Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

42 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 42η και τελευταία

Τέλος σήμερα.

Το μυθιστόρημα που εξελίσσεται όλο μέσα σε τρεις μόνο μέρες του Ιουνίου του 307 π.Χ. τελειώνει με την ενότητα "Αύριο θα είναι μια καλύτερη μέρα".

Ελπίζω να είναι για όλους μας.

*******************************


Αύριο θα είναι μια καινούργια μέρα (β' μέρος)

...............

 Ο θαυμάσιος γυρισμός της παρέας από το Φάληρο προς τον Πειραιά γινόταν με τα πόδια. Η άμαξα είχε μείνει για να μεταφέρει τον Ιάσονα και τη Δάφνη. Φαρμακωμένοι κι οι δυο επανέρχονταν, αλλά, δεν ήταν για πεζοπορία, έτσι, τους είχαν φορτώσει στο κάρο. Οι άλλοι προχωρούσαν αργά και μιλούσαν απολαμβάνοντας το τοπίο με μια αίσθηση πως κάτι καλό είχαν πετύχει. Είχαν λύσει το μυστήριο του φόνου του Ερμόδωρου και των άλλων θυμάτων των Ορφικών. Είχαν νιώσει το υπέροχο συναίσθημα της νίκης απ’ την στιγμή που είχαν τον τύραννο δέσμιο. Μετά τον διέσωσαν οι Μακεδόνες, αλλά, για την πόλη είχε τελειώσει. Ανάμεσα στον Ιλισό και τον Κηφισό, παρ' ό,τι είχε μπει Ιούνιος, ακόμα υπήρχαν λουλούδια πολύχρωμα. Υπήρχαν ανθισμένα, δέντρα οπωροφόρα γεμάτα με καρπούς. Όλη η φύση μύριζε αρώματα μεθυστικά.

Ο Μύρων έβλεπε τον Ζείκρατο να προχωρά σκεπτικός και δεν διέκοψε τον ειρμό του. Μόνο μια φορά τον ρώτησε κάτι για να εισπράξει μια ψυχρή απάντηση. Το ίδιο κι η Κλεοτίμα.

«Ο Ζείκρατος μας αποφεύγει» είπε στον Μύρωνα.

«Τον βλέπω συλλογισμένο. Κάτι τον απασχολεί».

«Εδώ που τα λέμε, έγιναν πολλά».

«Ο Ερμόδωρος θα ήταν πιο ήσυχος τώρα, αν ήταν εδώ μαζί μας» της είπε ο Μύρων.

«Δεν είναι όμως ... κι αυτό είναι οριστικό» είπε κι εκείνη σ’ ένα τόνο μελαγχολικό.

«Ήταν μόλις προχτές που πέρασα από το σπίτι σου για να σου πω τα δυσάρεστα νέα. Μόλις τρεις μέρες πέρασαν και μου φάνηκαν σαν αιώνας».

Δεν του απάντησε, όμως συμφωνούσε απόλυτα. Όλα είχαν αλλάξει γύρω της. Νέα πρόσωπα, η Νικάτα, η Εριφύλη, ο Υπάνωρ, την περιτριγύριζαν. Το πολίτευμα είχε αλλάξει και τα συναισθήματά της άλλαζαν κι αυτά. Όλα άλλαζαν εκτός από την φύση που παρέμενε επίμονα ελκυστική. Η θαλάσσια αύρα που ερχόταν από τον φαληρικό όρμο απάλυνε την ζέστη του καλοκαιριού. Οι σκιές των αραιών δέντρων και των ψηλών θάμνων τους σκέπαζαν κάθε τόσο ανακουφιστικά. Η αλλαγή στα δικά της συναισθήματα πού εντασσόταν άραγε; Ήταν σαν το πολίτευμα που είχε αλλάξει ή σαν την φύση που άλλαζε κι αυτή; Η φύση δεν φανερωνόταν ποτέ μόνη της, έπρεπε να την δεις για να την νιώσεις; Αν έμενες κλεισμένος στους τοίχους που ύψωνες για να προστατευτείς από το κρύο και τη βροχή, δεν έβλεπες τίποτε. Αν δεν άνοιγες τα μάτια, δεν θα ένιωθες τον ήλιο, ούτε το χρώμα και την ευωδιά που ανέδιδαν το χώμα κι η χλωρίδα. Άραγε ήταν κι εκείνη κλεισμένη μέσα σε τοίχους που δεν την άφηναν να δει; Γιατί ένιωθε αυτή την παράξενη μοναξιά τώρα;

«Νιώθεις όμορφα εδώ, Κλεοτίμα;» την ρώτησε ο Μύρων που πλησίασε κοντά της.

«Ναι, είναι πολύ γαλήνια όλα, και στο τοπίο αλλά και μέσα μου» του απάντησε.

«Θα κάνεις καιρό να ξεχάσεις τον Ερμόδωρο;»

«Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, θα συνεχίσω όμως να ζω»

«Θέλω να είμαι κι εγώ κομμάτι της ζωής σου» της είπε.

