Μια κι έπιασα με την χτεσινή μου ανάρτηση τα επετειακά, βλέπω και την ανάρτησή μου της Τετάρτης 20 Αυγούστου του 2014. Σήμερα Τετάρτη 19 Αυγούστου του 2026, λοιπόν, που συμπληρώνονται δώσεκα χρόνια από τότε,, θα ξαναθυμηθώ εκείνη την ανάρτηση που αφορούσε ένα ποίημα ενός από τους λυρικούς ποιητές (βουκολικός), του Θεόκριτου. Δεν λέω άλλα, απλά κοινοποιώ την ανάρτηση εκείνη.
----
Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014
Θεοκρίτου "Θαλύσια"
Για το καλοκαίρι (που σιγά-σιγά φεύγει) και το φθινόπωρο που σε λίγο θα έρθει δίνω αυτό το απόσπασμα από ένα ποίημα.
Είναι του Θεόκριτου, ενός Συρακούσιου που γεννήθηκε γύρω στο 315 πΧ και πέθανε στα μέσα του 3ου αι. πΧ. Είναι ο ιδρυτής της βουκολικής ποίησης και σώθηκαν περίπου 30 έργα του που ονομάζονται Ειδύλλια, κυρίως λόγω του ότι είναι ιστοριούλες (έπη μικρά σε έκταση).
Για όποιον έχει τη διάθεση να διαβάσει έναν ποιητή που οι στίχοι του είναι ζώσα φύση και ζωντανά συναισθήματα μπερδεμένα αξεδιάλυτα με τρομερή μαεστρία, το παρακάτω είναι μέρος του ειδυλλίου “Θαλύσια”. Τα Θαλύσια ήταν γιορτή προς τιμή της Δήμητρας.
Δεν παραθέτω όλο το ποίημα βέβαια αλλά μόνο ένα κομμάτι του. Οι πρωταγωνιστές του ποιήματος έχουν κάνει έναν περίπατο στο νησί της Κω και φτάνουν στο σπίτι του φίλου τους όπου θα γιορτάσουν τα Θαλύσια.
Έπειτα εγώ και ο Εύκριτος μαζί με τον όμορφο Αμύντα
Πήγαμε στου Φρασίδημου, όπου χαρούμενοι ξαπλώσαμε
Σε μυρωδάτα σχοίνα και σε παχιά φρεσκοκομμένα αμπελόφυλλα
Απανωθέ μας λικνίζονταν φτελιές πολλές και λεύκες
Κι από το σπήλαιο των Νυμφών ιερό νερό κυλούσε
Και επάνω στα σκιερά κλαδιά οι τζίτζικες
Δεν παύαν το τραγούδι τους, καμένοι από τον ήλιο
Κι ο βάτραχος ο πράσινος, από μακριά ξεφώνιζε
Λαλούσαν οι κορυδαλλοί κελαηδούσαν οι καρδερίνες
Και τα τρυγόνια στέναζαν.
Γύρω από τις πηγές οι μέλισσες πετούσαν
Ολόγυρά μας μύριζε ολόγεμο το θέρος, μαζί και το φθινόπωρο
Τ’ αχλάδια και τα μήλα σωροί στα πόδια μας κυλούσαν,
Κι οι κλώνοι της δαμασκηνιάς στη γη ως κάτω
Έγερναν απ’ τον πολύ καρπό
Κι απ’ το βαρέλι έτρεχε κρασί τετραχρονίτικο
Ω, Νύμφες της Κασταλίας
Που στην ψηλή του Παρνασσού κορφή του κατοικείτε
Άραγε κέρασε με τέτοιο κρασί τον Ηρακλή όταν τον φιλοξένησε
Μες στη σπηλιά του Φόλου ο γέροντας ο Χείρων;
Άραγε τέτοιο κρασί να ‘κανε τον Πολύφημο από την Άναπο
Που με τα δυνατά του μπράτσα βουνά ολάκερα πετούσε στα καράβια
Τέτοιο άραγε κρασί τον έκανε
Να σύρει στην αυλή του τρικούβερτο χορό;
Τέτοιο άραγε να ήτανε και το πιοτό
Που μας κεράσατε Νύμφες δίπλα καθώς καθόμαστε
Στης Αλωίδας Δήμητρας το βωμό;
Μακάρι το φτυάρι μου
Βαθιά μες στο σωρό το στάρι να μπήξω
Κι εκείνη να γελά,
Στα δυο της χέρια έχοντας στάχυα και ανεμώνες!
---
Σε εκείνη την ανάρτηση παρέθετα και το αρχαίο κείμενο (στίχοι 130-158) του ποιήματος που τώρα το παραλείπω. Ας μείνουμε με την αίσθηση που δίνει το ποίημα χωρίς πολιτικές ή φιλολογικές τεκμηριώσεις.