Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

41 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 41η

Προτελευταία ανάρτηση σήμερα. Είμαστε στο απόγευμα της τρίτης μέρας από τις τρεις που συγκλόνισαν την Αθήνα στις 9,10 και 11 Ιουνίου του 307 π.Χ. 

Ο τίτλος της ενότητας "Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα"

*************************************


3.-

Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα!

Ο Ιάσων ήταν ακόμα ζαλισμένος αλλά συνερχόταν. Όσο η ώρα περνούσε, τελείωνε κι η επίδραση των φαρμάκων πάνω του. Μαζί του συνερχόταν σταδιακά κι η Δάφνη. Χαμένη απ' τον κόσμο επί μια-δυο μέρες, φαρμακωμένη με ισχυρά βότανα κι ουσίες, δεν ήταν στα καλά της. Μελαγχολούσε κι έκλαιγε γι αρκετή ώρα αλλά σιγά σιγά επανερχόταν. Τον είδε δίπλα της. Φοβήθηκε πως επρόκειτο για ένα ακόμη όνειρο που θα έσβηνε. Έσφιξε το χέρι του μέσα στο δικό της κι αισθάνθηκε πως αυτό το άγγιγμα ήταν αληθινό. Τον κοίταξε με βλέμμα χαμένο.

«Ιάσων, τι έπαθα;»

«Σε δηλητηρίασαν, αγάπη μου, όπως κι εμένα» της είπε.

«Γιατί;»

«Για να μας χωρίσουν».

«Και ... και ... τα κατάφεραν;»

«Όπως βλέπεις, έκαναν μια τρύπα στο νερό».

Του χαμογέλασε.

«Νόμιζα ότι ήσουν συνέχεια μαζί μου» του είπε.

«Ήμουν Δάφνη! ... με κάποιο τρόπο ήμουν!»

Βρίσκονταν ακόμα στον γυναικωνίτη του Δημήτριου. Αυτός είχε φύγει με τους Μακεδόνες του άλλου Δημήτριου, του Ελευθερωτή. Ο Ιάσων τον είχε ξυλοκοπήσει δυο φορές άγρια κι είχε βγάλει το άχτι του. Κι ύστερα είχε ανέβει σαν σφαίρα στον επάνω όροφο, στον γυναικωνίτη, για να βρει την Δάφνη. Δεν ήταν κακοποιημένη, ήταν όμως ναρκωμένη και ταλαιπωρημένη. Δεν είχε πληγές στο σώμα ή την ψυχή της, απλά δεν θυμόταν τίποτε σχεδόν από όσα είχαν γίνει.

«Θα με πάρεις από εδώ;» τον ρώτησε.

«Ναι, αγάπη μου, ετοιμάζουν την άμαξα, είναι κι ο πατέρας σου κάτω».

«Τον είδα. Μού είπε ότι όλα θα πάνε καλά».

Ο Ανθέστης είχε έρθει εδώ στον γυναικωνίτη μαζί με την Κλεοτίμα και την Νικάτα πριν από τον Ιάσονα. Τώρα ήταν κάτω κι ετοίμαζε την αναχώρησή τους.

«Αλήθεια, πού βρισκόμαστε;» τον ρώτησε.

Ως τώρα δεν είχε απορίες πού βρισκόταν και πώς είχε βρεθεί εδώ. Όμως όλα γύρω της τής ήταν άγνωστα, ένα ξένο δωμάτιο σε ένα άγνωστο μέρος. Ήταν το σπίτι του Φαληρέα; Κάτι αόριστο και συγκεχυμένο τής ερχόταν στο νου.

«Ο άτιμος ο Φαληρέας μας απήγαγε και τους δυο» της είπε ο Ιάσων. «Εμένα για να μου βουλώσει το στόμα κι εσένα για να σε κάνει γυναίκα του».

«Και ... και ... τι έγινε;» ρώτησε η Δάφνη χωρίς να είναι βέβαιη για τίποτε.

«Μας έφερε εδώ, στο πατρικό του. Εμένα με έριξε στα υπόγεια κι εσένα σε έβαλε εδώ, στον γυναικωνίτη. Ήθελε να σε κάνει δική του».

Όλο και κάτι θυμόταν η Δάφνη, κάποια πράγματα που της άρεσαν και κάποια που την απωθούσαν.

«Κι εσύ τι έκανες; Του ξέφυγες;»

«Ναι! Κι όχι μόνο. Του έριξα και δυο χέρια ξύλο» είπε ο Ιάσων με περηφάνια.

