαλούν ενδιαφέρον, έχουμε για την αρχαία Αθήνα, την Αθήνα του 19ου αιώνα και την Αθήνα του μεσοπολέμου.

Σήμερα και τις προσεχείς μέρες θα ταξιδέψουμε σε μια άλλη Αθήνα, εκείνη της Τουρκοκρατίας. Θα την δούμε μέσα από τα μάτια ενός από τους ελάχιστους (ίσως να μην υπάρχει και άλλος) περιηγητές και συγγραφείς των Οθωμανών: Τον Εβλιά Τσελεμπή.
Ο τύπος αυτός έγραψε δέκα βιβλία με περιηγήσεις του κι εξ αυτών έχω διαβάσει μόνο δύο, ένα για την Κωνσταντινούπολη κι ένα για την Ελλάδα. Έχει γράψει για τις χώρες του Καυκάσου, την Τρανσυλβανία, την Ταυρίδα, την Βαγδάτη, Ολλανδία, Πρωσία, Πολωνία, Μολδαβία και Βλαχία, Μακεδονία, Θράκη, Κρήτη, Ρόδο, Χίο, Αίγυπτο, Αιθιοπία. Όλα αυτά μεταξύ 1630 και 1672, τον 17ο αιώνα. Είναι στην υπηρεσία των Σουλτάνων (του Μουράτ Δ’ κυρίως) και ακολουθεί Πασάδες σε εκστρατείες τους.
Κατά την εκστρατεία των Οθωμανών για την κατάληψη της Κρήτης από τους Βενετούς, ο Εβλιά Τσελεμπή γυρίζει και περιγράφει όλη σχεδόν την Ελλάδα στο όγδοο βιβλίο του.
Θα δείτε με πόση αφέλεια αντιμετωπίζει ο Εβλιά Τσελεμπή την ιστορία της Αθήνας. Έχουν προηγηθεί γίγαντες της ιστορίας, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Πλούταρχος, μεγάλοι περιηγητές Διονύσιος, Πολύβιος και άλλοι, σπουδαίοι σοφοί, τραγωδοί, φιλόσοφοι, ποιητές και ιστοριογράφοι όχι μόνο οι αρχαίοι αλλά και Βυζαντινοί και Φράγκοι που έχουν καταγράψει για την Αθήνα τα πάντα, και παρ’ όλα αυτά ο Εβλιά Τσελεμπή αραδιάζει ανοησίες για μικρά παιδιά.
Είναι να λυπάσαι που δυο ολόκληρες χιλιάδες χρόνια μετά από την άνθιση των ΓΙΓΑΝΤΩΝ της σκέψης (5ος αι. π.Χ), των Ελλήνων, ένας ΑΦΕΛΗΣ και ΜΩΡΟΠΙΣΤΟΣ και ΑΔΑΗΣ τύπος  είναι ο εκπρόσωπος του πνεύματος των νέων κυρίαρχων αυτής της γης, των Τούρκων.
 
Ας γελάσουμε με αυτά που γράφει ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ο αφελής Εβλιά και ας τα πετάξουμε στα σκουπίδια. Ας διαβάσουμε όμως με προσοχή ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΙΔΕ Ο ΙΔΙΟΣ. Εκεί, μέσα από τον ανυπόκριτο θαυμασμό του, μέσα από τις αισθήσεις του (γιατί χρώματα βλέπει, μυρωδιές οσφρίζεται και ήχους ακούει) θα δούμε μια θαυμαστή εικόνα της Αθήνας ακόμα και σε εκείνη την μαύρη εποχή της σκλαβιάς.
Για πολλούς λόγους λοιπόν αξίζει να περιηγηθούμε μαζί του την τουρκοκρατούμενη Αθήνα του 17ου αιώνα. Θα σας δώσω τις τέσσερις πρώτες σελίδες του τμήματος του βιβλίου που μιλάει για την Αθήνα (σελ. 168-172)
Ξεκινάμε από την 1η σελίδα (σ. 168 του βιβλίου), όταν ο Τσελεμπή Εβλιά φτάνει στην Αθήνα, και συναντάει πρώτα ένα πλούσιο χωριό, την Κηφισιά.
 
 
Μερικές σημειώσεις για την σελίδα αυτή και κάποιες άγνωστες λέξεις. Χακίμης είναι ο δικαστής, σερντάρης ο αρχηγός των γενιτσάρων, κεχαγιάς κάτι σαν δήμαρχος. Σερίδες είναι οι πιστοί και καφίρηδες οι άπιστοι. Μεστζίτ ειναι το τζαμί χωρίς μιναρέ, μεντρεσές το ιεροδιδασκαλείο. Όπως βλέπετε την Αθήνα την ίδρυσε ο Σολομών, μεγάλη η χάρη του!!! Και μαθαίνουμε ιστορία αλλά τούρκα: Ο Βασιλιάς του Σαβά, στην Υεμένη, είχε κόρη την Βαλκίδα, την βασίλισσα του Σαβά…. και πάμε στην επόμενη σελίδα (σ.169)
 
Όπως βλέπετε καθώς πέταγαν στα ουράνια ο Σολομών με τη βασίλισα του Σαβά φτιάξανε και την Αθήνα για να παραθερίζουνε!! Ο σοφός Φίλικος αν δεν το καταλάβατε είναι ο Φίλιππος ο Μακεδών. Ήταν απόγονος πέμπτης γενιάς του Σολομώντα! Χαίρε βάθος αμέτρητον! Κι ο γιος του ο Ισκεντέρ (ο Μεγαλέξανδρος) δικός μας ήτανε, ας τα ακούσουνε αυτά οι Σκοπιανοί.
Τέτοια ωραία πόλη έφτιαξαν ο Σολομών και οι απόγονοί του Φίλιππος και Αλέξανδρος που οι σοφοί είπανε να την κατοικήσουνε…. Είχε και ωραίο κλίμα βλέπεις. Ο Εφλατούν είναι ο Πλάτωνας αλλά ο Μπάλτιμος ξέρετε ποιος είναι; Ο Πτολεμαίος! Όχι που θα μας ξέφευγε! 
Πάμε στην τρίτη σελίδα (σ. 170) γιατί υπάρχει και συνέχεια …
 
 Τριακόσια χρόνια ζούσαν οι σοφοί άνθρωποι αλλά ο Ιλαχί Πλάτωνας προτίμησε τη θρησκεία του Χιζίρ (του Προφήτη, έγινε μουσουλμάνος ο άνθρωπος για όποιον δεν το γνώριζε!) και έζησε 45 χρόνια στην πόλη Πετσεβί. Πρόκειται για το Πετς της Αυστρίας που τότε λεγόταν Πετσεβί και το είχαν κατακτήσει οι Τούρκοι από την εποχή του Σουλεϊμάν, Σημειωτέον ότι Σουλεϊμάν είναι ο Σολομών στα Τούρκικα, αλλά όχι, δεν ήταν ο Σουλεϊμάν προπάτορας του Φιλίππου και του Αλέξανδρου, εντάξει, μην υπερβάλουμε κι όλας …! Όσο για τον Ιπποκράτη ήταν μέγας ατζαμής κι ούτε τον εαυτό του δεν κατάφερε να γιατρέψει ο απαίσιος. Και δίνουμε και όρκο στο όνομά του!
 
 Προς το τέλος της σελίδας αρχίζουμε να διαβάζουμε αυτά που ΕΙΔΕ με τα μάτια του ο Εβλιά κι εδώ όλα αλλάζουν. Πάνε οι χαζομάρες περί Ιλαχί Εφλατούν και Φιλίκου και περνάμε στον γνήσιο θαυμασμό του αφελούς Τούρκου που βλέπει μπροστά του ερείπια μεν αλλά τόσο θαυμαστά που δεν μπορεί να κρύψει τον θαυμασμό του. Περνάμε με αγωνία στην επόμενη τέταρτη σελίδα (σ.171), και μια παράγραφο από την 5η σελίδα (σ. 172) για να σταματήσουμε.
 

 

 Τώρα εδώ, ανάκατα με την συγκίνηση για ό,τι ΒΛΕΠΕΙ, μας ξαναλέει για την ιστορία για να ξέρουμε ότι μπορεί ο Σολομών να έφερε εδώ τους σοφούς, όμως οι Ρωμαίοι ήταν που την έκαναν πόλη και μάλιστα στα χρόνια του Δαβίδ. Έκτισαν πρώτα την Φιλιππούπολη, μετά έφτιαξαν την Κωνσταντινούπολη και μετά, 3η στη σειρά, έχτισαν και την Αθήνα.

