Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Η ... "ασφαλής" χώρα της ΑΕ

Ο Ντόκος την πάτησε αν και λέγεται ότι είναι σοβαρός άνθρωπος. Μιλούσε με Ρώσους φαρσέρ που το έπαιζαν Ουκρανοί κι έλεγε κάποιες διπλωματικές θέσεις που κάνουν κάθε εχέφρονα πολίτη να γελάει και να κλαίει. Να γελά με την κυβερνητική ανοησία και να θλίβεται με την ανευθυνότητα. Η πλάκα που έκαναν οι δυο Ρώσοι στον σύμβουλο ασφαλείας του Μητσοτάκη δείχνει πόσο ασφαλής είναι η χώρα στα χέρια μιας ΑΕ που νοιάζεται μόνο για τις μπίζνες και τα καρτέλ

Δεν ξέρω πού πάει η Ελλάδα της ακρίβειας, του πληθωρισμού, των χαμηλών μισθών, της ανομίας, των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ, ξέρω όμως ότι η πολιτική αλλαγή -που ήταν έτσι κι αλλιώς αναγκαία- γίνεται κάθε μέρα και πιο πιθανή.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ο λόγος του Μαντάνι για την 4η Ιουλίου

Ο λόγος του Μαντάνι, δημάρχου της Νέας Υόρκης, για την 4η Ιουλίου, την μέρα της ανεξαρτησίας για την Αμερική (ΗΠΑ). Μνημείο καθαρού λόγου, ύμνος όχι μόνο για την Νέα Υόρκη και την Αμερική αλλά και για τον κόσμο μας σήμερα.

«Η θάλασσα μπαινοβγαίνει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης εποχή μετά την εποχή, χρόνο με τον χρόνο. Πολύ πριν ακουστεί ποτέ το όνομα “Νέα Υόρκη”, οι πιρόγες των Λέναπε διέσχιζαν αυτά τα νερά.
Σε αυτά τα κύματα εμφανίστηκαν αργότερα στον ορίζοντα τα ψηλά κατάρτια πλοίων με καπετάνιους εξερευνητές, όπως ο Τζοβάνι ντα Βερατσάνο και ο Χένρι Χάντσον, των οποίων τα ονόματα δώσαμε στις γέφυρες και στα ποτάμια μας. Και από τότε, πλοία γεμάτα ταξιδιώτες, εξαντλημένους από μακρινά ταξίδια, περνούσαν από το στενό The Narrows, με τους ανέμους του Ατλαντικού να φυσούν στα πανιά τους.
Όταν εκείνοι οι επιβάτες σήκωναν το κεφάλι για να δουν τι υπήρχε λίγο πιο πέρα από τα κύματα, τι αντίκριζαν;
Έβλεπαν μια γη καταπράσινη και γεμάτη ζωή.
Έβλεπαν ανθρώπους να περιμένουν στις αποβάθρες για να τους οδηγήσουν στη δουλεία.
Έβλεπαν πολυκατοικίες γεμάτες εξαθλίωση.
Έβλεπαν μια βιομηχανία που έσφυζε από δραστηριότητα, με ατμό και καπνό να υψώνονται στον ουρανό, μια πόλη σε αδιάκοπη κίνηση.
Έβλεπαν ένα γιγάντιο μνημείο της ελευθερίας, με τον πυρσό του να εκπέμπει ένα παγκόσμιο καλωσόρισμα.
Έβλεπαν τη Νέα Υόρκη.
Έβλεπαν την Αμερική.
Το έθνος μας συμπληρώνει 250 χρόνια από τότε που διακήρυξε την ανεξαρτησία του. Διακόσια πενήντα χρόνια ενός μεγάλου πειράματος αυτοδιακυβέρνησης — ενός τόσο τολμηρού εγχειρήματος ώστε, το 1776, αρκετοί πίστευαν πως δεν θα επιβίωνε ούτε λίγα χρόνια, πόσο μάλλον ένα τέταρτο της χιλιετίας.
Από το Λέξινγκτον μέχρι το Λος Άντζελες, από τη Σέλμα μέχρι τους Καταρράκτες Σενέκα, από τη Μορισάνια μέχρι το Μίντγουντ, οι Αμερικανοί θα συγκεντρωθούν για μια ημέρα εορτασμού, όπως κάνουν κάθε χρόνο.
Οι οικογένειες θα μαζευτούν γύρω από τις ψησταριές.
Τα πυροτεχνήματα θα φωτίσουν τον νυχτερινό ουρανό.
