Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

53 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 53η

Προτελευταία συνέχεια σήμερα. Αύριο το βιβλίο τελειώνει. Για την σημερινή συνέχεια θα έλεγα ότι η δράση κορυφώνεται.
Είδαμε, στο Α' μέρος του 14ου κεφαλαίου, τον τρόπο που ο Θεόδωρος Λάσκαρης θα αντιμετωπίσει τον σουλτάνο. Σήμερα θα έχουμε δυο ακόμη μέρη του ίδιου κεφαλαίου, το Β' και το Γ'.
Στο Β' μέρος, με τίτλο "ΙΚΟΝΙΟ", βλέπουμε τον Καϊσχοσρόη να ξεκινά για την αποφασιστική εκστρατεία από την πρωτεύουσα του σουλτανάτου. Από το Ικόνιο, επίσης, ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης με τη Ζωή, φεύγουν για την δική τους εκστρατεία.
Στο Γ' μέρος, με τίτλο "ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ" έχουμε την αποφασιστική σύγκρουση στις Τράλλεις, στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου. Θα δούμε την "θεόσταλτη" νίκη των Ρωμαίων. 
Να σημειώσουμε ότι με τα ίδια σχεδόν λόγια περιγράφεται η μάχη και η κατάληξή της στις πρωτογενείς πηγές. Εδώ η περιγραφή είναι επίσης λιτή αλλά πιο αναλυτική. 
************************************
παραπομπές:

(*1)   Οι Χορεσμιακή Δυναστεία ήταν η τουρκοπερσική διοίκηση της περιοχής που σήμερα καταλαμβάνει το Ιράν. Οι Αγιουβίδες ήταν σουλτάνοι στην Αίγυπτο και οι Αββασίδες σουλτάνοι στη Βαγδάτη.

(*2)   Σύμφωνα με την παράδοση Παναγίας Σουμελάτην εικόνα έφτιαξε ο ευαγγελιστής Λουκάς στη Θήβα και την μετέφερε κάποιος Ανανίας στην Αθήνα από όπου οι Αθηναίοι ιερείς Βασίλειος και Σωτήριχος, (κατ’ άλλους Βαρνάβας και Σωφρόνιος), μετά από όραμα της Παναγίας, την μετέφεραν στη Τραπεζούντα στο όρος Μελά και έκτισαν εκεί το περίφημο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά .

(*3)   Για τον Δαβίδ Αλ Ρόϋ και τον μεσσιανικό του χαρακτήρα που ήθελε να ξαναφτιάξει κράτος Εβραίων στην Παλαιστίνη τον 12ο αι. γράφει σχετικά ο Μπάρον στο έργο του “Κοινωνική και θρησκευτική ιστορία του Ισραήλ”, εκδ. 1957. Από τον Δαβίδ εμπνεύστηκε την ρομαντική ιστορία “Η θαυμαστή ιστορία του Αλ Ρόϋ” ο γνωστός (και πρωθυπουργός της Αγγλίας) Βενιαμίν Ντισραέλι

(*4)   Το επεισόδιο περιγράφεται στην αγγλική Wikipedia ως εξής: “Όπως αφηγούνται οι πηγές, τη στιγμή της νίκης του ο Σουλτάνος αναζήτησε τον Λάσκαρη. Ο Καϊχοσρόης επετέθη κι έδωσε στον εχθρό του ένα βαρύ πλήγμα στο κεφάλι με ρόπαλο ρίχνοντας τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ζαλισμένο, από το άλογό του. Όμως αυτός, ανέκτησε την ψυχραιμία του και με το σπαθί του χτύπησε τα πίσω πόδια του αλόγου του Καϊχοσρόη. Ο Σουλτάνος έπεσε στο έδαφος και αποκεφαλίστηκε. Ο Λάσκαρης κυμάτισε το κεφάλι κολλημένο την κορυφή μιας λόγχης προκαλώντας στους Τούρκους τον πανικό και σπρώχνοντάς τους στην υποχώρηση. Είναι ασαφές πως ακριβώς δόθηκε το μοιραίο χτύπημα στον Σουλτάνο. Ο Χωνιάτης και ο Γρηγοράς αποδίδουν αυτή την πράξη στον Λάσκαρη, ο Πέρσης Ibn Bibi σε έναν άγνωστο Φράγκο ακόλουθό του ενώ ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι ούτε ο αυτοκράτορας ούτε κανείς άλλος δεν είδε ποιος το έκανε αυτό, ενώ ο Γεώργιος της Πελαγονίας ισχυρίζεται ότι δεν έπεσε πρώτος από το άλογο ο Λάσκαρης”. Οι Έλληνες χρονογράφοι φαίνεται να αποδίδουν τον αποκεφαλισμό στον Λάσκαρη για προφανείς λόγους προπαγάνδας, ενώ η μαρτυρία του Πέρση φαίνεται πιο αξιόπιστη.