 

 Προσοχή, δεν σκανάρισα το βιβλίο για να το ξευτελίσω και να το κοροϊδέψω. Φυσικά κοροϊδεύω τα ανιστόρητα μυθεύματα που δείχνουν και το φριχτό επίπεδο των κυρίαρχων Τούρκων, όμως στις προσεχείς δημοσιεύσεις των επόμενων σελίδων θα βρείτε και περιγραφές αυτών που είδε και τον άδολο θαυμασμό του γι αυτά και θα συγκινηθείτε. Επαναλαμβάνω, οι πληροφορίες που κουβαλάει είναι σκουπίδια, αυτά που βλέπει όμως ως αυτόπτης μάρτυς είναι διαμάντια. Γι αυτό αξίζει νομίζω που καθίσαμε μαζί και διαβάσαμε ένα μέρος από το βιβλίο του. Προσεχώς θα έχουμε και συνέχεια.

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

Κερατσίνι-Δραπετσώνα: Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε κι εμένα ...

Ο ΔΗΜΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ, ΓΙΑΤΙ
ΤΩΡΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΤΟΝ "ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ".

Η Ελλάδα αναπλάθεται, η Αττική αναπλάθεται με έργα που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για να αναθερμάνει τις οικονομίες μετά την πανδημία. Οι άλλοι τρέχουν, εμείς όμως εδώ στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα κοιμόμαστε!
Γιατί η δημοτική αρχή έχει αγκυλώσεις και δεν μπορεί να δει το προφανές, πως αν δεν κινηθεί ΑΜΕΣΑ ο δήμος θα μείνουμε εκτός εξελίξεων.
Διστάζει να χαρακτηρίσει την περιοχή μας (με απόφαση ΔΣ) ως ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ, αποφεύγει να συζητήσει για την ένταξη έργων στο ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ.
Κωφεύει σε προτάσεις που κάνει η αντιπολίτευση σύσσωμη, γιατί:
1) απλούστατα, δεν γνωρίζει πώς να χειριστεί τα θέματα,
2) δεν έχει πλέον τον Σύριζα στην κυβέρνηση και τον Γαβρίλη στην Περιφέρεια να τον τροφοδοτούν με έργα και ιδέες και
3) γιατί δεν εμπιστεύεται ούτε τον ίσκιο της.

Ό,τι τής έδωσε ο Σύριζα τα έτη 2015-19, την παραλία, τις νέες χρήσεις γης, το κέντρο υγείας, το ζεστό χρήμα στα ταμεία για την καθημερινότητα, τον Καχραμάνογλου κτλ. το πήρε και το προχώρησε. Το έτοιμο φαγητό το έστρωσε και το έφαγε με όρεξη πολλή. Καλά έκανε και της το αναγνωρίζουμε. Κάτι όμως πρέπει να κάνει και αυτή από μόνη της. Κάποτε πρέπει να βγει από τον "ύπνο του δικαίου".

Προτείναμε να χαρακτηριστεί η βιομηχανική ζώνη "Περιοχή Ανάπλασης" και να προχωρήσει η πολεοδομική μελέτη και μας αγνόησε, αν δεν μας εμπαίζει κιόλας. Με τα ιδεοληπτικά της κολλήματα αδυνατεί να δει πως πρέπει να τρέξουμε αν δεν θέλουμε να μείνουμε στο περιθώριο παρίες για πάντα.
Προτείναμε να συζητήσουμε για το Ταμείο Ανάκαμψης ώστε να εντάξουμε την πολεοδομική μελέτη για την βιομηχανική ζώνη και την προκαταρκτική μελέτη της παραλίας από ΕΥΔΑΠ ως Ιχθυόσκαλα (παραλία Κερατσινίου). Της προτείναμε να συζητήσουμε για να δούμε όλοι μαζί πώς δεν θα χάσουμε κι αυτό το τρένο, και μας αγνόησε, δεν δέχτηκε ούτε καν να το συζητήσουμε στο δημοτικό συμβούλιο.
Πρέπει να ξυπνήσει πριν να είναι πολύ αργά.

[Το ρεπορτάζ από το "Δραπετσίνι" του Νίκου Χάνου δείχνει τι οργασμός γίνεται αλλού και σε πόσο βαθύ ύπνο βρίσκεται η δημοτική αρχή εδώ στο Κερατσίνι-Δραπετσώνα.]

ΔΡΑΠΕΤΣΙΝΙ

 

Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

45 Δον Χουάν Ηρακλείδης (Επίλογος)

Ο Χάρμος κάνει απολογισμό της ζωής του που είναι και μια αναθεώρηση όσων γράφτηκαν στο Γ' μέρος του βιβλίου μετά την περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Για εμάς, που γνωρίζουμε την ιστορία όπως την γράφουν τα βιβλία μας, η Ελληνορωμανία δεν ήταν παρά ένα όνειρο στο ταραγμένο μυαλό του. Ήταν μια δυνατότητα που δεν υλοποιήθηκε. Με παρόμοιο τρόπο όλα αυτά που δεν έγιναν τον  16ο αιώνα, πραγματοποιήθηκαν διακόσια πενήντα χρόνια μετά. Τότε μια οργάνωση (Φιλική Εταιρία) προκάλεσε μιαν εξέγερση και υποδαύλισε τις ξένες δυνάμεις να δουλέψουν για μιαν ανεξάρτητη Ελλάδα που ήδη είχε καταφέρει πολλά μόνη της.

Ας ακούσουμε τον Χάρμο που έχει πια αποσυρθεί σε ένα μοναστήρι στον Πόντο, εκεί από όπου ξεκίνησε μια πολυτάραχη πορεία εξήντα χρόνια πριν με τον Ιάκωβο Ηρακλείδη.

**************************


ΕΠΙΛΟΓΟΣ, ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ


Κοιτάζω μπροστά μου την Μαύρη Θάλασσα και τον συννεφιασμένο ουρανό της. Ο αέρας φυσάει δυνατά και αραιές ψιχάλες πέφτουν στα βιτρό τζάμια του λιτού δωματίου που με φιλοξενεί. Ένα τζάκι ανάβει συνέχεια, νύχτα και μέρα όλον τον χειμώνα και με ζεσταίνει. Βρίσκομαι και πάλι στο σημείο από όπου ξεκίνησα κι ας έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τότε. Είμαι στην Τραπεζούντα, στον αγαπημένο μου Πόντο, αυτόν τον συννεφιασμένο και κρύο Ιανουάριο του 1581. Η υγεία μου έχει κλονιστεί και ξέρω καλά ότι σύντομα θα αφήσω εδώ τα κόκαλά μου. Δεν βρίσκομαι μακριά από την Κερασούντα όπου γεννήθηκα πριν εβδομήντα ακριβώς χρόνια. Είναι κοντά ο τόπος όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Την ίδια εικόνα της ίδιας θάλασσας και τα ίδια μαύρα σύννεφα έβλεπα τότε, τα ίδια βλέπω και τώρα. Στο διάστημα αυτό όμως κύλησε η ζωή μου και μεσολάβησαν πολλά! Λίγοι άνθρωποι στον αιώνα μου πρόλαβαν να δουν και να ζήσουν τόσο πολλά.

Όταν έμαθα για τον τραγικό θάνατο του Ιάκωβου στη Μολδαβική Σουτσεάβα ταράχτηκα. Τα χατζάρια των Βογιάρων κατάφεραν και στο μυαλό μου μια πρώτη μαχαιριά. Ήταν σαν να είχε χαθεί το νόημα της ζωής, τόσο παράλογο μου φαινόταν αυτό που είχε συμβεί. Εκείνος με τον οποίο είχα ζήσει σε όλη μου τη ζωή αχώριστος δεν υπήρχε. Εκείνος, που το όραμά του είχε γίνει όραμα όλων μας, δεν ζούσε πια! Για πρώτη φορά ο θάνατος με είχε αγγίξει τόσο βαθιά. Για πρώτη φορά ένιωσα τον παραλογισμό της ζωής! Δεν καταλάβαινα γιατί θα έπρεπε να ζούμε αφού στο τέλος θα πεθαίναμε.