Όμως αυτή δεν θα είναι μια συνηθισμένη ημέρα γιορτής.
Η συμπλήρωση 250 χρόνων αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία για περισσότερους από 340 εκατομμύρια ανθρώπους να στραφούν ταυτόχρονα ο ένας προς τον άλλο, αλλά και προς τον ίδιο τους τον εαυτό, ώστε να αναλογιστούν ποιοι είμαστε ως έθνος.
Όταν κοιτάζουμε την Αμερική, τι βλέπουμε;
Εδώ, στο Δημαρχείο, καθώς κάθομαι πίσω από το γραφείο του Τζορτζ Ουάσινγκτον, έχοντας δίπλα μου νέους Αμερικανούς που ήρθαν σε αυτή τη χώρα από άλλες πατρίδες, δεν μπορώ να δω ολόκληρη την Αμερική. Αλλά, όπως τόσοι πολλοί πριν από εμάς, μπορώ να δω τη Νέα Υόρκη.
Η πόλη που βλέπω σήμερα μοιάζει πολύ διαφορετική από εκείνη που αντίκρισε ο Τζορτζ Ουάσινγκτον. Τον Ιούλιο του 1776 η πόλη μας έβραζε κάτω από τον ζυγό της καταπίεσης.
Οι Βρετανοί είχαν επιβάλει μια αποικιακή κυριαρχία τόσο καταπιεστική ώστε, πριν από 250 χρόνια, περίπου 130 χιλιόμετρα νοτιότερα, μια μικρή ομάδα εκδοτών εφημερίδων, αγροτών και στρατιωτών υπέγραψε ένα κείμενο που διακήρυττε αλήθειες οι οποίες σήμερα μοιάζουν αυτονόητες, αλλά τότε ήταν επαναστατικές, θεμελιώνοντας τα ιδανικά που το έθνος μας εξακολουθεί να προσπαθεί να πραγματοποιήσει.
Οι Βρετανοί δεν αντέδρασαν καθόλου καλά.
Ξέσπασε πόλεμος.
Και εκείνον τον Αύγουστο, καθώς η μεγαλύτερη μάχη της Αμερικανικής Επανάστασης εξελισσόταν στο Μπρούκλιν, οι πυροβολαρχίες του Governor’s Island στόχευαν τα βρετανικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα λίγο πιο έξω από την ακτή.
Ήμασταν λιγότεροι.
Ήμασταν χειρότερα εξοπλισμένοι.
Και ηττηθήκαμε κατά κράτος.
Μέσα σε λίγους μόλις μήνες φαινόταν πως το νεοσύστατο δημοκρατικό μας εγχείρημα βρισκόταν στο χείλος της κατάρρευσης.
Αλλά εκείνη τη νύχτα, κάτω από το φως του φεγγαριού, χιλιάδες στρατιώτες μας επιβιβάστηκαν σιωπηλά σε πορθμεία και επίπεδες βάρκες και διέφυγαν προς το Μανχάταν. Ο Ηπειρωτικός Στρατός επέζησε για να πολεμήσει μια ακόμη ημέρα.
Η ανεξαρτησία μπορεί να διακηρύχθηκε στη Φιλαδέλφεια, αλλά διασώθηκε στη Νέα Υόρκη.
Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον ήταν ο τελευταίος που εγκατέλειψε το Μπρούκλιν. Καθώς περίμενε στην όχθη του ποταμού, με τον ήλιο να αρχίζει να ανατέλλει, θα αντίκριζε τα νερά της Νέας Υόρκης και θα έβλεπε αυτό που τόσοι πολλοί έχουν δει στα 250 χρόνια που ακολούθησαν: μια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα.
Αυτές οι ευκαιρίες — όπως άλλωστε όλα στη Νέα Υόρκη — δεν χαρίζονται. Κερδίζονται.
Το 1838, έντεκα χρόνια αφότου η Νέα Υόρκη απαγόρευσε τη δουλεία, ένας πρόσφατα απελευθερωμένος μαύρος άνδρας, ονόματι James Weeks, θέλησε κι εκείνος να ξεκινήσει από την αρχή και να βοηθήσει εκατοντάδες ακόμη ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.
Αγόρασε γη στο Μπρούκλιν, εξασφάλισε το δικαίωμα ψήφου και πούλησε οικόπεδα σε άλλους νεοαπελευθερωμένους Αφροαμερικανούς.
Όταν έφταναν στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ήξεραν ότι τους περίμενε κάτι που ποτέ πριν δεν είχαν αποκτήσει:
Ένα σπίτι.