Β’ ΙΚΟΝΙΟ

Εικοσιτέσσερις Μαΐου και τα σύννεφα του πολέμου είχαν πυκνώσει. Ο Καϊχοσρόης προχωρούσε προς την Αττάλεια. Πίσω στο Ικόνιο, ο Κωνσταντίνος κι η Ζωή ετοιμάζονταν για το ταξίδι. Είχαν μαζί τους χρυσάφι κι έγγραφα του Σουλτάνου που θα τους άνοιγαν πόρτες στις χώρες που πήγαιναν. Όλες ήταν υπό την τουρκική κυριαρχία διαφόρων ηγεμόνων. Στην Περσία, την Μεσοποταμία, τον Καύκασο και την Αραβία κυριαρχούσαν δυναστείες τουρκικής καταγωγής. Ήταν οι Σελτζούκοι Τούρκοι, η Χορεσμιακή δυναστεία κι οι δυναστείες των Αγιουβιδών και Αββασιδών.(*1)
Σε όλες αυτές τις περιοχές θα έβρισκαν βοήθεια όπως και στήριξη αν την ζητούσαν. Θα ταξίδευαν με μια άμαξα με τέσσερα άλογα και θα είχαν μαζί τους σκηνές, κουβέρτες, και χαλιά. Ήθελαν να μοιάζουν με εμπόρους και να κουβαλήσουν μαζί του αρκετά πράγματα χρήσιμα για ένα ταξίδι. Κίνδυνος από ληστές υπήρχε πάντα, αλλά είχαν την βεβαιότητα πως μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα πάντα. Κι οι δυο γνώριζαν να μιλούν και να καταλαβαίνουν περισσότερο τα τουρκικά και λιγότερο τα αραβικά. Δεν ήταν δύσκολο να παρουσιάζονται σαν ευσεβείς μουσουλμάνοι ή Ιουδαίοι και να προσπεράσουν τους σκοπέλους. Κι αν χρειαζόταν κάποτε να δώσουν μάχη, ο Κωνσταντίνος δεν θα δίσταζε να πολεμήσει.
«Ποια θα είναι η πορεία μας τελικά;» τον είχε ρωτήσει όταν είδε πως ολοκλήρωσε τις σκέψεις του.
«Θα προχωρήσουμε πρώτα προς τον βορά, προς στον Εύξεινο Πόντο. Πρέπει να φτάσουμε στην Τραπεζούντα και μετά στη μονή του όρους Μελά. Εκεί βρίσκεται μια εικόνα, της Παναγίας της Αθηναίας»(*2) της είπε.
«Τι πιστεύεις ότι θα σου δώσει η εικόνα;»
«Δεν την μετέφεραν τυχαία από την Αθήνα αυτή την εικόνα εκεί, στο όρος του Μελά!»