Άντεξα την απώλεια του Ιάκωβου ώσπου δέχτηκα το δεύτερο χτύπημα. Το νήμα της ζωής της Διονυσίας μου και της κορούλας μας Δηιάνειρας κόπηκε κι αυτό απότομα. Τότε η παλιά μαχαιριά ξαναπόνεσε. Αυτή τη φορά ο πόνος ήταν ακόμα πιο δυνατός. Δεν ήταν πια μόνο η ίδια η ζωή παράλογη, ακόμα πιο παράλογος ήταν ο τρόπος που είχαμε διαλέξει να την ζούμε. Ένας τρόπος ζωής συνυφασμένος με πολέμους, ιερούς ή μη, γεμάτος θανάτους και απώλειες! Καμιά σκέψη μεταθανάτιας ζωής δεν με καθησύχαζε. Θα ήταν παρήγορο να σκέφτομαι ότι -έστω και κάπου μακριά- ο Ιάκωβος κι η Διονυσία εξακολουθούσαν να ζουν. Θα τους ξαναζωντάνευα έτσι από την πίσω πόρτα. Ωστόσο, βαθιά μέσα μου ήξερα πως η σκέψη αυτή ήταν παρηγοριά για τους δειλούς. Την ενδόμυχη τάση να μην παραδεχτείς τον θάνατο την ενίσχυαν οι παπάδες, οι φιλόσοφοι κι οι θεολόγοι. Επικαλούνταν ιερές γραφές και προσέφεραν έναν αυριανό παράδεισο. Ταυτόχρονα έχτιζαν μια κόλαση στην σημερινή πραγματική ζωή.

Είπαν πως το μυαλό μου σάλεψε αλλά αποδείχτηκα αρκετά δυνατός κι η Φουέντε έγινε το μεγάλο μου στήριγμα. Άντεξα και κρατήθηκα και την ερωτεύτηκα. Στήριξα εκ νέου πάνω της τη ζωή μου και τις ελπίδες μου ότι δεν θα βουλιάξω στο παράλογο που με περιτριγύριζε. Με τον Δον Χουάν έχτισα ξανά από την αρχή το όνειρό μου.

Με αυτούς τους δυο έζησα τη μεγαλύτερη μάχη των αιώνων. Στα δοξασμένα νερά, ανοιχτά της Ναυπάκτου, έγινα μέρος της μεγάλης νίκης επί του Οθωμανού δυνάστη της χώρας μου. Ωστόσο, ο απρόσμενος χαμός της Φουέντε στην αγκαλιά μου, με αποτελείωσε. Το βέλος που τρύπησε την καρδιά της, διαπέρασε και τη δική μου ψυχή, διέλυσε το μυαλό μου. Όλα τα γεγονότα από εκεί και μετά είναι θολά. Πέρσι έμαθα για τον θάνατο του λαμπερού ήλιου, του πρίγκιπα Δον Χουάν, στα τριάντα του μόλις χρόνια. Μια αρρώστια των ελών των Κάτω Χωρών τον κατέβαλε. Νιώθω πως κι η δική μου ζωή πλησιάζει πια ταχύτατα προς το τέλος της. Δεν θα περιμένω αυτό το τέλος με παρακάλια και δάκρυα σαν δειλός. Θα το δώσω εγώ, αύριο κιόλας, με αξιοπρέπεια κι εγκαρτέρηση.

Σ’ όλους τους ανθρώπους, στη διάρκεια του βίου τους, συμβαίνουν πολλά, σε μένα όμως συνέβησαν περισσότερα. Άλλοτε ήμουν απλός θεατής-ακροατής κι άλλοτε συμμέτοχος πράξεων σπουδαίων και ξεχωριστών. Αυτά που έζησα και είδα ήταν πολλά κι ασυνήθιστα γι αυτό τα διηγήθηκα και, μάλιστα, τα κατέγραψα. Η ιστορία μου είναι η ιστορία του αιώνα μου και της γενιάς μου. Κι αν η διήγησή μου γεμίζει με κουραστικές λεπτομέρειες, είναι γιατί πάντα ήμουν ένας γραμματέας. Οι σημειώσεις μου είναι τόσο λεπτομερείς που γεμίζουν από μόνες τους μια βιβλιοθήκη.

Γνωρίζω πως κάποια από τα γραπτά μου θεωρούνται, απλά, δικές μου φαντασιώσεις. Δέχονται όλοι ότι όσα γράφω μέχρι την ναυμαχία της Ναυπάκτου είναι ακριβή, είναι ιστορία. Όλη μου η υπόλοιπη διήγηση αμφισβητείται. Μετά την μεγάλη μάχη των θαλασσών στη Ναύπακτο τον Οκτώβρη του 1571 λένε πως τα έχασα. Λένε πως εκεί χτυπήθηκε η Φουεντίνα και πως αυτό σάλεψε τα λογικά μου. Μέχρι την επίθεση των ληστών, στον Μαραθώνα τον Αύγουστο του 1574 αμφισβητούνται οι διηγήσεις μου. Λένε πως τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα βγήκαν από το κεφάλι μου το ταραγμένο. Ο αναγνώστης των γραπτών μου ας με διαβάσει και ας κρίνει μόνος του αν αυτά που γράφω συνέβησαν ή όχι.

Κάποιοι διηγούνται την ιστορία αλλιώς και λένε πως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Λένε ότι Ελληνορωμαϊκή Πολιτεία δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά αλλού, παρά μόνο μέσα στο ταραγμένο μου μυαλό. Τα έχω ακούσει κι εγώ αυτά και μ’ έχουν πληγώσει. Λένε πως το κακό έγινε στην κορύφωση της ναυμαχίας έξω από τη Ναύπακτο. Το κατάστρωμα του «Ρεάλ» είχε γίνει ένα με το κατάστρωμα της «Σουλτάνα». Η Μαρία η Χορεύτρια κι η φλογερή Φουέντε όρμησαν πάνω στην τουρκική ναυαρχίδα. Με τις αστραφτερές πανοπλίες τους και με τα μαλλιά τους μαζεμένα, ρίχτηκαν σαν άντρες στο εχθρικό πλοίο. Όρμισαν μαζί με την πρώτη ριψοκίνδυνη ομάδα Ισπανών. Λίγο μετά ο Αλή Πασάς έχασε το κεφάλι του κι οι Τούρκοι έχασαν την αρμάδα τους. Λένε πως τότε έγιναν όλα όσα με έφεραν στο αξιολύπητο σημείο να χάσω τα μυαλά μου.

Λένε πως εγώ ακολούθησα σαν τρελός κι αλαφιασμένος τις δυο τρελές γυναίκες. Κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου τη Φουέντε όταν δέχτηκε ένα δηλητηριασμένο εχθρικό βέλος ίσια στην καρδιά. Λένε πως έκλαψα σαν μικρό παιδί όταν εκείνη ξεψύχησε στα χέρια μου. Λένε πως δέχτηκα ένα χτύπημα στο κεφάλι που με έριξε σε κώμα από το οποίο δεν συνήλθα ποτέ μου οριστικά.

Αλήθεια, πού ήμουν εγώ όταν χτυπήθηκε η Φουέντε από το δηλητηριασμένο βέλος; Στον Μαραθώνα ήμουν ή στη “Σουλτάνα” όταν την κράτησα στα χέρια μου κι ένιωσα να φεύγει η τελευταία της πνοή;

Μα, μήπως έχει καμιά σημασία το πότε δέχτηκε το βέλος στην καρδιά της η γλυκιά μου Φουεντίνα και από ποιον;

Ποια είναι η διαφορά αν το βέλος αυτό ήρθε από έναν Τούρκο γενίτσαρο ή από έναν ληστή Τουρκαλβανό;

Ποια η διαφορά αν ο θάνατός την βρήκε στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας, ανοιχτά της Ναυπάκτου ή στον Μαραθώνα;

Τι κι αν το βέλος έσκισε την μεγάλη καρδιά της πριν από επτά ή πριν από δέκα χρόνια;

Γιατί ο τόπος κι η ημερομηνία αυτής της χαριστικής βολής να είναι στοιχεία καθοριστικά;

Τα ερωτήματα αυτά, για το πού και το πώς του τέλους της Φουέντε, θα μείνουν αναπάντητα. Για μένα ο θάνατός της ισοδυναμεί με το τέλος των πάντων στον απέραντο χρόνο και στον άπειρο χώρο.