Το Weeksville υπάρχει ακόμη και σήμερα — ένα ζωντανό μνημείο αυτού που γνωρίζουμε ότι είναι η Αμερική: ένας τόπος που ο καθένας μας έχει τη δύναμη να διαμορφώσει.
Εκείνα τα χρόνια το λιμάνι έσφυζε από ζωή, καθώς πλοία κατέφθαναν από κάθε γωνιά του κόσμου. Εκατοντάδες χιλιάδες Ιρλανδοί μετανάστες έφτασαν με τα στομάχια τους να πονούν από έναν λιμό που είχε προκληθεί από την ωμή βία της αποικιοκρατίας.
Κινέζοι ναυτικοί εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Chinatown. Εκατομμύρια ακόμη πέρασαν μπροστά από το Άγαλμα της Ελευθερίας και μέσω του Ellis Island:
Εβραίοι που διέφευγαν από τα πογκρόμ.
Ιταλοί που εγκατέλειπαν τη φτώχεια.
Σύροι που αναζητούσαν οικονομικές ευκαιρίες.
Κάθε ένας από αυτούς τους νεοφερμένους κοιτούσε μέσα από τα φινιστρίνια των πλοίων προς μια πόλη που άλλαζε τόσο γρήγορα όσο και ολόκληρο το έθνος.
Έβλεπαν εμπόρους να πουλούν τα προϊόντα τους στις αποβάθρες.
Έβλεπαν δρόμους να χαράσσονται σύμφωνα με το ορθογώνιο πολεοδομικό σχέδιο.
Έβλεπαν κτίρια να υψώνονται προς τον ουρανό.
Δεν μπορούσαν ακόμη να δουν τον ξενοφοβικό εθνικισμό που θα αντιμετώπιζαν.
Τις δουλειές που θα τους αρνούνταν.
Τους ιδιοκτήτες που δεν θα τους νοίκιαζαν σπίτι.
Τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης που θα αναγκάζονταν να υπομείνουν.
Αλλά, όσο πυκνή κι αν ήταν η αιθαλομίχλη πάνω από το λιμάνι, εξακολουθούσαν να βλέπουν μια ευκαιρία για μια νέα αρχή. Τα χρόνια που ακολούθησαν, παρά τους νόμους της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που επιχειρούσαν να τους αποκλείσουν από τη χώρα, παρά τις πυρκαγιές στα εργαστήρια ένδυσης που στοίχισαν τη ζωή σε εκατοντάδες γυναίκες, παρά τις ταραχές που στρέφονταν ενάντια στην ίδια τους την ύπαρξη, οι μετανάστες δημιούργησαν τα σπίτια τους εδώ, στη Νέα Υόρκη. Και συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί η ίδια η Νέα Υόρκη.
Αυτή η κληρονομιά — κάθε γενιά Αμερικανών που επέμενε ότι το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας ανήκει και σε εκείνη — δεν αποτελεί απολίθωμα του παρελθόντος.
Ήταν αυτή που οδήγησε εκατομμύρια Αφροαμερικανούς προς τον Βορρά κατά τη Μεγάλη Μετανάστευση.
Ήταν αυτή που έφερε εκατοντάδες χιλιάδες Πορτορικανούς στη Νέα Υόρκη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ήταν αυτή που προσέλκυσε αμέτρητους ακόμη ανθρώπους από τις Δυτικές Ινδίες, τη Νότια Ασία, τη Δυτική Αφρική και κάθε γωνιά του κόσμου.
Και ήταν αυτή που έφερε και τη δική μου οικογένεια σε αυτή την πόλη, όταν ήμουν επτά ετών.
Η οικογένειά μου δεν έφτασε με πλοίο. Έφτασε με αεροπλάνο, αν και είδαμε το Άγαλμα της Ελευθερίας από το παράθυρό του. Ακόμη κι από ψηλά μπορούσαμε να διακρίνουμε την υπόσχεση της Αμερικής.
Την υπόσχεση του όμορφου και βαθιά πατριωτικού έργου να κάνουμε την Αμερική, χρόνο με τον χρόνο, λίγο πιο πιστή στα ιδρυτικά της ιδανικά.
Υπάρχει ένας όρος που χρησιμοποιείται διαρκώς για να περιγράψει το έθνος μας και όσους το διαμόρφωσαν:
Η αμερικανική εξαιρετικότητα.
Η συμβατική σοφία μάς λέει ότι η αμερικανική εξαιρετικότητα είναι αυτό που κάνει την ελευθερία μας πιο ελεύθερη.