«Και τι μπορούσαν να κρύψουν; Ποιο μυστικό;»
«Δεν γνωρίζω κι αυτό πάμε να βρούμε!» της είπε. «Για σκέψου λίγο, Ζωίτσα. Στα χρόνια του Θεοδόσιου έγινε ένας τρομερός διωγμός Ελλήνων. Σκοτώνονταν άνθρωποι μόνο και μόνο γιατί ήταν Έλληνες, που σήμαινε, βέβαια, ειδωλολάτρες. Αυτές οι δυο έννοιες είχαν ταυτιστεί. Τότε έλαβε χώρα κι η πιο συνειδητή προσπάθεια των φανατικών να σβήσει το ελληνικό γένος. Μέσα σε αυτόν τον χαμό, μια εικόνα της “Παναγίας της Αθηναίας” χαρακτηρίζεται ως θαυματουργή. Βγαίνει από τον Παρθενώνα και πάει στην άκρη του κόσμου, στην Τραπεζούντα. Εκεί στην άκρη του ελληνισμού, κτίζεται μία μονή για να γίνει το σπίτι της. Η Μονή στο όρος Μελά, η “Σουμελά”. Δεν σου λέει τίποτε όλο αυτό;»
«Ίσως να μην αισθανόταν καλά η Θεομήτωρ ανάμεσα στους ειδωλολάτρες» είπε η Ζωή.
«Μην κοροϊδεύεις γλυκιά μου. Μπορεί να ένιωθε άβολα η Παναγία κοντά στην Αθηνά αλλά μπορεί να έγινε και κάτι άλλο. Μπορεί κάποιοι ευφυείς Αθηναίοι, που έβλεπαν το κακό που ερχόταν, να έκρυψαν καλά μέσα στην εικόνα ένα μυστικό. Να το έκρυψαν για το μέλλον, να περιμένει να το βρουν κάποιοι σαν εμάς!»
«Τι είδους μυστικό περιμένεις να βρεις; Βιβλία; Έναν θησαυρό; Κάποιον Ιερέα σαν τον Ιωάννη;»
«Δεν ξέρω τι θα βρω. Κάθε μας βήμα θα μας οδηγεί στο επόμενο. Απλά, αυτό είναι το πρώτο.»
«Ίσως και να είναι έτσι» δέχτηκε η Ζωή. «Θα πάμε, λοιπόν, για την Παναγία Σουμελά. Μετά, τι λέει το πρόγραμμα; Πού θα πάμε μετά την Τραπεζούντα;»
«Θα μάθουμε ότι έχει να μας πει η Σουμελά και μετά θα προχωρήσουμε πιο νότια. Θα πάμε στην Αμιδά, οι Τούρκοι το λένε Αμαντί. Εκεί ήταν το ορμητήριο του Δαβίδ Αλ-Ρόϋ με την εξαγωνική ασπίδα.»
«Τι ήταν πάλι αυτός ο Δαβίδ Αλ Ρόϋ;»
«Έψαχνε κι αυτός για τον Ιερέα Ιωάννη. Ήξερε πολλά γιατί ήταν ένας Μεσσίας των Εβραίων.(*3) Το Αμαδί βρίσκεται βορειανατολικά της Μοσούλης.»
«Κουράγιο, λοιπόν, να έχουμε για να πηγαίνουμε γλυκέ μου» του είπε εκείνη λίγο ειρωνικά.
«Μετά πρέπει να πάμε στην Ευδαίμονα Αραβία, Υεμένη την λένε. Εκεί κρύβονται πολλά μυστικά. Εκεί στην Υεμένη είναι που ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης είδε κι άκουσε για όλες τις χαμένες φυλές του Ισραήλ.»
«Και τι μας νοιάζουν εμάς οι χαμένες φυλές;»
«Οι Εβραίοι έκρυψαν κι αυτοί πολλά μυστικά, όπως οι Έλληνες. Είμαι βέβαιος ότι στην Ευδαίμονα Αραβία θα μας δεχτούν με τιμές και καλοσύνη.»
«Και μετά;» τον ρώτησε η Ζωή.