«Σε θέλω κι εγώ κομμάτι της ζωής μου, Μύρων».

Αντί για άλλη κουβέντα, της έδωσε ένα τριαντάφυλλο με βελούδινα κόκκινα πέταλα.

«Μμμ ... νά λοιπόν» έκανε η Κλεοτίμα. «Νά και τα ρόδα που μοσχοβολούν και τ' απαλό χορτάρι(*1)».

«Είναι τόσο όμορφο το ρόδο όσο κι εσύ» της είπε εκείνος θαρρετά.

«Ξεχνάς πως τ' αγκάθια του έκοψαν την θεά;»(*2)

«Αυτό δεν έχει αγκάθια» της είπε. «Τα έβγαλα».

Το μύρισε και το άρωμά του ήταν αιθέριο, μεθυστικό.

«Κατακόκκινο, σαν το αίμα της Αφροδίτης» είπε η Κλεοτίμα.

«Σαν τον πόθο μου για σένα, Κλεοτίμα!»

Τώρα κοκκίνισε αυτή. Έμοιαζε με το ρόδο που κρατούσε στο χέρι. Η λέξη «πόθος» την έκανε να ριγήσει.

«Πώς μου μιλάς έτσι;»

«Αν θέλεις ... σταματάω».

«Δεν υπάρχει “θέλω” εδώ» του είπε. «Στην περίπτωση αυτή υπάρχει το “πρέπει”».

Ο Μύρων ήξερε πως η Κλεοτίμα τον ήθελε. Το ήξερε από πολύ παλιά, άσχετα αν οι περιστάσεις τα είχαν φέρει έτσι ώστε να είναι με τον Ερμόδωρο. Το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος της άντρας κι ότι της είχε προτείνει να την αποκαταστήσει, την είχε δέσει μαζί του. Ο Μύρων τα ήξερε αυτά και σεβόταν τους φίλους του και τις αποφάσεις τους. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί να εκδηλώσει το παραμικρό. Είχε διακρίνει κι από τη μεριά της την ίδια αυτοσυγκράτηση. Όσο ζούσε ο Ερμόδωρος, ήταν το μόνο που μπορούσαν να κάνουν. Τώρα όμως, αφού η μοίρα το είχε ορίσει έτσι, δεν υπήρχε λόγος να κρύβουν τα αισθήματά τους. Εκείνος τουλάχιστον, δεν θα τα έκρυβε πια κι αυτό είχε κάνει μόλις τώρα.

«Ξέρω, είναι νωρίς ακόμα» της είπε. «Όμως θέλω πια να σου μιλάω καθαρά. Όταν έρθει ο καιρός ..»

«Ας περιμένουμε τότε να έρθει ο καιρός» του είπε εκείνη δείχνοντας ότι δεν ήθελε να πουν περισσότερα.

Ο Μύρων σεβάστηκε την επιθυμία της και σταμάτησε. Δεν έπαψε όμως να προχωρά δίπλα της ούτε απομακρύνθηκε κι εκείνη από κοντά του. Είχε κιόλας μετανιώσει για τον πάγο που του είχε βάλει. Όσο κι αν δεν ήταν «πρέπον», ωστόσο θα ήθελε εκείνος να μην είχε σεβαστεί την επιθυμία της για σιωπή. Θα προτιμούσε να την βομβάρδιζε με τα λόγια του και νά ‘ταν όσο πιο καυτά γινόταν. Δεν ήταν από ματαιοδοξία, αλλά από ανάγκη να τον νιώσει κοντά της. «Ας μην με άκουγε, λοιπόν» σκεφτόταν. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να προχωρεί δίπλα της σκεπτικός, λυπημένος. «Μα, γιατί τον σταμάτησα;» αναρωτιόταν.

«Ξέρεις, Μύρων» είπε, «δεν εννοούσα να μην μιλάμε καθόλου».

«Το κατάλαβα αυτό, Κλεοτίμα».

«Και ... τι σκέφτεσαι τώρα;»

«Τι άλλο; ... ποιήματα!» της είπε χαμογελώντας.

«Θα μου τα πεις;»

«Θα σου τα δώσω γραπτά, μόλις βρω μιαν ευκαιρία να τα γράψω».

Προχώρησαν κι άλλο και πέρασαν μια ξύλινη γέφυρα, που ένωνε τις δυο όχθες του Κηφισού. Λίγο πιο πέρα το ποτάμι έχυνε τα νερά, που είχε ακόμα στην κοίτη του, στον φαληρικό όρμο. Στάθηκαν για λίγο κάτω από έναν πλάτανο με πλατιά φύλλα που έδινε παχιά σκιά. Όλοι ήθελαν να ξεκουραστούν κι έκατσαν σε κορμούς δέντρων ή πέτρες διάσπαρτες εκεί γύρω. Ήπιαν καθαρό νερό από το ποτάμι, και πλύθηκαν λίγο για να παλέψουν τη ζεστη. Ο Ζείκρατος μιλούσε με την Νικάτα, που τον άκουγε με προσοχή, ενώ ο Υπάνωρ χαριεντιζόταν με την Εριφύλη. Το κλίμα ήταν ελαφρύ κι ευχάριστο. Ο Ανθέστης ήταν χαρούμενος κι ο Φανοκράτης γελούσε κι έκανε αστεία με όλους. Ακόμα κι ο Καινέας φαινόταν πως είχε ξεχάσει, προς στιγμήν τουλάχιστον, το πένθος του.