Ότι χάρη σε αυτήν ανοίξαμε το κανάλι του Έρι.
Ότι χάρη σε αυτήν αρδεύσαμε τη Δύση.
Ότι γι’ αυτό παιδιά σε μακρινές χώρες μεγαλώνουν ονειρευόμενα πως μια μέρα θα μεταναστεύσουν εδώ.
Κι όμως, υπάρχει μια ειρωνεία.
Η ιστορία της Αμερικής έχει τόσο συχνά γραφτεί από ανθρώπους στους οποίους οι ισχυροί, οι εύποροι και οι επιδραστικοί έλεγαν ακριβώς το αντίθετο: ότι δεν είχαν τίποτα το εξαιρετικό.
Μας λένε πως, όταν ο κόσμος έστελνε τους ανθρώπους του στις ακτές μας, δεν έστελνε τους καλύτερους.
Έστελνε Πουριτανούς, Σιχ, Κουάκερους, μουσουλμάνους και Εβραίους που είχαν εξοριστεί επειδή προσεύχονταν με τον «λάθος» τρόπο, λάτρευαν τους «λάθος» θεούς ή δυσαρεστούσαν τους «λάθος» ανθρώπους.
Έστελνε αγρότες και δουλοπάροικους από παραγκουπόλεις και εβραϊκά στέτλ, ανθρώπους που αντιμετωπίζονταν ως κατώτεροι επειδή μετά βίας διέθεταν ρούχα, πόσο μάλλον γη.
Έστελνε μετανάστες για τους οποίους η εξουσία ήταν πάντοτε κάτι που ανήκε σε κάποιον άλλον.
Μας λένε ότι η Αμερική είναι εξαιρετική επειδή είναι πλουσιότερη, ισχυρότερη και πιο δυνατή από όλους τους υπόλοιπους.
Η αλήθεια, φίλες και φίλοι μου, είναι διαφορετική.
Η Αμερική είναι εξαιρετική επειδή εδώ τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο.
Τα σύνορα της Δύσης μπορεί να έκλεισαν (δηλαδή ολοκληρώθηκε η ιστορική επέκταση των ΗΠΑ προς τα δυτικά και δεν υπάρχουν πλέον «νέα σύνορα» για κατάκτηση). Μπορεί να περπατήσαμε στη Σελήνη.
Όμως το έργο της πραγματοποίησης των αξιών που κατοχυρώθηκαν για πρώτη φορά στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας εξακολουθεί να συνεχίζεται. Και αυτό το έργο, φίλες και φίλοι μου, ανήκει σε όλους μας.
Ανήκει επίσης στους νεότερους Αμερικανούς, σε αυτούς που στέκονται σήμερα εδώ δίπλα μου και απέκτησαν πρόσφατα την αμερικανική υπηκοότητα.
Πριν από σχεδόν μία δεκαετία κι εγώ ένιωσα αυτό που νιώθετε σήμερα εσείς:
Τη χαρά να μην είμαι πλέον μόνο Νεοϋορκέζος, αλλά και Αμερικανός.
Ο καθένας σας κρατά μια ξεχωριστή δύναμη.
Τη δύναμη να καθορίσει τι σημαίνει η Αμερική.
Οι ισχυροί είχαν πάντοτε τη δική τους απάντηση.
Στη δική τους αντίληψη, η Αμερική είναι μια αρένα υπεροχής, όπου μόνο λίγοι εκλεκτοί δικαιούνται την ελευθερία. Όπου δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι.
Αν τους ρωτήσετε, η Αμερική γίνεται μικρότερη όσο περισσότερους ανθρώπους υποδέχεται.
Θα σας πουν ότι η Αμερική ανήκει μόνο σε όσους έχουν τη «σωστή» προφορά ή το «σωστό» χρώμα δέρματος.
Οι υπόλοιποι, επιμένουν, θα έπρεπε να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη μόνο και μόνο επειδή μας επιτρέπεται να βρισκόμαστε εδώ.
Πόσο μικρόψυχοι είναι.
Πόσο αδύναμοι.
Πόσο στερούνται πρωτοτυπίας.
Σε κάθε στιγμή της ιστορίας μας, όσοι κυβερνούσαν μέσω του αποκλεισμού και της απομόνωσης επιχείρησαν να αποκτήσουν εξουσία και να πλουτίσουν, στρέφοντάς μας τον έναν εναντίον του άλλου.