«Μετά θα πάμε στις Ινδίες. Εκεί θα ψάξουμε να βρούμε τις ρίζες του βασιλείου του Διόνυσου. Δεν έφτασε τυχαία ο Διόνυσος ως τις Ινδίες. Κάτι έχει αφήσει για εμάς εκεί και πρέπει να το βρούμε. Μετά από αυτό, θα φτάσουμε στην Κίνα, ίσως και στη χώρα των Νικπά. Κάπου εκεί θα βρίσκεται το Βασίλειο του Ιερέα Ιωάννη!»
«Μας φτάνουν τρία χρόνια για να πάμε σε όλα αυτά τα μέρη;» τον ρώτησε και πάλι η Ζωή.
«Θα ξεχειμωνιάσουμε στη Μοσούλη τον ένα χειμώνα και στην Ινδία τον άλλον. Το τρίτο καλοκαίρι από τώρα θα είμαστε στην Κίνα. Εκεί θα κάτσουμε δύο χρόνια και μετά θα χρειαστούμε άλλα δύο για την επιστροφή. Σε επτά χρόνια θα είμαστε πίσω.»
«Και τι θα φέρνουμε μαζί μας; Στρατιές φιλοσόφων και επιστημόνων; Θα καταλάβουμε την οικουμένη με ποιητές και με ζωγράφους;»
«Κάπως έτσι. Σου φαίνεται παράξενο;»
«Είναι παράξενο πολύ, όμως, είναι αντάξιο της δικής σου ψυχής, Κωνσταντίνε. Αγαπάω τ’ όνειρό σου όπως ακριβώς αγαπάω κι εσένα.»
«Πάντως με τους στρατούς και με τα ξίφη δεν κατακτάς τίποτε. Απλά και μόνο, σφάζεις και χάνεσαι, καταστρέφεις και καταστρέφεσαι! Το όπλο μας θα είναι σαν την κουστωδία του Αλέξανδρου που είχε μαζί του καλλιτέχνες και σοφούς απ’ όλη την Ελλάδα. Θα είναι σαν του Διόνυσου που είχε μαζί του θεές και νεράιδες, Βάκχες και Σειληνούς! Εσύ θα είσαι η δική μου θεά, πρώτη κι αγαπημένη μούσα του ταξιδευτή.»
«Ταξιδευτής μόνο; Δεν θα είσαι ο εκλεκτός του Θεού; Ο διάδοχος του Ιερέα Ιωάννη;»
«Οι τίτλοι δεν είναι παρά εργαλεία που ξεκλειδώνουν τις πόρτες των μυστηρίων. Εμείς Ζωίτσα, θα είμαστε μόνο δυο ταξιδευτές. Δεν σου φτάνει αυτό;»
«Μου φτάνει, γλυκέ μου, μου φτάνει και μόνο που θα είμαστε μαζί.»
Ήταν ενθουσιασμένη και τον αγκάλιασε τρυφερά. Τον έβλεπε να επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα του. Ξεκινούσε με ένα αβέβαιο ταξίδι στο πουθενά και με ένα στόχο εμπνευσμένο από άλλους ονειροπαρμένους. Όλοι αυτοί που της είχε αναφέρει, κυνηγούσαν μεσσιανικά όνειρα και δεν είχαν βρει ποτέ τους τίποτε. Ας ήταν κι π Κωνσταντίνος ένας από αυτούς, δεν την ένοιαζε. Θα πήγαινε μαζί του και θα αφηνόταν να πιστέψει το παραμύθι του. Ένιωθε πως εδώ, στην ουτοπία, ήταν πολύ πιο πραγματική η ζωή. Ήξερε ότι παντού αλλού, στις σιγουριές και τις πεπατημένες, παραμόνευε ένας αργός θάνατος που δεν της πήγαινε.
«Ανυπομονώ να ξεκινήσουμε» του είπε.