Όταν η γλυκιά μου Φουέντε ξεψύχησε στην αγκαλιά μου, μαζί με την δική της ζωή τελείωσε κι η δική μου. Κι όταν ο κόσμος μου χαμήλωσε τα φώτα κι έσβησε, κανένα γεγονός πια δεν είχε καμιά σημασία. Μήτε αν πραγματοποιήθηκε εντέλει το όνειρό μας κι η επανάστασή μας πέτυχε. Μήτε αν ιδρύθηκε η Ελληνορωμαϊκή Πολιτεία κι η Φουέντε χάθηκε στον Μαραθώνα απ’ το βέλος του Τουρκαλβανού. Μήτε αν η μεγάλη ναυμαχία ήταν μια νίκη που δεν αξιοποιήθηκε και δεν οδήγησε πουθενά. Μήτε αν η επανάσταση πνίγηκε για μια ακόμη φορά στο αίμα. Μήτε αν το τέλος επήλθε στην σουλτανική ναυαρχίδα από το βέλος του γενίτσαρου.

Πώς να βάλεις στην ίδια ζυγαριά και να συγκρίνεις ένα τεράστιο γεγονός με ένα προσωπικό βίωμα; Η δημιουργία της Ελληνορωμαϊκής Πολιτείας αλλάζει την ιστορία του κόσμου. Ο πρόωρος θάνατος μιας γυναίκας είναι ένα ασήμαντο γεγονός μέσα στην απειρία των συμβάντων πάνω στη γη. Πώς να μην είσαι άδικος όταν αδιαφορείς για το μεγάλο, το σπουδαίο κι ο κόσμος σου γίνεται το μικρό και το ασήμαντο; Όμως για μένα η Φουέντε ήταν το παν, όπως κι η Διονυσία κι η Διηάνειρα κι ο Ιάκωβος κι ο Δον Χουάν. Μπορεί να θυσίαζα πρόθυμα την ζωή μου για ένα μεγάλο σκοπό, για μιαν Ελλάδα, όμως το νόημα της ζωής μου ήταν τα μικρά. Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τόποι, αυτά είχαν σημασία για την ζωή μου.

Στη μυρμηγκοφωλιά που βλέπω εδώ μπροστά μου, ένα μυρμήγκι ξέφυγε και περπατά μονάχο του. Ποια να ήταν άραγε η σημασία της μάχης της Ναυπάκτου γι αυτόν τον πλάνητα μέρμηγκα; Εκεί έξω, κάτω από την μεγάλη μηλιά, ένα σκουλήκι σέρνεται στις κοπριές ενός γαϊδάρου. Πόσο μεγάλη σημασία έχει γι αυτό το σκουλήκι αν πέθανε ή αν ζει η Φουεντίνα; Ποια σημασία έχει για τον μέρμηγκα το πού ακριβώς και πότε δέχτηκε το βέλος στην καρδιά της η γλυκιά κοντέσα; Σε ποια κατάστιχα γράφονται τα σπουδαία και σε ποια τα δευτερεύοντα; Αν είναι μονάχα στα κατάστιχα του μυαλού μας καταγεγραμμένα, τότε ποια η αληθινή τους σημασία;

Αλήθεια, πώς μας ήρθε να αναστήσουμε μιαν Ελλάδα που είχε πάψει να υπάρχει εδώ και πάνω από χίλια χρόνια; Πώς μας ενέπνευσε αυτή η ιδέα τόσο ώστε να της διαθέσουμε ακόμα και την ίδια μας την ζωή; Με ποιο κριτήριο ορίζαμε σαν μεγάλες απώλειες τους θανάτους του Ιάκωβου Ηρακλείδη και του Δον Χουάν; Πώς ξεχώριζαν οι δυο –μονάχα δυο- θάνατοι, όταν στον κόλπο της Ναυπάκτου χάθηκαν χιλιάδες; Πέθαναν εκεί μέσα σε πέντε ώρες πάνω από τριάντα χιλιάδες πολεμιστές ή κωπηλάτες κι από τις δύο πλευρές; Οι χιλιάδες νεκροί μας έδιναν χαρά για την ελευθερία μας κι οι δυο νεκροί μας έκαναν να λέμε πως χάθηκε το άνθος της γης. Ποιος ζυγίζει τις ζωές και βρίσκει τις δυο από αυτές να είναι βαρύτερες από πολλές χιλιάδες άλλες;

Η Διονυσία τίναξε στον αέρα τα πλοία του Σοκουλού Μεχμέτ και πήρε την τρομερή της εκδίκηση. Μαζί με τα πλοία τίναξε στον αέρα και τον εαυτό της, τίναξε και την ψυχική μου ισορροπία. Και τι εκδίκηση ήταν αυτή στ’ αλήθεια; Πώς ήξερε, όταν πια αυτή δεν θα υπήρχε, ότι θα είχαν μείνει πίσω της Τούρκοι για να θρηνούν τις απώλειες; Μέσα από ποιον τάφο θα πανηγύριζε την εκδίκησή της η γλυκιά μου γυναίκα; Πρέπει να έχει κανείς μεγάλη πίστη στην αθανασία για να ζυγιάζει όσα θα γίνουν μετά τον θάνατό του. Το να αγνοεί κανείς τον θάνατο προκλητικά, μου φαίνεται πια εξίσου παράλογο με το να τον φοβάται. Τα ζώα, τα δέντρα, το χώμα ούτε αγνοούν τον θάνατο ούτε τον φοβούνται. Ζουν με σεβασμό και στη ζωή και στον θάνατο και διαρκούν όσο τους ζητά η φύση τους. Μόνο ο άνθρωπος ζει τον παραλογισμό να δίνει στον θάνατο ιδιότητες λυτρωτή ή τιμωρού.

Οι πρώτες απώλειες του Ιάκωβου, της Διονυσίας και της Δηιάνειρας, κόντεψαν να με κάνουν να χάσω τα λογικά μου. Με την απώλεια της Φουέντε φαίνεται πως τα έχασα οριστικά. Η πρόσφατη απώλεια του Δον Χουάν με βρήκε σαν φρούτο που έχει ωριμάσει πολύ κι έχει πια σαπίσει στο εσωτερικό του. Ένα φρούτο που αύριο θα γυρίσει στο μαλακό χώμα της γης που το γέννησε και το περιμένει. Σχεδόν με ανακούφιση σκέφτομαι για εκείνη την στιγμή.

Για χάρη της γυναίκας και της κόρης μου θα τίναζα ολόκληρο το τουρκικό στράτευμα στη Λευκωσία αν μπορούσα. Για χάρη της φλογερής κοντέσας πρόθυμα θα δεχόμουνα εγώ το δηλητηριασμένο βέλος που σφηνώθηκε στην καρδιά της. Για χάρη του φίλου μου Ιάκωβου θα ξεπάστρευα αν μπορούσα όλο το γένος των Βογιάρων. Για χάρη του πρίγκιπα Δον Χουάν θα δεχόμουνα ευχαρίστως να μολυνθώ εγώ από την αρρώστια που τον έλιωσε. Θα έμπαινα, ευχαρίστως, συνειδητά στη θέση του αν ήταν εκείνος να ζήσει. Ο λόγος που θα τα έκανα όλα αυτά με αυταπάρνηση κι ευχαρίστηση, είναι γιατί πίστευα σε ένα σκοπό. Τώρα πια δεν έχω σκοπό κανένα για να κρατηθώ, γι αυτό και δεν λυπάμαι που θα φύγω. Ούτε καν απορία δεν έχω για το πώς θα αποτιμηθεί η ζωή μου μετά την αυτοχειρία.

Ψάχνω να βρω ποιο ήταν, άραγε, το μέτρο για όλες τις ως τώρα επιλογές μου. Τί με οδηγούσε σ’ αυτές, τί τις δικαίωνε και τί τις δικαιολογούσε. Ήμουν άραγε εγώ αυτό το μέτρο; Δεν έβλεπα έναν ωφελιμισμό στις πράξεις μου, κάποιος άλλος θα ήταν ο κριτής μου. Μήπως ο κόσμος γύρω μου; Μα θα θυσίαζα χιλιάδες από αυτόν τον κόσμο για μια και μόνο ζωή! Όχι, το μέτρο δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε ο κόσμος! Το μέτρο της ζωής μου, τελικά, ήταν οι άνθρωποί μου και τα όνειρά μου! Ήταν ο Ηρακλείδης, ο Δον Χουάν, η Διονυσία, η Δηιάνειρα, η Φουέντε! Ήταν τα μέλη της Αδελφότητας, το όραμα της επανάστασης και της ελεύθερης πατρίδας! Αυτοί έκαναν σπουδαίους τους σκοπούς μου, αυτοί έκαναν την κάθε μέρα άξια για να την ζω. Αυτοί ήταν το μέτρο με το οποίο μετρούσα τα πάντα! Ήταν το μόνο συμπέρασμα που έβγαζε νόημα.