Η διαίρεση είναι το παλαιότερο τέχνασμα της πολιτικής.
Και το φθηνότερο…
Αλλά ξανά και ξανά —συμπεριλαμβανομένης και της στιγμής πριν από 250 χρόνια— αυτές οι δυνάμεις της διαίρεσης ηττήθηκαν από τις δυνάμεις της προόδου.
Όπως έγραψε κάποτε ο Thomas Paine: «Αυτός ο νέος κόσμος υπήρξε το άσυλο των διωκόμενων φίλων της πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας… εδώ κατέφυγαν».
Κι όμως, σήμερα πάρα πολλοί από τους ηγέτες μας δεν πιστεύουν σε ένα όραμα της χώρας ως καταφυγίου για τους διωκόμενους.
Αντιθέτως, πιστεύουν σε μια χώρα που διώκει όσους αναζητούν άσυλο.
Καθώς συμπληρώνουμε 250 χρόνια, τι βλέπουμε;
Βλέπουμε μια πόλη γεμάτη αντιφάσεις μέσα σε ένα έθνος γεμάτο αντιφάσεις.
Βλέπουμε την πλουσιότερη χώρα στην ιστορία του κόσμου. Μια χώρα όπου παιδιά πηγαίνουν για ύπνο πεινασμένα, ενώ ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος του κόσμου εξακολουθεί να πεινά για ακόμη περισσότερα.
Βλέπουμε μονοπώλια που κυριαρχούν σε κάθε κλάδο της οικονομίας.
Βλέπουμε ολιγάρχες που αγοράζουν τις εκλογές.
Βλέπουμε μασκοφόρους πράκτορες να τρομοκρατούν τις γειτονιές μας.
Να τρώνε το φαγητό που μαγειρεύουν οι χωρίς χαρτιά γείτονές μας και ύστερα να τους αρπάζουν μέσα σε βαν χωρίς διακριτικά.
Βλέπουμε ένα έθνος του οποίου ο τεράστιος πλούτος χτίστηκε από ανθρώπους με ροζιασμένα, λερωμένα από το χώμα χέρια. Από ανθρώπους που εργάζονται στα εργοστάσια ή σμιλεύουν την πέτρα.
Και βλέπουμε ότι τόσο μεγάλο μέρος αυτού του πλούτου βρίσκεται τελικά στα απαλά χέρια μιας ελάχιστης προνομιούχας μειοψηφίας.
Ναι, βλέπουμε την Αμερική σε μια βιομηχανία ιδιωτικής ασφάλισης υγείας να εκμεταλλεύεται τους αρρώστους. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η Αμερική που βλέπω.
Τη βλέπω επίσης στη νοσηλεύτρια που εργάζεται διπλή βάρδια και, επιστρέφοντας στο σπίτι, σταματά για να δει πώς είναι ένας άρρωστος γείτονας.
Ναι, βλέπουμε την Αμερική στους εταιρικούς ιδιοκτήτες ακινήτων, για τους οποίους η αμέλεια αποτελεί επιχειρηματικό μοντέλο.
Αλλά τη βλέπουμε και στον πατέρα που βάζει τα παιδιά του για ύπνο κάτω από μια οροφή γεμάτη λεκέδες από διαρροές. Που ξυπνά πριν ακόμη χαράξει για να πάει στη δουλειά. Και εξακολουθεί να πιστεύει ότι η χώρα του μπορεί να προσφέρει περισσότερα στην οικογένειά του.
Ναι, βλέπουμε την Αμερική όταν ξοδεύουμε τα φορολογικά μας χρήματα για βόμβες και διασώσεις μεγάλων επιχειρήσεων, όταν πουλάμε τις εκλογές μας σε εκείνον που προσφέρει τα περισσότερα.
Αλλά τη βλέπουμε εξίσου καθαρά σε κάθε Αμερικανό που εξακολουθεί να πιστεύει ότι αυτή η χώρα ανήκει σε εμάς, τον λαό.
Βλέπουμε την Αμερική κάθε φορά που οι γείτονες ενώνονται με τους γείτονές τους —χωρίς να ρωτούν πόσο καιρό ζουν εδώ ή τι χαρτιά διαθέτουν— καθώς η ICE εισβάλλει στις γειτονιές μας.
Βλέπουμε την Αμερική κάθε φορά που νέοι και ηλικιωμένοι στέκονται κάτω από καταρρακτώδη βροχή ή μέσα σε αφόρητη ζέστη για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα.
Βλέπουμε την Αμερική κάθε φορά που οι εργαζόμενοι απαιτούν περισσότερα —όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τους συμπολίτες τους.