Γ’ ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ

Ο Κωνσταντίνος κι η Ζωή ξεκίνησαν από την Πύλη της Καισάρειας για το πρώτο μεγάλο ταξίδι τους. Τράβηξαν κατά τον βορά, προς την Σεβάστεια, την Αμισό και την Τραπεζούντα. Ήταν αρχές Ιουνίου. Οι στρατιές των Ρωμαίων χριστιανών του Θεόδωρου και των Ρουμί μουσουλμάνων του Καϊχοσρόη είχαν προχωρήσει πολύ. Ο Σουλτάνος πήρε, όπως ήταν αναμενόμενο, τον δρόμο προς την μεγάλη γέφυρα που περνούσε τον ποταμό Μαίανδρο. Ήταν ο μόνος δρόμος για να περάσει τον ποταμό και να συνεχίσει προς βορά. Η γέφυρα ήταν έξω από την πόλη Αντιόχεια. Επειδή υπήρχαν πολλές “Αντιόχειες”, αυτή λεγόταν Αντιόχεια του Μαιάνδρου. Έφτασε εκεί στις 12 του Ιούνη. Άρχισε αμέσως την πολιορκία, αλλά, δεν μπορούσε ακόμα να περάσει τις μηχανές του γιατί δεν είχε φτιάξει αναχώματα. Του ήταν αναγκαία τα προστατευτικά τείχη ώστε να μην φοβάται τα βέλη από τους αμυνόμενους.
Στο μεταξύ, ο στρατός του Λάσκαρη είχε καταφθάσει μετά από μια εκπληκτική πορεία. Είχε χρειαστεί μόλις ένδεκα μέρες από τη Νίκαια ως τη Φιλαδέλφεια. Ανασυγκροτήθηκε και παρατάχτηκε έξω από την πολιορκημένη Αντιόχεια μία μόλις μέρα μετά από τον Καϊχοσρόη. Ο Λάσκαρης έπιασε την βόρεια πλευρά του ποταμού και σταμάτησε, με την παρουσία του και μόνο, τους μουσουλμάνους. Όχι πως ήταν αδιάβατο το ποτάμι, αλλά δεν μπορούσε ένας στρατός να το διασχίσει δεχόμενος τα βέλη του αντιπάλου. Ούτε μπορούσαν να περάσουν τον ποταμό οι πολιορκητικές μηχανές, τα τρόφιμα και τα εφόδια χωρίς μια άνεση κινήσεων. Έπρεπε λοιπόν να δοθεί πρώτα η μάχη στο βόρειο τμήμα. Θα περνούσε τον ποταμό το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του Καϊχοσρόη και θα έδινε την μάχη. Αφού νικούσε τον αντίπαλο και καταλάμβανε την γέφυρα, μετά θα μπορούσε να πάρει με την άνεσή του την Αντιόχεια. Μετά, θα συνέχιζε την πορεία με όλη του την ισχύ.
Οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στους δυο αντιπάλους δόθηκαν στις δεκαπέντε του μήνα. Κανείς δεν υπέστη μεγάλες απώλειες. Έδειξαν ότι προτιμούσαν να λύσουν τις διαφορές τους εδώ και να ξεμπερδεύουν μια και καλή με τον αντίπαλο. Όποιος νικούσε στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου θα επέβαλε τους όρους του. Αν έχανε ο Λάσκαρης, έπρεπε να παραδώσει την Νίκαια στον Αλέξιο Γ’, τον υποτακτικό των Βενετών και του Ερρίκου. Μαζί της θα παρέδιδε και τις ελπίδες για έναν αναγεννημένο ελληνισμό. Η Ήπειρος ήταν υποτελής των Βενετών, η Τραπεζούς υποτελής του Ερρίκου, ενώ ο Σγουρός δεν υπήρχε πια. Ο Λάσκαρης ήταν ο τελευταίος Ρωμαίος που διεκδικούσε μιαν ελληνική αυτοκρατορία.