Η Δάφνη χαμογέλασε.

«Δεν μπορεί να μας βλάψει, τον συνέλαβαν» της είπε.

«Ιάσων, πριν με ποτίσουν με φάρμακα και χάσω τον εαυτό μου, εμείς οι δυο ..». είπε διστακτικά.

«Ναι αγάπη μου, εμείς οι δυο γίναμε ένα! Καλά θυμάσαι» της είπε εκείνος γεμάτος χαρά.

Τον αγκάλιασε σφιχτά κι η καρδιά της χτύπησε δυνατά.

«Ήταν τόσο όμορφα, ποτέ δεν έχω αισθανθεί τόσο όμορφα» του είπε κοκκινίζοντας αλλά και με ένταση.

«Έτσι θα είμαστε σε όλη μας τη ζωή» της είπε αυτός.

«Το θέλεις; Πες μου, το θέλεις ή, απλά, με παρηγορείς;»

«Αν το θέλω λέει; Το ρωτάς; Και βέβαια το θέλω!»

«Ω, Ιάσων, με κάνεις ευτυχισμένη» του είπε.

Αφέθηκε στην αγκαλιά του. Αυτός την φίλησε τρυφερά.

«Σε είδε καθόλου ο πατέρας μου;» τον ρώτησε ξαφνικά. «Μιλήσατε;»

«Δεν μιλήσαμε αλλά δεν χρειάζεται. Ξέρει τα πάντα κι έχω τη γνώμη πως συμφωνεί» της απάντησε.

«Θέλεις αλήθεια να ζήσουμε μαζί;» τον ρώτησε ξανά.

«Αν το θέλω; Κοντέψαμε να χάσουμε κι οι δυο τις ζωές μας, αγάπη μου, για να είμαστε μαζί κι εσύ ρωτάς ακόμη;»

«Μου αρέσει που σε ακούω να μου το λες. Μου δείχνει πως από εδώ και πέρα θα είναι όλα αλλιώτικα».

«Αύριο» της είπε, «θα είναι μια καινούρια μέρα!»

.............................................

Ο Υπάνωρ υπέγραψε την καταγγελία. Η οργάνωση κι ο Μεγάλος Μύστης, ο Παρμίων του Θρασύλλου από τον δήμο Κεραμέως την είχαν άσχημα. Ήταν αναφορά στον Άρχοντα Βασιλιά, στον πολίτη που προέδρευε φέτος στον Άρειο Πάγο. Εκεί εξετάζονταν οι σοβαρές υποθέσεις ιεροσυλίας ή φόνου. Η αναφορά θα πήγαινε στον πολίτη που ήταν φέτος Επώνυμος Άρχων, που ήταν κι ο αρμόδιος για τις αντιδόσεις. Μάρτυρες για όσα κατέθετε ήταν ο Ζείκρατος, ο Μύρων κι ο Φανοκράτης. Είχε έγγραφες καταθέσεις απ' τον Δέξιππο για τις αντιδόσεις κι απ' τον Αγακάτη για τους φόνους. Ο Υπάνωρ κατέγραψε ως συνεργούς του Παρμίονα, τον Ιεροφάντη Λευκοπέα και -με μεγάλη δυσκολία- την Πανδότη. Δεν έγραφε κουβέντα για τους Φερεθάνη και Ληθόνου όπως δεν έγραψε τίποτε για δική του συμμετοχή. Ό,τι είχε κάνει ο Παρμίων είχε γίνει με ανθρώπους εντελώς ξένους. Τους φιλοξενούσε και τους έβαζε να κάνουν τους φόνους.

«Εδώ αυτό είναι ψέμα» είπε ο Υπάνωρ.

«Όχι ακριβώς ψέμα. Απλά, δεν λες όλη την αλήθεια» τον παρηγόρησε ο Μύρων.

«Και καλά κάνεις ... συνέχισε» του είπε ο Ζείκρατος.

«Όμως, για να με εκδικηθεί για ό,τι κάνω, ο Παρμίων θα τα πει όλα για μένα» είπε ο Υπάνωρ.

«Ο λόγος του ενάντια στο δικό μας» είπε ο Ζείκρατος. «Αυτός είναι το γνωστό «αρπακτικό» ο τσαρλατάνος που κάνει φόνους για να αρπάξει περιουσίες. Εμείς οι φίλοι του θύματος που τον ανακαλύψαμε».

«Ποιον λες να πιστέψουν;» του είπε ο Μύρων.