Υπάρχουν κάποιοι που απαντούν σε όσους ζητούν περισσότερα από την Αμερική με ένα απλό σύνθημα:
«Αγάπα την ή φύγε».
Όμως ο πατριωτισμός ποτέ δεν σήμαινε να προσποιούμαστε ότι η χώρα μας είναι χωρίς ελαττώματα.
Πατριωτισμός είναι κάθε πράξη δίκαιης διαμαρτυρίας.
Κάθε διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε μια δεκαετία πριν η εποχή της τη δικαιώσει. Είναι ακριβώς επειδή αγαπάμε αυτή τη χώρα που δεν πρόκειται να την εγκαταλείψουμε.
Άλλωστε, ποιος αγαπά περισσότερο την Αμερική από εκείνους που θυσίασαν τόσα πολλά για να γίνει ελεύθερη;
Σήμερα δεν σκέφτομαι μόνο την 4η Ιουλίου.
Σκέφτομαι και την 9η Ιουλίου.
Πέντε ημέρες μετά την υπογραφή της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, το κείμενο έφτασε εδώ, στη Νέα Υόρκη.
Οι Βρετανοί είχαν ήδη αποβιβαστεί στο Staten Island.
Περισσότερα από εκατό βρετανικά πολεμικά πλοία βρίσκονταν ανοιχτά των ακτών.
Σε ολόκληρη την πόλη ο Ηπειρωτικός Στρατός προετοιμαζόταν για την εισβολή.
Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον διέταξε τις ταξιαρχίες του να συγκεντρωθούν λίγα μόλις μέτρα από αυτό το κτίριο.
Τότε ο χώρος ήταν γνωστός ως The Commons.
Σήμερα τον ονομάζουμε City Hall Park.
Εκεί, μέσα στην εμβέλεια των βρετανικών κανονιών, ο Ουάσινγκτον έδωσε εντολή στους στρατηγούς του να διαβάσουν μεγαλόφωνα τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.
Και ενώ η ισχυρότερη αυτοκρατορία του κόσμου ετοιμαζόταν να επιτεθεί, ο Ουάσινγκτον είπε στους κατοίκους της Νέας Υόρκης αυτό ακριβώς που θα γιορτάσουμε αύριο:
Ότι είχαμε διακηρύξει την ανεξαρτησία μας.
Ότι η ελευθερία βρισκόταν πλέον σε απόσταση αναπνοής.
Εκείνο το βράδυ ο κίνδυνος ήταν άμεσος.
Η σύγκρουση δεν ήταν ενδεχόμενο.
Ήταν βεβαιότητα.
Κι όμως, όταν εκείνοι οι πρώτοι Νεοϋορκέζοι βάδισαν προς το άγαλμα του βασιλιά Γεωργίου Γ΄ στο Bowling Green —ένα άγαλμα που αργότερα θα έλιωναν για να κατασκευάσουν σφαίρες για τον νεοσύστατο στρατό τους— προχωρούσαν ενωμένοι.
Όχι με κίνητρο τη λεηλασία.
Αλλά στηριγμένοι σε ιδανικά που για πρώτη φορά είχαν αποκτήσει ένα όνομα: Αμερική.
Τα ιδανικά πάνω στα οποία οικοδομήθηκε το έθνος μας είναι αρκετά ισχυρά ώστε να αντέξουν οποιοδήποτε αυταρχικό καθεστώς. Αλλά μόνο εφόσον εμείς τα διεκδικούμε.
Η δική μας είναι μια χώρα που εργάζεται καθημερινά για να πλησιάσει την τελειότητα με την οποία συνελήφθη ως ιδέα.
Μια χώρα που προσπαθεί καθημερινά να γίνει καλύτερη.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το έργο της Αμερικής: στην προσπάθεια. Στη βελτίωση. Στη διαρκή επιδίωξη της τελειότητας.
Τι μεγάλο προνόμιο έχει ο καθένας μας να ζει σε μια χώρα που κάθε κάτοικός της μπορεί να διαμορφώσει.
Τι μεγάλη ευθύνη φέρει ο καθένας μας να αποδειχθεί αντάξιος όλων όσοι ήρθαν πριν από εμάς. Και τι μεγάλη δύναμη κρατά ο καθένας μας, ώστε να φέρει την Αμερική όλο και πιο κοντά σε εκείνο το μεγαλείο που τόσοι πολλοί διέκριναν όταν πρωτοαντίκρισαν αυτές τις ακτές.