Από την άλλη, αν έχανε ο Καϊχοσρόης θα έχανε ίσως τον θρόνο του αλλά, κυρίως, θα έπαυε να είναι απειλή. Δεν θα μπορούσε πια -κι ίσως δια παντός- να αμφισβητεί τα σύνορα της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ο Αλέξιος Γ’ θα έπαυε κι αυτός να αποτελεί διεκδικητή του στέμματος. Ήταν επομένως η κρισιμότερη μάχη για την επιβίωση της Ρωμιοσύνης σαν μιας ανεξάρτητης κρατικής οντότητας.
Στις δεκαέξι οι δυο στρατοί έφαγαν κι ήπιαν καλά. Ξεκουράστηκαν και προσευχήθηκαν ο καθένας στον θεό του. Ετοιμάστηκαν για την μεγάλη σύγκρουση. Οι Τούρκοι ήταν πολύ περισσότεροι, σε αναλογία πάνω από επτά προς ένα και με μια μάχη διαρκείας θα επικρατούσαν. Αυτό το ήξεραν στο ρωμαϊκό στρατόπεδο. Αποφάσισαν μιαν επέμβαση-κεραυνό από εκείνες που τρομάζουν και κατατροπώνουν τον αντίπαλο.
Το σχέδιο έλεγε ότι ο Τουρσέντης με τους οχτακόσιους Λατίνους του, θα έπεφταν πάνω στο πεζικό των Τούρκων. Οι “Ιταλοί”, που ήταν οι σιδερόφρακτοι Φράγκοι και Γερμανοί ιππείς, θα έπρεπε να τρέψουν τους Τούρκους σε φυγή. Θα έπρεπε να τους διαλύσουν και να τους τρομάξουν. Μετά από αυτό θα κυνηγούσαν τον ίδιο τον Σουλτάνο. Οι υπόλοιποι δυο χιλιάδες Ρωμαίοι και Κουμάνοι έπρεπε να κρατήσουν τις θέσεις τους πάση θυσία. Ήταν δύσκολο καθώς είχαν απέναντι πολλαπλάσιους Τούρκους. Θα έπρεπε να τους αντέξουν παρά τις όποιες απώλειες μέχρι να πετύχει η επίθεση των ιππέων. Αν ο Καϊχοσρόης που θα δεχόταν την επίθεση, φοβόταν κι έφευγε, τότε η μάχη θα είχε κερδηθεί.
«Τουρσέντη, πέσε πάνω τους σαν λαίλαπα. Διάλυσέ τους. Φόβισέ τους. Μη λυπηθείς απώλειες, μόνο εμπρός σου να κοιτάς» του είπε ο Λάσκαρης.
Ο Κωνσταντίνος Τουρσέντης δεν κρατιόταν. Ήθελε να μπει στην μάχη. Πίστευε στην νίκη όπως πάντα.
«Μόλις τους διαλύσουμε, κυνηγάμε τον Καϊχοσρόη» είπε ο Λάσκαρης. «Αυτό θα μας δώσει τη νίκη. Χωρίς σουλτάνο, δεν υπάρχει στράτευμα.»
Ήταν όλα έτοιμα. Τα άλογα κι από τις δυο μεριές είχαν συναίσθηση της μάχης και περίμεναν το τελευταίο τράβηγμα στα γκέμια. Οι στρατιώτες από μέσα τους έλεγαν προσευχές.
«Για του Χριστού την πίστη την Αγία» φώναξαν όλοι στο ρωμαϊκό στρατόπεδο. Ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς του Λάσκαρη έψελναν το “υπερμάχω” κι ευλογούσαν τα όπλα των Χριστιανών.
«Για τον Αλλάχ και για την πίστη μας» έψελναν απ’ την άλλη οι Μουσουλμάνοι. Έλεγαν στίχους από το κοράνι ενώ οι ζουρνάδες και τα κύμβαλα έπαιζαν δαιμονισμένα.