«Είναι μια όμορφη μέρα αυτή» είπε η Κλεοτίμα.

Ο Μύρων δεν μετείχε στις συζητήσεις τους. Έγραφε τα ποιήματα που σκεφτόταν τόση ώρα.

«Τι θα γίνει, Μύρων, δεν θα μου μιλάς καθόλου πια;» τον προκάλεσε η Κλεοτίμα.

«Λέω να σου μιλάω με ποιήματα» της απάντησε.

Της έδειξε τι είχε γράψει σε ένα πινάκιο με κιμωλία.

»Θνητές γενιές, σκορπάτε σαν τα φύλλα

»βάζει στη θέση σας άλλα η φύση,

»ώσπου κι αυτά μια μέρα θα σκορπίσει

»φύσημα ανέμου σαν ανατριχίλα.(*3)

«Για μένα το έγραψες;» ρώτησε έκπληκτη η Κλεοτίμα.

«Αυτό είναι για τον Ερμόδωρο, πρόκειται για ένα χωρίο απ' την Ιλιάδα» της είπε. «Κράτα το να το δώσεις στον Καινέα όταν πια θα γυρίσουμε σπίτι».

«Έχεις γράψει, όμως, κι άλλο ένα βλέπω» του είπε «τι λέει αυτό;»

«Αυτό είναι για σένα».

Της το έδωσε. Η Κλεοτίμα το πήρε σαν δώρο πολύτιμο και το κράτησε στον κόρφο της. Το διάβασε προσεκτικά.

»Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη

»σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.

»Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα

»δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.

»Από το γάλα πιο λευκή απ' το νερό πιο δροσερή

»κι από το πέπλο το λεπτό, πιο απαλή.

»Από το ρόδο πιο αγνή, απ' το χρυσάφι πιο ακριβή

»κι από τη λύρα πιο γλυκιά, πιο μουσική.(*4)

«Το έγραψες εσύ για μένα;»

«Το έγραψε η Σαπφώ ... και μου το έδωσε για να το χαρίσω σε σένα» της είπε.

«Ξέρεις ... ήμουν πολύ σκληρή μαζί σου πιο πριν» του είπε η Κλεοτίμα. «Άλλα λέει η καρδιά μου».

«Ξέρω, καλή μου» της είπε εκείνος. «Ξέρω πώς είναι να συγκρούονται τα πρέπει με τα θέλω».

«Είναι τόσο πρόσφατος ο θάνατος ..» ψέλλισε εκείνη.

«Και τόσο μεγάλη η ζωή που μας απομένει» της είπε.

Ήθελε να τον αγκαλιάσει και να χωθεί στην αγκαλιά του. Το ίδιο ήθελε κι εκείνος αλλά κανείς τους δεν κινήθηκε. Μόνο τα βλέμματά τους τα είπαν όλα. Κι ύστερα από λίγο, καθώς όλοι ετοιμάζονταν να συνεχίσουν, της είπε τρυφερά:

«Από αύριο όλα θα είναι αλλιώτικα!»

«Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα!» συμφώνησε κι η Κλεοτίμα.

===

ΤΕΛΟΣ

Παραπομπές:

(*1) Στίχοι από ποίημα της Σαπφούς «στην Αριγνώτα»: «τεθάλαισι δὲ βρόδα κἄπαλ᾽ ἄνθρυσκα» σε μετάφραση Ελύτη: «μοσχοβολούν τα ρόδα και τ' απαλό χορτάρι».

(*2) Σύμφωνα με τον μύθο, η Αφροδίτη κυνηγώντας τον Άδωνη κόπηκε από τα αγκάθια του ρόδου και το αίμα της έκανε το λουλούδι κατακόκκινο.

(*3) Μεταφρασμένοι στα νέα ελληνικά οι στίχοι 146-149 από το Ζ της Ιλιάδας. Το αρχαίο κείμενο: 

ΟΙΗΠΕΡΦΥΛΛΩΝΓΕΝΕΗΤΟΙΗΔΕΚΑΙΑΝΔΡΩΝ

ΦΥΛΛΑΤΑΜΕΝΑΝΕΜΟΣΧΑΜΑΔΙΣΧΕΕΙΑΛΛΑΔΕΘΥΛΗ

ΤΗΛΕΘΟΩΣΑΦΥΕΙΕΑΡΟΣΔΕΠΙΓΙΓΝΕΤΑΙΩΡΗ

ΩΣΑΝΔΡΩΝΓΕΝΕΗΗΜΕΝΦΥΕΙΗΔΑΠΟΛΗΓΕΙ

(*4) Πρόκειται για το ποίημα της Σαπφούς «ΑΤΘΙΣ» μεταφρασμένο στα νέα ελληνικά.