Το μεγαλείο που, εδώ και διακόσια πενήντα χρόνια, αποτελεί την Αμερική.
Σας ευχαριστώ.
Ο Θεός να ευλογεί την Αμερική.
Ο Θεός να ευλογεί τη Νέα Υόρκη.
Και καλή 4η Ιουλίου σε όλους.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Νά πώς αποχαιρετά το Μιλγουώκι τον Γιάννη.


Κανένα μετάλιο, ούτε ολυμπιακό ούτε του ΝΒΑ δεν μπορεί να φτάσει το μεγαλείο αυτού του αποχαιρετισμού.

Μπράβο Γιάννη, μπράβο Μπακς.

Το μεταφράζω:

"Ήρθες στο Μιλγουόκι πριν από 13 χρόνια, ένα παιδί από τα Σεπόλια, με ένα άπιαστο όνειρο. Τα τελευταία 13 χρόνια σε έχουμε δει να εξελίσσεσαι σε έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες που έχει δει ποτέ το άθλημα, τον σπουδαιότερο Μπακ όλων των εποχών και την κινητήρια δύναμη πίσω από μια εποχή μπάσκετ των Μπακς που θα μείνει αξέχαστη για πάντα.
Από τη στιγμή που έφτασες, αγκάλιασες το Μιλγουόκι σαν σπίτι σου. Αγκάλιασες την ομάδα, την κοινότητα και όλους όσους πίστεψαν σε εσένα. Η σύνδεσή σου με τους οπαδούς των Μπακς ξεπέρασε τα όρια του μπάσκετ. Δεν έπαιξες απλώς μπάσκετ στο Μιλγουόκι, έγινες η καρδιά και η ψυχή αυτής της πόλης. Άγγιξες ζωές σε όλη την κοινότητά μας και ενέπνευσες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Πίστεψες σε αυτήν την πόλη και τους οπαδούς της όταν ο υπόλοιπος κόσμος αμφέβαλλε.
Μετά από 50 χρόνια, χάρισες ένα πρωτάθλημα στο Μιλγουόκι. Ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα για γενιές οπαδών των Μπακς που δεν σταμάτησαν ποτέ να πιστεύουν. Δώσατε στο Μιλγουόκι ελπίδα. Μας δίδαξες ότι η αφοσίωση εξακολουθεί να μετράει. Ότι η σκληρή δουλειά μπορεί να ξεπεράσει τις αντιξοότητες και ότι μια πόλη με μικρή αγορά θα μπορούσε ακόμα και να φτάσει την κορυφή, κι όλα αυτά επειδή αρνήθηκες να σταματήσεις να πιστεύεις. Υπήρξε ένα βράδυ στο οποίο το Μιλγουόκι δεν παρακολουθούσε απλώς την ιστορία, την ζούσε μαζί σου.
Η κληρονομιά σου στο Μιλγουόκι είναι ασφαλής και θα είναι πάντα αισθητή εδώ. Στις μπασκέτες, στην κοινότητα, στους αμέτρητους ανθρώπους που ενέπνευσες και στον τρόπο που έκανες μια ολόκληρη πόλη να πιστέψει ότι όλα ήταν δυνατά.
Σε ευχαριστούμε που πίστεψες στο Μιλγουόκι και που προσέφερες ό,τι είχες σε αυτήν την πόλη μέρα με τη μέρα. Μεταμόρφωσες τους Μπακς με κάθε τρόπο και άφησες το στίγμα σου σε αυτόν τον οργανισμό για τις επόμενες γενιές. Θα είσαι πάντα οικογένεια. Θα είσαι πάντα ο πρωταθλητής του Μιλγουόκι. Για πάντα μέρος αυτής της πόλης. Για πάντα ένας Μπακ. Σε ευχαριστούμε για όλα, Γιάννη."

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο δήμαρχος που δεν συμμορφώνεται!

Μια ανακοίνωση του δημάρχου με τίτλο "Διότι δεν συνεμορφώθην..." δείχνει τι σημαίνει διαπλοκή και πως τα ΜΜΕ και η ολιγαρχία πιάνονται κι από την τρίχα για να την κάνουν τριχιά όταν επιδιώκουν να υπερασπιστούν τις "ιδέες" τους και τα συμφέροντά τους.