Η επίθεση των “Ιταλών” ήταν καταιγιστική. Έπεσαν στο κέντρο του σουλτανικού στρατού σαν κεραυνός και το αφάνισαν. Σκότωναν με ευκολία τους πεζούς που δεν είχαν σοβαρό εξοπλισμό. Προχώρησαν βαθιά μέσα στις αντίπαλες γραμμές σπέρνοντας παντού τον πανικό. Για πολλή ώρα οι απώλειες των μουσουλμάνων ήταν μεγάλες. Το μέτωπό τους κινδύνεψε να καταρρεύσει πολλές φορές, αλλά, ο Σουλτάνος κατάφερε να το κρατήσει. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά, μπόρεσε και να τους περικυκλώσει, χάρη στον μεγάλο αριθμό μαχητών που διέθετε. Οι Λατίνοι τα βρήκαν σκούρα.
Στις άλλες πλευρές οι Ρωμαίοι με δυσκολία μόλις που κρατούσαν τις θέσεις τους. Όσο περνούσε η ώρα ήταν φανερό ότι η μάχη έκλινε με το μέρος του Σουλτάνου. Οι στρατηγοί του Θεόδωρου γυρνούσαν από εδώ και από εκεί σαν αλαφιασμένοι καταγράφοντας απώλειες. Ήταν φανερό πως δεν υπήρχε ελπίδα να αντιστραφεί η κατάσταση. Όταν ο Τουρσέντης ανέφερε πως ολόκληρη η δύναμη των “Ιταλών” είχε χαθεί, τότε φάνηκε πως όλα είχαν τελείωσαν. Μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό των Ρωμαίων. Ο Λάσκαρης έτρεχε παντού προσπαθώντας να σώσει ό,τι μπορούσε. Ο Νικηφόρος ήταν σκεπτικός.
«Νικηφόρε, να προκαλέσουμε τώρα τον Καϊχοσρόη» του θύμισε ο Διογένης
Ο Νικηφόρος που πολεμούσε κι αυτός κι είχε γεμίσει αίματα, πλησίασε τον Θεόδωρο. Ο αυτοκράτωρ στεκόταν πιο εκεί θλιμμένος κι ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Γύρω του ήταν η προσωπική του φρουρά, μεταξύ αυτών κι οι Φράγκοι φίλοι του Νικηφόρου. Κι ο Λάσκαρης κι όλοι, είχαν τους μανδύες τους γεμάτους αίματα και χώμα.
«Μεγαλειότατε, υπάρχει ακόμα μια ελπίδα» του είπε.
Ο Θεόδωρος τον κοίταξε με έκπληξη σαν κάτι να μην καταλάβαινε.
«Να προκαλέσετε εσείς τον Καϊχοσρόη σε προσωπική μονομαχία!»
Στα μάτια του Θεόδωρου άστραψε μια λάμψη. Φώναξε αμέσως τον υπασπιστή του.
«Πήγαινε με μια λευκή σημαία και το λάβαρό μου στον Καϊχοσρόη που περιμένει να του ζητήσω έλεος. Πες του ότι τον προκαλώ σε προσωπική μονομαχία. Πέτα το λάβαρο στα πόδια του» του είπε.
Ο υπασπιστής έφυγε αμέσως. Ο Λάσκαρης έφυγε από την σκηνή του και προχώρησε με το άλογο του στο σημείο που δινόταν η μάχη. Εκεί βρισκόταν την περισσότερη ώρα. Μόνο για να βλέπει την εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα έφευγε για λίγο και πήγαινε στο στρατηγείο του. Μπήκε και πάλι μπροστά δίνοντας κουράγιο στους Ρωμαίους που σε εκείνο το σημείο κρατούσαν ακόμη γερά.
«Θα δεχτεί άραγε ρώτησε με το βλέμμα του κοιτώντας τον Νικηφόρο.
«Θα δεχτεί. Είναι φίλος σας» είπε ο Νικηφόρος.
«Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία» είπε ο Λάσκαρης.