Λένε για μένα πως οι ιστορίες μου είναι αληθινές. Λένε πως περιγράφουν γλαφυρά τον αιώνα μου κι όσα έζησα μέχρι τη στιγμή που η Φουέντε ξεψύχησε στην αγκαλιά μου. Για όλα τα άλλα λένε πως είναι απλές ονειροφαντασίες που συνέβησαν μονάχα μέσα στο ταραγμένο μου μυαλό.

Λένε πως η μεγάλη νίκη στη Ναύπακτο πήγε χαμένη γιατί δεν οδήγησε πουθενά. Δεν πήγε ποτέ το «Ρεάλ» στον Βόσπορο φωταγωγημένο. Ο Δον Χουάν κι ο Ουλούτζ Αλή δεν έδωσαν μάχη στην Ελαφόνησο, εξαντλήθηκαν μόνο σε κάποιους ανούσιους ελιγμούς. Ύστερα, ο ισπανικός στόλος έφυγε για τη Βόρεια Αφρική κι οι Βενετοί σύναψαν μια συμμαχία με τον Σουλτάνο. Η επανάσταση των Ελλήνων, για μια ακόμη φορά, προδόθηκε και πνίγηκε στο αίμα. Λένε πως όσοι οπλαρχηγοί και στρατιώτες σώθηκαν πέρασαν στα Ιόνια νησιά ή στην Κάτω Ιταλία. Λένε πως οι τελετές ενθρόνισης του Δον Χουάν και του Ιάκωβου στον ελληνορωμαϊκό θρόνο δεν έγιναν ποτέ. Ούτε η Φλωρεντία ούτε το Ναύπλιο είδαν εστεμμένο. Απλά οι Βενετοί υπέγραψαν μίαν ακόμη ταπεινωτική συνθήκη με τους Οθωμανούς και δέχτηκαν την απώλεια της Κύπρου. Κι εγώ βρίσκομαι εδώ, για το υπόλοιπο του βίου μου, σε ένα μοναστήρι στην Τραπεζούντα. Ήρθα εδώ μετά από προσωπική συνεννόηση του Δον Χουάν με τον Σουλτάνο.

Δεν με πειράζει ό,τι κι αν λένε. Αυτά που διηγούμαι ίσως να είναι η πραγματική ιστορία, ίσως να είναι απλά και μόνο μια ονειροφαντασία. Ίσως έγιναν όλα ή ίσως να τα έζησα μέσ’ στο μυαλό μου. Τίποτα, ωστόσο, δεν αναιρεί την αλήθεια των προσώπων, των χαρακτήρων τους και των καταστάσεων. Τίποτα δεν αναιρεί την οπτική μου για την Ελληνορωμαϊκή Πολιτεία. Ελάχιστοι μπορούν να γνωρίζουν όσα είδα κι έζησα και κυρίως όσα ονειρεύτηκα. Τη δική μου αλήθεια κατέγραψα εδώ σε αυτό το ησυχαστήριο ήρεμα και χωρίς καμιά ιδιοτέλεια. Και τώρα μπορώ, έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό μου, να δώσω μόνος μου ένα τέλος στη δυσβάσταχτη πλέον ζωή μου!


ΤΕΛΟΣ

***************************

Δεν έχει άλλη συνέχεια. Ελπίζω, όσοι το διαβάσατε ολόκληρο ή αποσπασματικά, να το απολαύσατε.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

 


Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
***
Πέμπτη 22/4/2021
***
Αύριο συνεδριάζει το δημοτικό συμβούλιο με θέμα τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας (ΟΕΥ). Ο σύλλογος των εργαζομένων θέλει να αποσυρθεί το θέμα και να γίνει ουσιαστικός διάλογος της δημοτικής αρχής με τους εργαζόμενους τους οποίους ο ΟΕΥ αφορά. Η δημοτική αρχή έκανε κάποιες υποχωρήσεις, αλλά, δεν έβγαλε την συναίνεση που επιθυμούσε. Είναι χρέος της να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που υπάρχουν ώστε να προχωρήσει σε αυτό το ζήτημα μαζί με τους εργαζόμενους κι όχι
σε κόντρα με αυτούς.
Υπάρχει ανοιχτό το θέμα της αποχής μας από το αυριανό δημοτικό συμβούλιο. Αυτό θα εξαρτηθεί κατά πολύ και από την αυριανή απόφαση του συλλόγου των εργαζομένων που θα κάνουν μια προσπάθεια να συνεννοηθούν μεταξύ τους και με την δημοτική αρχή για να μην ναυαγήσει όλη η προσπάθεια.
Χρέος της διοίκησης να ακούει και να μην ενεργεί μόνη της χωρίς συναινέσεις και διάλογο.
 
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ
«Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Γιώργος Τσιρίδης

44 Δον Χουάν Ηρακλείδης (κεφ.12δ)

Ο Χάρμος κι η Φουέντε φιλοξενούν επισκέπτες που έρχονται για να δουν την Αθήνα. Έρχεται κι ο Μελέκ. Του δείχνουν διάφορα μέρη της Αττικής και στον Μαραθώνα συναντούν μια ομάδα ληστών. Τέλος του βιβλίου που είχε Α' μέρος τον Ηρακλείδη, Β' τον Δον Χουάν και Γ' την Ελληνορωμαϊκή Πολιτεία. Απομένει αύριο ο επίλογος, όχι απλά ένα κλείσμο αλλά ένα πολύ ουσιαστικό κομμάτι του βιβλίου..

**********************


 

 

 

 

 

 

κεφ. 12δ

…………

Η γαλέρα του Ιωάννη Βαλέρη ήρθε απ’ το Ναύπλιο όπου είχε γίνει η στέψη. Μέσα Οκτωβρίου, πλησίαζε χειμώνας, και τα ταξίδια γίνονταν επικίνδυνα. Οι φίλοι μας, πριν φύγουν από το Ναύπλιο για τις χώρες τους, πέρασαν από την Αθήνα. Εγώ με την Φουέντε νιώθαμε οικοδεσπότες Αθηναίοι. Έμειναν στο Ερεχθείο, στην Ακρόπολη κι ένιωσαν πως έζησαν μέσα στο χρυσού αιώνα. Υπήρχαν επεμβάσεις που είχαν μετατρέψει τον Παρθενώνα σε εκκλησία ορθόδοξη μετά λατινική και κατόπιν σε τζαμί. Ωστόσο ο Ιερός Βράχος είχε κρατήσει τον χαρακτήρα του. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς έλειπε αλλά οι μετόπες και τα αετώματα ήταν εκεί. Τα κτίσματα παρέμεναν ακέραια κι επιβλητικά, όχι τόσο με το μέγεθος όσο με την ασύλληπτη ομορφιά τους.

Τους ξεναγήσαμε στα αξιοθέατα και στις εξοχές της πόλης. Κάθε μέρα μαζευόμασταν σπίτι μας για ένα δείπνο απογευματινό, καθώς νύχτωνε πια νωρίς. Ο καιρός ήταν ακόμα γλυκός και καθόμασταν στην μεγάλη εσωτερική αυλή του σπιτιού. Από το τραπέζι του δείπνου βλέπαμε τους στύλους του Ολυμπίου Διός και την πύλη του Αδριανού. Ακριβώς πίσω μας υψωνόταν η Ακρόπολη που έριχνε πάνω μας τη σκιά της.

«Η Αθήνα είναι, ακόμη κι έτσι, μια πανέμορφη πόλη» είπε η Ελένη Παππά.

«Μπορεί να μην έχει μεγαλεία, όμως έχει μια μαγεία το μέρος» είπε ο Μητροφάνης. «Εδώ είναι το λίκνο του πολιτισμού κι αυτό φαίνεται σε κάθε του γωνιά.»

«Δεν θα αργήσει να μεταφερθεί εδώ η πρωτεύουσα» πρόβλεψε ο Ιουστίνος. «Καλό είναι το Ναύπλιο, κάλλιστη όμως η Αθήνα.»

«Ωραίες οι αναπολήσεις του παρελθόντος, όμως, δεν είναι τώρα η ώρα γι αυτά» είπε ο Φραγκίσκος. «Υπάρχουν πολλά επείγοντα προβλήματα. Η χώρα έζησε εκατό ολόκληρα χρόνια στην μουσουλμανική κατοχή.»

