Πριν 5 χρόνια, σαν αύριο 2/9/21, έφυγε ο Μίκης Θεοδωράκης. Δεν χρειάζονται λόγια για τον εθνικό συνθέτη και τραγουδοποιό Μίκη που κατάφερε να ενώσει τους Έλληνες παρόλο που σε όλη του την ζωή ήταν απειθάρχητος και δεν δίσταζε να φτάνει στα άκρα. Όλοι αναγνώρισαν, Αριστερά και Δεξιά, όχι μόνο το τεράστιο έργο του αλλά και την ασίγαστη αγάπη του -μέχρι και αυτοθυσίας ακόμη- για την Ελλάδα.
Για να τον τιμήσω, θα βάλω ένα έργο του που είναι το λιγότερο συγκλονιστικό. Στίχοι της "Μαρίνας" (Ρένα Χατζηδάκη, κόρη της Λιλής Ζωγράφου).
Παραθέτω κείμενο του Μίκη με το οποίο εξιστορεί πώς έφτασε να γράψει την κατάσταση πολιορκίας, κάτω από ποιες συνθήκες με τα στρατόπεδα κράτησης της χούντας.
--------------
«Χάρη στους φίλους μου της Γερμανίας, θα μάθουν και οι συμπατριώτες μου, έστω και με καθυστέρηση 35 και πλέον χρόνων, ότι την εποχή της χούντας υπήρξαν και μερικοί “κουζουλοί”, που άφησαν τα σπίτια τους και μπήκαν στην παρανομία για να υπερασπίσουν με τον τρόπο τους τις καταπατημένες μας ελευθερίες. Θα είναι καλό επίσης να μάθουν ότι το τίμημα γι’ αυτές τους τις πράξεις ήταν: Γενική Ασφάλεια – Βασανιστήρια – Φυλακή.
Ένας από αυτούς και εγώ και ένα από τα δικά μου “όπλα” η μουσική. Μια μουσική που να καταγγέλλει από τη μια μεριά και να εμπνέει και να ξεσηκώνει από την άλλη. Ξεφεύγοντας τη σύλληψη τη νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου ταλαιπωρήθηκα έως ότου βρω ένα ασφαλές καταφύγιο. Εκεί συνέταξα τη Διακήρυξη για την Ιδρυση του Πατριωτικού Μετώπου και μαζί έγραψα τα τρία τραγούδια της Νέας Αντίστασης.
Τα κείμενα θα έπρεπε να είναι απλά, άμεσα, για να γίνουν καταληπτά από κάθε πατριώτη που ένιωθε πάνω στο πετσί του την καταπίεση και την ντροπή και είχε μέσα του τη φλόγα του αγώνα για την Ελευθερία. Ζήτησα δύο μαγνητόφωνα, ώστε να πολλαπλασιάσω τη φωνή μου και να δίνω την αίσθηση της χορωδίας. Πράγματι στην Ασφάλεια που βρέθηκα έπειτα από έξι μήνες, με ρωτούσαν για το ποιοι τραγουδούσαν μαζί μου, χειρότερη όμως ήταν η τύχη των συντρόφων μου, που τους βασάνιζαν για να ομολογήσουν ότι συμμετείχαν στη… φωνοληψία! H κασέτα αυτή με τα τρία τραγούδια έφτασε στο Παρίσι, όπου το ΚΚΓ την έκανε χιλιάδες δίσκους που έφτασαν παντού! Ως τη μακρινή Αυστραλία όπου ζούσαν Ελληνες. Αργότερα η Μελίνα τραγουδούσε παντού «Το Μέτωπο τους Ελληνες καλεί ξανά στη μάχη, “Ελευθερία ή Θάνατος” το λάβαρό μας γράφει»…
Οπως είπα, πιάστηκα τον Αύγουστο του 1967 και έμεινα στη Γενική Ασφάλεια ως τον Οκτώβριο, οπότε με μετέφεραν στο νοσοκομείο των Φυλακών Αβέρωφ «Αγιος Παύλος» σε κακή κατάσταση, λόγω του ότι έκανα απεργία πείνας. Κατά τη διάρκειά της και έως ότου χάσω τις αισθήσεις μου θυμάμαι ότι ένα μεσημέρι που χαλάρωναν τα μέτρα είδα θολά πάνω απ’ το κεφάλι μου μια γυναικεία φιγούρα. Απέναντι απ’ το κελί μου είχαν τις γυναίκες και φαίνεται ότι μία απ’ αυτές με τη συνενοχή κάποιων φρουρών μπόρεσε να μπει στο κελί μου. Ηταν η Ρένα Χατζηδάκη που μου χάιδεψε το μέτωπο και μου έβρεξε τα ξεραμένα μου χείλη. Μου είπε το όνομά της και πρόσθεσε πως όλοι βρίσκονται στο πλευρό μου, εννοώντας τους συγκρατουμένους στη Γενική Ασφάλεια. Αυτό μου έδωσε ελπίδα και δύναμη, γιατί ένιωσα ότι δεν είμαι μόνος.