«Μήπως να έφευγα για σιγουριά» είπε πάλι ο Υπάνωρ.

«Μην ανησυχείς, είσαι υπό την προστασία μας».

«Γνωρίζετε ότι ήμουν κι εγώ ένας από τους φονιάδες του φίλου σας. Το ξεπερνάτε αυτό;»

«Μετράνε όλες σου οι πράξεις» του είπαν. «Αυτό θα μας έλεγε κι ο Ερμόδωρος αν ήταν εδώ μαζί μας».

Όταν τελείωσαν με τις καταγγελίες και τις καταθέσεις, ο Υπάνωρ βγήκε έξω στην αυλή. Βρήκε την Εριφύλη που τον περίμενε και την πλησίασε διστακτικός.

«Θα μπορέσεις ποτέ να κατανοήσεις όλα όσα έκανα;» τη ρώτησε.

«Ήσουν δειλός» του είπε.

«Ναι!» έκανε εκείνος σκύβοντας το κεφάλι.

«Όμως, δεν είσαι πια. Τώρα είσαι γενναίος. Καθάρισες τον τόπο απ’ τον Ιεροφάντη και τώρα καθαρίζεις και τον Μύστη. Τέτοιο κατόρθωμα δεν το έχει καταφέρει κανείς».

Την κοίταξε να δει αν τα πίστευε αυτά που του έλεγε. Εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του. Ήταν σε μια εσοχή μπροστά από τον στάβλο και, για να μην φαίνονται, προχώρησαν προς τα μέσα αγκαλιασμένοι.

«Τα πιστεύεις αυτά;» την ρώτησε.

«Σε πιστεύω, όπως σε πίστευα πάντα και ... τώρα είδα ότι είσαι κι ο ήρωάς μου!» του είπε.

«Αλήθεια;»

«Αλήθεια ... φίλησέ με, το θέλω τόση ώρα!» του ζήτησε.

Την φίλησε και δυσκολεύτηκε να την αφήσει. Την είχε στην αγκαλιά του και την ποθούσε. Αυτό που είχαν κάνει στην «Σπηλιά» τον είχε τρελάνει. Με το που την έβλεπε ήθελε να την αγκαλιάζει και να την κάνει ξανά και ξανά δική του. Ήταν κι εκείνη πρόθυμη και δεν μπορούσε να κρατηθεί.

«Με θέλεις;» τον ρώτησε κι η ανάσα της τον έκαψε.

«Ρωτάς;» της απάντησε. «Δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο».

«Πάμε γρήγορα κάπου να μείνομε μόνοι. Πάμε όπου θέλεις, ακόμα και στη Θήβα» του είπε χαμογελώντας.

«Ξέρεις, δεν χρειάζεται να φύγουμε πια. Δεν πρόκειται να κατηγορηθώ και δεν φοβάμαι την οργάνωση. Δεν υπάρχει λόγος να πάμε αλλού».

«Ε, τότε, λοιπόν, ας πάμε κάπου για να ζήσουμε μαζί. Αυτό δεν θέλεις κι εσύ;»

«Αυτό θέλω και θέλω να στο προτείνω εδώ και ώρα!»

«Και τι σε εμποδίζει;»

«Τα φιλιά σου. Με κάνουν να ξεχνιέμαι. Τα χάδια που βιάζομαι να σου δώσω» της είπε.

«Πες μου το λοιπόν» του ζήτησε η Εριφύλη κι αφέθηκε στην αγκαλιά του.

«Από αύριο όλα θα είναι αλλιώτικα για μας» της είπε.

«Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα!» είπε κι εκείνη.

................................................

Ο Ζείκρατος ένιωθε ότι είχε ολοκληρώσει μιαν αποστολή, κι ήταν ικανοποιημένος. Η διάλυση της ορφικής οργάνωσης που σκότωνε για το χρήμα, ήταν πολύ σημαντικό επίτευγμα. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι ξεδιάλυνε τον λόγο και τον τρόπο θανάτου του φίλου του. Επιπλέον, ένα απόστημα της κοινωνίας είχε εξοντωθεί. Ήταν ένα ηθικό πρόβλημα που ξεπερνούσε τα συνηθισμένα εγκλήματα. Θανάτους για χρήμα και για δύναμη προκαλούσαν κι οι πόλεμοι. Εκτελέσεις αθώων είχαν κάνει κι οι τύραννοι. Φόνους για κλοπή περιουσιών έκαναν κι οι πειρατές κι οι ληστές. Κι όμως, σε όλα αυτά υπήρχε μια στοιχειώδης ηθική. Ο εχθρός ήταν απέναντι κι επιτίθετο. Όποιος δεχόταν την επίθεση είχε την δυνατότητα να αμυνθεί. Εδώ ήταν φόνοι μετά από παρατήρηση των οικονομιών των θυμάτων. Είχαν την κάλυψη ανθρώπων της Επιμελητείας, ώστε το κόλπο να πετύχει. Συνυπήρχαν φόνος, δόλος, διαφθορά, κλοπή, πονηρία, δειλία, κρυψίνοια κι απάτη. Συνωστίζονταν όλα τα αντίθετα της αρετής και της γενναιότητας. Απεχθανόταν αυτή την ιδέα και σιχαινόταν τους εγκέφαλους αυτής της πράξης, Ήταν ευτυχής που είχε τελειώσει μαζί τους.