«Χωρίς υποδομές» είπε η Ελένη Παππά «με κηφήνες να την κυβερνούν.»

«Χρειάζεται μια στιβαρή δημόσια διοίκηση πριν από όλα» είπε ο Μενάγιας.

«Νομίζω πως αυτό είναι το κυριότερο πρόβλημα για τον Ιάκωβο» είπα κι εγώ.

«Πρέπει να μοιραστούν δημόσιες γαίες και να αυξηθεί η παραγωγή» είπε ο Καλλέργης.

«Σωστά. Έτσι θα παραχθούν αγαθά. Θα δημιουργηθεί πλούτος χωρίς να γίνουν οι αγρότες δουλοπάροικοι όπως στη δύση» συμπλήρωσε ο Μορμόρης.

«Και η επιβολή δίκαιων φόρων είναι σοβαρό ζήτημα» είπε ο Ιουστίνος. «Το κράτος πρέπει να έχει έσοδα αλλά κι οι πολίτες να μην βαρύνονται υπερβολικά.»

«Μην ξεχνάτε το θέμα της Παιδείας» υπενθύμισε η Σοφία. «Είχαμε πει πως θα είναι προτεραιότητα. Ο λαός που δίδαξε την οικουμένη έχει μείνει αγράμματος!»

«Μπορεί να αναλάβει αυτό το ζήτημα ο Έπαρχος» είπε ο Ιουστίνος. «Θα τον βοηθήσει ο Θεόδωρος Ζυγομαλάς!»

Και οι δυο τους ήταν παρόντες στη συζήτηση και είχαν έντονο ενδιαφέρον για το θέμα.

«Νομίζω πως δεν μπορώ να αναλάβω ένα τέτοιο θέμα λόγω ηλικίας» είπε ο Έπαρχος. «Ο Θεόδωρος είναι κατάλληλος για να το προχωρήσει, αρκεί να εγκατασταθεί εδώ για να δουλέψει! Για να εξελιχθεί η χώρα χρειάζονται δημόσια σχολεία και Πανεπιστήμια.»

«Αγαπητή Σοφία» είπε η Χριστίνα Σβαρόφσκι «θα γίνει κάτι στον τομέα αυτό. Ο Πευκήρος και ο Σόμμερος θα έρθουν πριν το τέλος του χειμώνα στην Ελλάδα. Θα οργανώσουν ένα Πανεπιστήμιο όπως ακριβώς το ήθελε ο Ιάκωβος.»

«Κι απ’ την Βυρτεμβέργη ετοιμάζονται να μας στείλουν ενισχύσεις» είπα. «Πρέπει να εκπληρώσουν την διαθήκη που τους άφησε ο Μελάγχθων πριν πεθάνει.»

«Πρέπει να ανοίξει και πάλι η φιλοσοφική σχολή των Αθηνών» είπε η Φουέντε. «Δεν ζει ο Ραφαήλ, υπάρχουν όμως μαθητές του που θα έρθουν να την γεμίσουν με τοιχογραφίες.»

«Οι φιλόσοφοι λείπουν από το γένος» είπε η Ελένη.

«Μπορεί να λείπουν τώρα, όμως, γεννιούνται νέα παιδιά μέσα στην ελευθερία. Αυτά θα γίνουν νέοι φιλόσοφοι» είπε η Φουέντε με την φλόγα που την διακατείχε.

«Θα βοηθήσει σίγουρα κι η Φλωρεντία σ’ αυτό!» είπε ο Πασκουάλε Ατσαϊόλι.

Ο Φλωρεντίνος απολάμβανε τον αέρα και το τοπίο. Παρακολουθούσε τη συζήτηση με τη βοήθεια της Μαργαρίτας που του μετέφραζε στα ιταλικά όσα λέγαμε.

«Ο Πασκουάλε είναι ευτυχισμένος» ψιθύρισε η Σοφία.

«Όλοι είμαστε ευτυχισμένοι» απάντησα. «Όλοι είμαστε ξετρελαμένοι με αυτό που ζούμε! Για όλους μας αυτή είναι η πιο μεγάλη στιγμή στη ζωή μας.»

Είχαμε παρασυρθεί σε μια συζήτηση για το πώς θα κυβερνηθεί το νέο κράτος των Ελλήνων και Ρωμιών. Νιώθαμε πολύ καλά που μπορούσαμε να συζητάμε αυτά τα πράγματα.

«Σκεφτείτε που ήμασταν και πού έχουμε φτάσει» είπα.

Ως τώρα στις συναναστροφές μας μιλούσαμε μόνο για τις υποθέσεις των άλλων. Εμείς δεν υπήρχαμε στο παγκόσμιο σκηνικό. Αυτό είχε αλλάξει. Το νέο κράτος μπορούσε πλέον να διασφαλίσει την ύπαρξή του με σωστές διπλωματικές κινήσεις. Η οικονομία του μπορούσε να αναπτυχθεί. Δεν θα ήταν πια οι Ρωμιοί ραγιάδες. Δεν θα υπήρχε πια το χαράτσι που έκανε τον μόχθο των ανθρώπων πλούτο στα χέρια των κατακτητών.

«Ας αφήσουμε για λίγο τις κρατικές υποθέσεις» είπε η Χριστίνα «κι ας απολαύσουμε το φθινοπωρινό αεράκι.»

«Δεν έχω δει πουθενά τόσο καθαρό τον ουρανό όσο εδώ» είπε ο Μητροφάνης.

«Απολαύστε την Αττική» είπε η Φουέντε «κι ας πιούμε για τα καλά που έρχονται!»

Ήταν ακόμα Οκτώβρης του 1573 κι η Ελληνορωμανία βιαζόταν. Ο Ιάκωβος έφτιαξε μια κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Καλλέργη για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Φρόντισε να ιδρυθεί μια εμπορική τράπεζα με τη βοήθεια των Μεδίκων των Ατσαϊόλι και του Φαρνέζε που έφερε κεφάλαια. Ίδρυσε ένα Πανεπιστήμια στο Ναύπλιο, ένα στην Αθήνα κι ένα ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Έφτιαξε μια μεγάλη κεντρική Βιβλιοθήκη και παραρτήματά της σε όλες τις πόλεις. Οργάνωσε ένα σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης.

Υπήρχαν πολλοί φιλέλληνες σε όλη την Ευρώπη που με ενθουσιασμό έρχονταν εδώ. Ήθελαν να βοηθήσουν το κράτος να σταθεί στα πόδια του. Ήρθαν απ’ την Φλωρεντία, το Τουρίνο και την Βενετία, από την Βιττεμβέργη και τη Βαυαρία. Ήρθαν απ’ το Τολέδο και το Παρίσι. Από παντού έφθαναν εθελοντές. Πανεπιστήμια στήνονταν, στρατιωτικά κι αστυνομικά σώματα, οργανώνονταν, νέα περίλαμπρα κτήρια χτίζονταν. Ολόκληρος ο Ελληνισμός συνεγέρθηκε. Έρχονταν στην Ελληνορωμανία οικογένειες από τα μέρη που βρίσκονταν υπό τους Οθωμανούς ή τους Βενετούς. Όλοι είχαν ξετρελαθεί με την ιδέα μιας νέας Ελλάδας, κι έδειχναν με κάθε τρόπο την διάθεσή τους να συνεισφέρουν. Σκεφτόμουν πως όλο αυτό δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Το ένιωθα πως ήταν όνειρο, αλλά, αμέσως έδιωχνα τη σκέψη από το μυαλό μου. Προτιμούσα να το ζω.

ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ

Η Αθήνα από τον πρώτο χρόνο της Ελληνορωμανίας άρχισε να γίνεται μόδα. Όλοι οι πνευματικοί κι οι καλλιτεχνικοί κύκλοι της Ευρώπης την υιοθέτησαν. Μια εμφανής προσπάθεια για αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος έθελγε τους νοσταλγούς. Από την άνοιξη του 1574 περιηγητές άρχισαν να καταφθάνουν. Υπήρχε ένας πνευματικός αναβρασμός. Με την σύσταση του νέου κράτους, άρχισε να γίνεται αναγκαία και η δημιουργία μιας “αφήγησης”. Έπρεπε να υπάρχει μια ιστορία που να οδηγεί από την αρχαιότητα στις μέρες μας.