Ακολουθεί η ανακοίνωση:

ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΝΕΜΟΡΦΩΘΗΝ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ (Νο2)

ή πώς η πυρασφάλεια μιας αποθήκης κινητοποιεί τον κρατικό μηχανισμό
Ένας γνωστός δικηγόρος, που δεν ζει στην πόλη -όμως εδώ και χρόνια αγαπά και φροντίζει ένα συγκεκριμένο τμήμα της, εκεί όπου μια βιομηχανία δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην υγεία και την ασφάλειά μας- αποφασίζει να απευθυνθεί στην εισαγγελία Πειραιά ζητώντας να ελεγχθούν συγκεκριμένα κτίρια του δήμου ως προς την πυρασφάλεια!
Η Εισαγγελία Πειραιά, ανταποκρινόμενη στο αίτημα με μεγάλη ταχύτητα, ζητά από το τοπικό Αστυνομικό Τμήμα να προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες.
Το Αστυνομικό Τμήμα της πόλης απευθύνεται ταχύτατα στην Πυροσβεστική που με τη σειρά της ανταποκρίνεται αμέσως στο αίτημα και προχωρά στους ελέγχους.
Αυτό το πετυχημένο παράδειγμα συνειδητοποιημένων πολιτών και άμεσης κινητοποίησης των μηχανισμών του κράτους δείχνει ότι όταν η πολιτεία θέλει, μπορεί.
Μακάρι σε αυτή τη χώρα η προάσπιση της υγείας, της ασφάλειας, της ζωής και της αξιοπρέπειας των πολιτών και των δικαιωμάτων τους να ήταν η προτεραιότητα της Πολιτείας και των μηχανισμών της. Θα είχαμε προλάβει τα Τέμπη, τη ΒΙΟΛΑΝΤΑ, τους εκατοντάδες νεκρούς εργαζόμενους στους χώρους δουλειάς όπου δεν υπάρχουν μέτρα προστασίας ούτε και έλεγχος.
Όμως η Πολιτεία ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ να κινείται μόνο όταν αυτό συμβαδίζει με τα θέλω κάποιων δικηγόρων που ζητούν έλεγχο της πυρασφάλειας του δημαρχείου ή πολιτών που ζητούν να τιμωρηθεί ο Δήμαρχος που έκλεισε τα σχολεία όταν στην Όιλ Ουάν είχαμε το πρόσφατο ατύχημα με τις αναθυμιάσεις να πνίγουν όλη την πόλη.
Λοιπόν, εμείς, θα έχουμε την πυρασφάλεια που θέλουν(!) όμως δεν θα μείνουμε σε αυτό.
Εμείς θα συνεχίσουμε να μιλάμε για την επιτακτική ανάγκη της ΑΜΕΣΗΣ ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ από τον οικιστικό ιστό των βιομηχανιών. Κι αν το τίμημα για την επιμονή μας θα είναι οι έλεγχοι από παντού και για τα πάντα, θα πληρώσουμε αυτό το τίμημα.
Η υγεία κι η ασφάλεια των ανθρώπων είναι πάνω από σκοπιμότητες.
Οι έλεγχοι είναι ευπρόσδεκτοι γιατί μας κάνουν καλύτερους
Ο Δήμαρχος ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ"

Κι εδώ αξίζουν μερικές διευκρινίσεις:
Η πυρασφάλεια για την οποία μιλά το κείμενο αφορούσε ένα υπόγειο στο Δημαρχείο που επρόκειτο να γίνει γκαράζ. Μιλάμε για την εποχή δημαρχίας Μελά, πριν είκοσι περίπου χρόνια. Τότε (προς εικοσαετίας) η πυροσβεστική είχε σημειώσει την παρατήρηση ότι αυτό το υπόγειο "γκαράζ" (που θα γινόταν δηλαδή γκαράζ) έπρεπε να έχει πυρασφάλεια. Ωστόσο το υπόγειο αυτό δεν έγινε ποτέ γκαράζ, έμεινε αποθήκη και δεν έγινε η πυρασφάλεια. Όχι πως ήταν γκαράζ και άλλαξε τώρα. Δεν έγινε ποτέ γκαράζ, έμεινε αποθήκη.
Κάποιος όμως, που έχει βάλει στο μάτι τον Δήμαρχο, ξέθαψε ΤΩΡΑ το θέμα κι έστειλε την εισαγγελία, την αστυνομία την πυροσβεστική (ευτυχώς δεν ήρθε και η ομάδα αλήθειας!) να δει αν η οδηγία που είχε δοθεί κάποτε προ εικοσαετίας για το γκαράζ (που δεν έγινε γκαράζ) εφαρμόστηκε!!!
Μιλάμε για κωμωδία!