Θα προστάτευε τον Υπάνορα, που τους είχε βοηθήσει να τελειώσουν το έργο τους. Πραγματικά δεν μισούσε τους τρεις εκτελεστές της οργάνωσης. Τους θεωρούσε παιδιά που είχαν παρασυρθεί από δόλιους καθοδηγητές. Ο Υπάνωρ είχε και μιαν ακόμη ιδιότητα που συγκινούσε τον Ζείκρατο, ήταν ερωτευμένος με την Εριφύλη. Ήθελε να φύγει μαζί της από την Αθήνα για να μείνει μαζί της. Προτιμούσε να χάσει τη γη των προγόνων του, να υποστεί μιαν εθελοντική εξορία, κάτι που ισοδυναμούσε με ποινή. Του αρκούσε η γυναίκα που αυτός είχε διαλέξει και που εκείνη τον είχε διαλέξει επίσης. Σε αυτό το σημείο, τον ζήλευε.

Η παρέα βάδιζε αργά, επιστρέφοντας απ' το Φάληρο στον Πειραιά. Περνούσαν την όμορφη κι ευωδιαστή περιοχή, ανάμεσα στις εκβολές του Ιλισού και του Κηφισού. Λίγο πιο μπροστά του προχωρούσε η Νικάτα, γεμάτη ζωή και νιάτα. Ήταν πικραμένη από τον θάνατο του πατέρα της αλλά κι ευτυχής που τον είχε εκδικηθεί. Ήταν χαρούμενη γιατί είχε γίνει μέλος μιας παρέας γυναικών που θαύμαζε κι εκτιμούσε. Η Νικάτα προχωρούσε όλο χάρη κι ομορφιά κι ο Ζείκρατος την κοιτούσε. Τον μαγνήτιζε η κίνηση της και τον πλήγωνε η τόση ομορφιά της.

«Ε, τι γίνεται εδώ; Τι έχεις Ζείκρατε;» τον είχε ρωτήσει κάποια στιγμή η Κλεοτίμα κι εκείνος είχε απαντήσει «τίποτε, τίποτε, απλά σκέφτομαι». Το ίδιο περίπου «τι έχεις Ζείκρατε;» τον είχε ρωτήσει πριν λίγο κι ο Μύρων. Είχε λάβει κι αυτός την ίδια απάντηση «τίποτε, Μύρων, απλά σκέφτομαι». Τι να τους έλεγε, ότι στο μυαλό του τριγύριζε η νεαρή που είχε τα μισά του χρόνια. Να τους ομολογούσε πως την έβλεπε σαν μια θεά;

«Τι έχεις Ζείκρατε;» τον ρώτησε μιαν άλλη στιγμή η ίδια η Νικάτα.

«Σε σκέφτομαι» της απάντησε χωρίς πολλή σκέψη.

«Με ..εμένα;» απόρησε η νεαρή και κοκκίνισε.

«Ναι .. “σε” ... δηλαδή εσένα. Θέλω να πω, σκέφτομαι πως ... Τι κι αν βρήκαμε τους δολοφόνους, αυτό δεν θα φέρει τον πατέρα σου πίσω ... αυτό σκεφτόμουν».

«Κι εγώ που νόμισα ..» πήγε να πει η Νικάτα.

«Ε, ναι ... αυτά σκεφτόμουν ... για σένα» της είπε.

Παρά την ταραχή του, είχε βρει κάτι να πει για να καλύψει το «σε» μπροστά από το «σκέφτομαι».

«Σ' ευχαριστώ αλλά θα το ξεπεράσω» του είπε η νεαρή.