Κρίσιμα ερωτήματα αναζητούσαν απαντήσεις: Το νέο κράτος ερχόταν απ’ ευθείας από την αρχαιότητα; Η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν η συνέχεια ή μήπως ο τάφος του ελληνισμού; Η Ρωμανία κι οι Ρωμιοί ταυτίζονταν απόλυτα με την Ελλάδα και τους Έλληνες; Διεκδικούσε η Ελληνορωμανία την κληρονομιά της Κωνσταντινούπολης; Ποιος ήταν ο ρόλος του Πατριαρχείου; Ήμασταν το Ρουμ μιλιέτ των Οθωμανών; Θα παρέμενε η ορθοδοξία αντιδυτική ή θα φτιαχνόταν μια νέα ελληνική ορθοδοξία; Θα επέτρεπε η νέα ορθοδοξία επιρροές απ’ τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό ή ακόμα κι από την αρχαιολατρία;

Όλοι είχαν ερωτήσεις, ελάχιστοι όμως είχαν πειστικές απαντήσεις. Λόγιοι αποφάσιζαν να γράψουν Ιστορία εδώ και τώρα. Ερασιτέχνες αρχαιολόγοι έψαχναν για υλικά που θα φανέρωναν την απρόσκοπτη πολιτισμική συνέχεια. Λαογράφοι αναζητούσαν στις λαϊκές παραδόσεις τη συνέχεια των αρχαίων μύθων και των πατρίων εθίμων. Μια έντονη συζήτηση ξεκίνησε που έφερνε στο φως τα προβλήματα που έχει μια εθνογένεση ειδικά στον 16ο αιώνα. Στα περισσότερα βασίλεια της Ευρώπης κάτι τέτοιο ήταν άγνωστο ζήτημα κι ακουγόταν κάπως εξωτικό. Όλοι πάντως συμφωνούσαν ότι η Ελλάδα ήταν η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού. Τα αρχαία ερείπια της νέας χώρας, ήταν το κοινό ευρωπαϊκό παρελθόν. Αυτό βοηθούσε πολύ ώστε να μην μπαίνει σε αμφιβολία η ύπαρξή της.

Ήταν Σεπτέμβριος του 1574 όταν μας επισκέφτηκε ο Μελέκ Αχμέτ. Είχε έρθει στο Ναύπλιο πέρσι, στη στέψη του Ιάκωβου αλλά δεν είχε δει την Αθήνα κι έτσι ξαναγύρισε ένα χρόνο μετά. Ο Μελέκ έφτασε στον Πειραιά με ένα πλοίο που έκανε το δρομολόγιο Κωνσταντινούπολη-Πειραιάς-Αλεξάνδρεια. Ήταν απεσταλμένος της κυβέρνησής του για μια εμπορική συμφωνία με την Ελλάδα. Φυσικά είχε επιδιώξει να αναλάβει την αποστολή γιατί ήθελε να έρθει να με δει στην καινούρια μου πατρίδα. Θα καθόταν δεκαπέντε μέρες στην Αθήνα και το Ναύπλιο και θα έφευγε με ένα άλλο πλοίο από τον Πειραιά. Η κύρια ασχολία του ήταν στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του βασιλείου. Κανόνισε να μείνει μια εβδομάδα στην Αθήνα που ήταν ο πραγματικός του προορισμός

Τον υποδεχτήκαμε με την Φουέντε, με την οποία είχαν γνωριστεί στο “Ρεάλ” στον Βόσπορο. Φροντίσαμε να μείνει στο σπίτι μας και να μην του λείψει τίποτε. Ήμουν χαρούμενος που τον φιλοξενούσαμε και αυτή μου η διάθεση είχε μεταδοθεί στην Φουέντε. Δεν ήταν τεράστιο σπίτι, μπορούσε όμως να δεχτεί τον Μελέκ και τη συνοδεία του. Είχε μαζί του δυο γενίτσαρους για σωματοφύλακες και δυο σκλάβες. Η μεγαλύτερη ήταν η μαγείρισσα και οικονόμος του κι η άλλη, η νεώτερη, ήταν η ερωτική του συντροφιά. Αυτή η δεύτερη ήταν μια πολύ όμορφη νεαρή κοπέλα που την έλεγαν Αϊσέ. Ο Μελέκ μοιραζόταν μαζί της το βράδυ το κρεβάτι του. Ήταν μια όμορφη νεαρή Ρωμιά σκλάβα απ’ την Κέρκυρα που την είχε κάνει μουσουλμάνα και ερωμένη του.

Ο Τούρκος ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο ένιωθα καλά κι αισθανόμουν ασφαλής. Ήταν παράξενο ίσως να νιώθω ασφαλής με τον άνθρωπο που με είχε πιάσει σκλάβο κι ήθελε να με πουλήσει. Είχε γίνει, τελικά, ένας από τους πολύ καλούς μου φίλους. Η παράδοξη φιλοξενία του στην Κωνσταντινούπολη όταν είχα βρεθεί αιχμάλωτός του με είχε κερδίσει. Δεν ξεχνούσα τα δάκρυα στα μάτια του όταν αναχωρούσα έχοντας μάθει για την Διονυσία και τη Δηιάνειρα. Αυτά όλα είχαν γράψει με έναν τρόπο ανεξίτηλα θετικό στην καρδιά μου τον δήθεν εχθρό μου. Τον αισθανόμουν πολύ όμοιό μου.

«Όμορφη η Αϊσέ» του είπα σε μια στιγμή.

«Γιατί βρε, ζηλεύεις; Η Σπανιόλα πάει πίσω δηλαδή;»

Δεν πήγαινε πίσω βέβαια, παρ’ όλο που η Αϊσέ ήταν είκοσι χρόνια μικρότερή της. Η νεαρή Αϊσέ ήξερε την γλώσσα ενώ ο Μελέκ, όπως κι Φουέντε, είχαν μάθει κι αυτοί να μιλούν λίγα ελληνικά. Τους δείξαμε την Ακρόπολη και τους πήγαμε στον Παρθενώνα. Ο ναός της Αθηνάς είχε γίνει ορθόδοξος ναός στα χρόνια της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τότε είχαν πέσει οι μετόπες και πολλά στολίδια του ενώ είχαν γεμίσει με αγιογραφίες οι τοίχοι του. Μετά οι Φράγκοι τον είχαν κάνει καθολικό ναό, και τον είχαν γεμίσει ψηφιδωτά. Τον πήρε ο Μωάμεθ ο Πορθητής, το 1458 από τους Ατζαγιόλι κι έβαλε στον ιερό βράχο την οθωμανική φρουρά. Ο Παρθενώνας είχε μετατραπεί σε τζαμί και τα ψηφιδωτά κι οι αγιογραφίες είχαν καλυφθεί με ασβέστη. Τώρα γίνονταν εργασίες να αποκολληθεί ο ασβέστης και να φανούν ξανά τα ψηφιδωτά. Παράλληλα τα καμπαναριά που είχαν μετατραπεί σε μιναρέδες, σιγά-σιγά ξηλώνονταν κι αυτά. Ο Παρθενώνας θα έμενε με την αρχική του μορφή και δεν θα ήταν ναός κανενός δόγματος στο μέλλον. Ο Ιάκωβος επ’ αυτού ήταν κατηγορηματικός.

Εκτός από την Ακρόπολη πήγαμε τον Μελέκ και σε άλλα μέρη που είχα σωθεί αρχαιότητες. Υπήρχαν παντού αρχαία αγάλματα με κομμένα κεφάλια και χέρια. Ήταν τραγικό να βλέπεις τόση ομορφιά να πηγαίνει χαμένη στα χέρια ασεβών που νόμιζαν πως τους οδηγούσε η ευσέβεια.

«Άσεμνα τα αγάλματά σας, βρε Γραικοί» είπε ο Μελέκ «αλλά και τα κομμένα χέρια και κεφάλια δεν είναι ωραίο.»

«Έτσι τους είχαν τους θεούς τους οι Έλληνες, Μελέκ» του είπα. «Θαύμαζαν την ομορφιά και την αποθέωναν.»

Υπήρχαν παντού κολώνες, πλάκες, κιονοστοιχίες, βάσεις αγαλμάτων και στήλες με αγαλματίδια κι επιγραφές. Πήγαμε στην αρχαία αγορά, στη ρωμαϊκή αγορά, στο Θησείο και σε διάφορα άλλα μέρη. Ήταν ευχαριστημένος ο Μελέκ από την παραμονή του στην Αθήνα. Μια Παρασκευή, μάλιστα, πήγε στο Φετιγιέ τζαμί που ήταν πολύ ωραίος ναός και λειτουργούσε κανονικά. Προσευχήθηκε κι ένιωσε πολύ όμορφα.