Αργότερα, όταν βρέθηκα στις Φυλακές Αβέρωφ, καθώς κάναμε βόλτα στο προαύλιο, κάποιος μου έδειξε τα παράθυρα της διπλανής φυλακής των γυναικών και μου είπε: «Κάποιες σε χαιρετούν…». Είδα δυο-τρία πρόσωπα πίσω από τα κάγκελα. Στα χέρια τους κρατούσαν άσπρα μαντήλια και τα ανέμιζαν στέλνοντάς μου χαιρετίσματα. Μία απ’ αυτές ήταν η Ρένα Χατζηδάκη. Από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1968 ήμουν “ελεύθερος” και ζούσα ανάμεσα Αθήνα και Βραχάτι συνοδευόμενος από κουστωδία αστυνομικών. Δεν μπορούσα λοιπόν να επισκεφθώ κανέναν φοβούμενος ότι θα τον «κάψω». Ετσι, περιορίστηκα σε πρώην κρατουμένους, που δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα. Μία από αυτούς ήταν και η Σίλβα Ακρίτα, που μόλις βγήκε από τη φυλακή, έσπευσα να την επισκεφθώ στο σπίτι της στη Φιλοθέη. H συγκίνησή μας ήταν πολύ μεγάλη, όμως πιο μεγάλη χαρά έδειχνε η κορούλα της η Ελενα, που είχε μεγαλώσει και που η έλλειψη της μαμάς της την είχε πληγώσει βαθιά.
H Σίλβα και η Ρένα είχαν γίνει φίλες στην Ασφάλεια. Στη συνέχεια βρέθηκαν στο ίδιο κελί και στη φυλακή. Μου λέει λοιπόν, “αυτή η κοπέλα είναι μεγάλη ποιήτρια. Μόνο που μόλις μας διάβαζε ένα της ποίημα, αμέσως μετά το έσκιζε. Να, χθες έγραψε ένα υπέροχο κείμενο που το έχω στο συρτάρι και που φοβάμαι ότι μόλις επιστρέψει, θα το καταστρέψει… Ξέρεις, επειδή είναι μόνη, μένει προσωρινά μαζί μας…”. Την παρακάλεσα να με αφήσει να το διαβάσω. “Κάνε γρήγορα”, μου λέει η Σίλβα, “γιατί όπου να ‘ναι θα γυρίσει…”.
Ειλικρινά σήμερα δεν θυμάμαι αν εκείνη την ώρα αντέγραψα το ποίημα ή αν το πήρα με το έτσι θέλω μαζί μου. Γιατί με το πρώτο διάβασμα γοητεύτηκα τόσο πολύ, που δεν θα αποχωριζόμουν με τίποτε ένα τέτοια αριστούργημα.
Σε λίγη ώρα οδηγούσα το αυτοκίνητο στη διαδρομή προς Βραχάτι και φαίνεται ότι επειδή είχα ζωντανές τις λέξεις στο μυαλό μου, γινόταν μέσα μου μια μυστική προεργασία. Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι μόλις έφτασα στο Βραχάτι κάθησα στο πιάνο και όταν σε λίγο σηκώθηκα, είχα συνθέσει με μια ανάσα την Κατάσταση Πολιορκίας. Ευθύς άρχισα να την τραγουδώ απ’ το πρωί ως το βράδυ μόνος, μόνο και μόνο για να την ακούω εγώ ο ίδιος. Μια απ’ αυτές τις αμέτρητες φορές τη μαγνητοφώνησα, για να τη στείλω στη Σίλβα και στη Ρένα. Και αυτό ακριβώς το αντίγραφο που το είχε φυλάξει η Χατζηδάκη, μου το έδωσε πριν από λίγα χρόνια για να το στείλω στη Γερμανία και να μπει τελικά στο CD αυτό»