«Πρέπει να το κάνεις. Να βρεις τι θετικό έχει να σου δώσει η ζωή και να πιαστείς από αυτό» της είπε.

Σωστά μιλούσε, αλλά, γιατί είχε κοκκινίσει κι αυτός τόσο αδικαιολόγητα; Αν είχε βρει τρόπο να καλύψει το μπέρδεμα των λόγων, αυτό το κοκκίνισμα δεν κρυβόταν με τίποτα. Η Νικάτα ήταν άπειρη, αλλά, το έβλεπε πως ο Ζείκρατος ήταν αναστατωμένος.

«Θέλεις να μου πεις τίποτε άλλο;» τον ρώτησε.

«Άκουσα ότι ο πατέρας σου σε μάθαινε φιλοσοφία και μουσική, έτσι δεν είναι;»

Τον κοίταξε περίεργα και του έγνεψε καταφατικά.

«Αν θέλεις, μπορώ να συνεχίσω εγώ στη θέση του».

Η Νικάτα ενθουσιάστηκε. Ήθελε να βλέπει τον Ζείκρατο κι ήξερε πως του προκαλούσε συναισθήματα, ήταν εξάλλου αμοιβαίο. Αν της έκανε μαθήματα, αναπληρώνοντας τον πατέρα της, θα μπορούσαν να βρίσκονται περισσότερο. Γιατί όχι και κάθε μέρα;

«Θέλω!» του είπε με πλατύ χαμόγελο.

«Νικάτα!» φώναξε από απέναντι ο Ανθέστης. «Έρχεσαι λίγο εδώ που θέλω να σε ρωτήσω κάτι;»

«Πάω να δω τι με θέλει» είπε εκείνη στον Ζείκρατο κι έφυγε τρέχοντας.

Ο Ζείκρατος προχώρησε μόνος, γεμάτος με σκέψεις. Η άμεση αποδοχή της έδειχνε πως τα συναισθήματά του δεν ήταν χωρίς ανταπόκριση. Θα της έκανε μαθήματα, όσο κι αν ήταν ασυνήθιστο να γίνεται ένας άντρας δάσκαλος μιας νεαρής. Θα της μάθαινε να συλλογίζεται, να βάζει τις σκέψεις της σε τάξη, να εκφράζεται με σαφήνεια κι ακρίβεια. Θα της μάθαινε και μουσική και ... ναι! ... θα την έβαζε στον κόσμο της ποίησης! Αναμφίβολα θα της άρεσαν οι ελεγείες του Μίμνερμου κι οι στίχοι του Αλκαίου! Ω, θεοί, είχε τόσα να της πει και να της μάθει, τα μαθήματα αυτά δεν θα τελείωναν ποτέ!

Η Νικάτα ξαναγύρισε δίπλα του και διέκοψε τον ειρμό των σκέψεών του. Έτσι κι αλλιώς του άρεσε να την βλέπει και να την ακούει, και την προτιμούσε από τις σκέψεις του.

«Δεν ήταν τίποτε» του είπε. « Πού είχαμε μείνει;»

«Είπαμε για μαθήματα» της είπε ο Ζείκρατος. «Κι εγώ έφτιαξα ήδη το πρόγραμμα σπουδών».

«Είσαι πολύ καλός» του είπε με ένα χαμόγελο που τον έκανε να αναστενάξει.

Ήθελε να την αγκαλιάσει, όμως, ο δρόμος που είχε διαλέξει να την προσεγγίσει δεν έδινε άμεσα αποτελέσματα. Θα την πλησίαζε περισσότερο, θα απολάμβανε την παρουσία της κι ύστερα θα έπαιρνε αποφάσεις μαζί της. Τότε θα έβλεπε αν ο έρωτας που άρχισε να φουντώνει είχε κάποιο νόημα. Θα έμενε, άραγε, ανολοκλήρωτος ή θα έκανε ο Ζείκρατος γυναίκα του ένα παιδί;

«Από πότε ξεκινάμε;» τον ρώτησε.

«Από αύριο κιόλας, συμφωνείς;»

Χωρίς δισταγμό τού έγνεψε πως συμφωνούσε.

«Θα είναι όλα αλλιώτικα από αύριο» της είπε.

«Μμμ, ναι ... το νιώθω κι εγώ» του είπε και το πρόσωπό της έλαμπε. «Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα!»

*************************************

Αύριο Πέμπτη 19/11 το τέλος με το δεύτερο κομμάτι της τρίτης ενότητας του τελευταίου κεφαλαίου.