«Να πάμε και στην εξοχή» ζήτησε.

«Θα σας πάμε στα μέρη που δόθηκαν μεγάλες μάχες» του είπε η Φουέντε. Ήξερε ότι θα άρεσαν σε έναν πολεμοχαρή γενίτσαρο τέτοια μέρη. «Θα δείτε που έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας και που έγινε η μάχη του Μαραθώνα» του είπε. «Στα μέρη αυτά οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες.»

Οι Πέρσες ήταν αντίπαλοι του Σουλτανάτου κι ο Μελέκ άκουσε ευχάριστα πως είχαν ηττηθεί εδώ. Πήγαμε στο Ποικίλο Όρος κι είδαμε τα στενά όπου έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Κανονίσαμε να δούμε τον Μαραθώνα όπου έγινε η άλλη μεγάλη μάχη της ιστορίας. Αυτή η εκδρομή θα ήταν κάπως μεγαλύτερη γιατί ο Μαραθώνας απείχε περισσότερο.

«Μήπως είναι επικίνδυνα Ρωμιέ;» με ρώτησε ο Μελέκ. «Έχω μάθει ότι υπάρχουν ληστές στα γύρω βουνά.»

«Κι εκεί που πήγαμε επικίνδυνα ήταν, αλλά, δεν έγινε τίποτε. Ακόμα δεν έχει καταφέρει το νέο κράτος να επιβάλει παντού την τάξη» του είπα.

«Είχατε τον Οθωμανό κι είχατε την ησυχία σας. Τι τα θέλατε τα δικά σας κράτη;» είπε ο Μελέκ με εμφανή διάθεση να με πειράξει.

«Θα βρούμε κι εμείς την ησυχία μας. Θέλει μόνο λίγο χρόνο» του απάντησα.

«Μήπως να μην πάμε;» ρώτησε ο Μελέκ.

«Όχι, δεν θα κάνουμε πίσω. Θα προσέξουμε. Θα πάρουμε όπλα μαζί μας και σπαθιά. Θα είναι κι οι γενίτσαροί σου μαζί. Γιατί να τα βάλουν με τέσσερις οπλισμένους άντρες; Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.»

«Δίκιο έχεις αλλά μια παροιμία λέει …»

«Φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά» τον πρόλαβα.

«Ακριβώς» είπε ο Μελέκ. «Γι αυτό ας πάμε τουλάχιστον οπλισμένοι σαν αστακοί. Να πάρουμε χατζάρια και πιστόλες μαζί μας!»

Ξεκινήσαμε πολύ πρωί. Είχαμε διαδρομή τεσσάρων ωρών μέχρι να φτάσουμε στον Μαραθώνα. Προχωρούσαμε καβάλα στα άλογα αμέριμνοι. Οι δυο γενίτσαροι του Μελέκ Αχμέτ ήταν έμπειροι πολεμιστές κι ενέπνεαν σιγουριά.

«Μ’ αρέσει το κλίμα της Αθήνας» είπε ο Μελέκ.

«Όταν γεράσεις, έλα να ζήσεις εδώ» του πρότεινα.

Η Αϊσέ δεν μιλούσε καθόλου, ενώ, η Φουέντε δεν έκλεινε το στόμα της. Εξηγούσε τί υπήρχε στο κάθε μέρος από το οποίο περνούσαμε. Κατάφερε να περιγράψει στον Μελέκ σχεδόν ολόκληρη τη μάχη του Μαραθώνα. Κάναμε μόνο μια στάση στον Σχοινιά όπου ξεπεζέψαμε για να ξεπιαστούμε. Ήπιαμε καθαρό νερό και φάγαμε λίγη φέτα με ψωμί κι ελιές.

Εκεί ακριβώς είναι που δεχτήκαμε την ύπουλη επίθεση. Μας επιτέθηκαν πέντε άτομα που είχαν βέλη και χατζάρια κι έδειχνα να είναι εμπειροπόλεμοι. Μαζί με τον δυνατό θόρυβο ακούγονταν και βρισιές. Πρώτα δέχτηκαν τα βέλη τους οι δυο γενίτσαροι που αιφνιδιάστηκαν. Ο ένας σκοτώθηκε αμέσως κι ο άλλος πληγώθηκε, αλλά, πρόλαβε να πυροβολήσει. Σκότωσε τον έναν από τους ληστές.

«Τραβηχτείτε» φώναξα στις γυναίκες.

«Πρόσεχε πίσω σου Ρωμιέ» φώναξε ο Μελέκ Αχμέτ.

Γύρισα και πυροβόλησα. Άλλος ένας από τους ληστές έπεσε κάτω. Έβριζαν στα τουρκικά.

«Είναι Τούρκοι» έκανε έκπληκτος ο Μελέκ.

«Τούρκοι και Αλβανοί» τον διόρθωσα.

Με την πιστόλα σημάδεψε και σκότωσε έναν ακόμη ο Μελέκ. Δεν προλαβαίναμε να ξαναγεμίσουμε και βγάλαμε τα σπαθιά. Αυτοί, πριν μας χιμήξουν με τα σπαθιά τους, έριξαν από ένα ακόμα βέλος. Δεν πέτυχαν ούτε τον Μελέκ ούτε εμένα. Πέτυχαν όμως την Φουέντε!

«Πηγίτσα!» φώναξα σχεδόν σαν να χτυπήθηκα εγώ.

Όρμισα σαν τρελός για να την πιάσω καθώς έπεφτε.

«Πρόσεχε Ρωμιέ» μου φώναξε ο Μελέκ.

Με μια επιδέξια κίνηση σταμάτησε το χατζάρι του ληστή που στόχευε το κεφάλι μου. Αντί για το δικό μου, το κεφάλι του ληστή έφυγε από τους ώμους του από το περίτεχνο κτύπημα του Μελέκ. Δεν με ενδιέφερε. Στα χέρια μου είχα το άψυχο κορμί της Φουέντε. Το βέλος την είχε βρει κατ’ ευθείαν στην καρδιά. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά σαν να έβλεπε με έκπληξη τα γεγονότα.

Ήθελα να της μιλήσω αλλά δεν ήξερα τι να της πω. Δεν ήξερα που βρισκόμουν. Μια τα πεύκα του Σχοινιά και μια τα κατάρτια της ναυαρχίδας του Αλή Πασά περνούσαν από τα μάτια μου. Το γλυκό πρόσωπό της γέμισε με αχνιστό αίμα που ανέβρυζε από το στήθος της. Δεν μπορούσα να διακρίνω τι ήταν που κοκκίνιζε από το αίμα. Ήταν το καθαρό της άσπρο πουκάμισο ή η χρυσαφένια ισπανική της πανοπλία; Δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Ήμουν στην εξοχή της ελεύθερης Αθήνας ή πάνω στην τουρκική ναυαρχίδα στην αιχμή της μάχης; Ένιωσα πως είχα χάσει εντελώς κάθε αίσθηση χρόνου και τόπου. Δέχτηκα ένα χτύπημα στο κεφάλι που με ζάλισε και με έριξε αναίσθητο. Πριν κλείσουν τα μάτια μου, κράτησα σφιχτά το κορμί της Φουεντίνας μου. Είδα τον Μελέκ να σκοτώνει και τον τελευταίο από τους ληστές.

Ο κόσμος σταμάτησε να υπάρχει εκείνη τη στιγμή. Ο χρόνος σταμάτησε επίσης. Με μιας, σταμάτησαν όλα!

===

ΤΕΛΟΣ

===  

***********************

Η Φουέντε δέχτηκε ένα βέλος στην καρδιά κι ο Χάρμος την κρατά στην αγκαλιά του κι αναρωτιέται πού βρίσκεται. Είναι εδώ στον Μαραθώνα που δέχεται το βέλος η Φουέντε ή μήπως είναι κι οι δυο τους στο κατάστρωμα του Ρεάλ που έχει ενωθεί με την Σουλτάνα στη μεγάλη ναυμαχία στη Ναύπακτο. Είναι από ληστή Τουρκαλβανό στον Μαραθώνα το βέλος ή από γενίτσαρο την ώρα της μεγάλης μάχης, τέσσερα χρόνια πριν; Εδώ τελειώνει η ιστορία.

Αύριο ο Επίλογος που τον γράφει κι αυτόν ο Χάρμος στην Τραπεζούντα και το τέλος του βιβλίου.