Για λίγο η κλαγγή των όπλων κατασίγασε. Μια οχλοβοή ακούστηκε κι οι στρατοί σταμάτησαν ξαφνικά να μάχονται. Μια μεγάλη κουστωδία με μουσουλμανικά λάβαρα φάνηκε να πλησιάζει. Σύντομα έφτασε ο Καϊχοσρόης με πολλούς ιππείς του να τον ακολουθούν. Φώναξε δυνατά τον Λάσκαρη κι αυτός αμέσως ανταποκρίθηκε. Οι φωνές του πλήθους καταλάγιασαν. Τα όπλα σίγησαν κι όλοι οι μαχητές, ένιωσαν εκστασιασμένοι από την ένταση της στιγμής.
Μαχητές και των δύο πλευρών, ακούγοντας ο ένας τον διπλανό του, κύκλωσαν τους δυο αρχηγούς. Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Ήταν μια σκηνή ομηρικού μεγαλείου στην οποία δυο βασιλιάδες στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Από την μια ήταν ο αυτοκράτορας της Ρωμανίας κι από την άλλη ο Σουλτάνος του Ρουμ. Καβάλα στα ανυπόμονα ατίθασα άλογά τους, ο Λάσκαρης κρατούσε το σπαθί του κι ο Καϊχοσρόης ένα ρόπαλο.
Οι δυο αντίπαλοι κοιτάχτηκαν στα μάτια κι όρμησαν ο ένας εναντίον του άλλου. Ο Καϊχοσρόης κατάφερε με το ρόπαλο ένα δυνατό κτύπημα στο κεφάλι του Λάσκαρη. Τον ζάλισε και τον έριξε από το άλογό του. Ο Λάσκαρης, όμως, πεζός πια, τίναξε το σπαθί και χτύπησε το άλογο του Σουλτάνου στα πίσω πόδια. Γκρέμισε τον Καϊχοσρόη στο έδαφος. Τότε, ένα φράγκικο σπαθί άστραψε σαν ρομφαία κυρίου. Το κεφάλι του Καϊχοσρόη έφυγε από το σώμα του και κύλησε πιο εκεί. Ο Ρομπέρ μάζεψε το ακονισμένο ξίφος στη θήκη του. Ήταν ακόμα ματωμένο απ’ το κατακόκκινο αχνιστό αίμα του Σουλτάνου.(*4)
Ο Λάσκαρης πήρε μια λόγχη και κάρφωσε πάνω της το κεφάλι του Σουλτάνου. Το σήκωσε ψηλά υπό τις επευφημίες των στρατιωτών του και τις ουρανομήκεις κραυγές τους. Η μάχη είχε τελειώσει με θρίαμβο για τα χριστιανικά λάβαρα αν και μόλις πριν λίγες στιγμές ήταν μια τραγωδία. Οι Τούρκοι πανικόβλητοι, έστρεψαν τα άλογά τους προς τα πίσω και τράπηκαν σε φυγή. Πολύ σύντομα η φυγή γενικεύτηκε σε όλα τα μέτωπα κι ο μουσουλμανικός στρατός διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια. Ιππείς και στρατιώτες άκουγαν την τρομερή είδηση ότι ο Λάσκαρης είχε πάρει το κεφάλι του Καϊχοσρόη. Σε λίγο όλα είχαν τελειώσει. Η κρίσιμη μάχη είχε κερδηθεί για τη Νίκαια κι ο Θεόδωρος Λάσκαρης είχε γίνει ο καινούριος Αχιλλέας των Ελλήνων. Κανείς δεν θα αμφισβητούσε πια αν ήταν άξιος και θεόσταλτος αυτοκράτορας ή όχι. Γιατί κανείς δεν θα δεχόταν ότι ήταν το σπαθί ενός Φράγκου που έκρινε τη μάχη κι όχι η ρομφαία του ίδιου του Θεού!


************************************
Αύριο, Παρασκευή 7/8 το τελευταίο μέρος του βιβλίου.