Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

40 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 40η

 Η δεύτερη ενότητα του τελευταίου κεφαλαίου. Τίτλος της ενότητας "Τίς πταίει;"

 *************************************


2.-

Τις πταίει;

Πάνω στο «Θεσσαλονίκη» ο Θεόφραστος δεν είχε όρεξη για κουβέντες με τον Φαληρέα ή τον Ολόστρατο. Δεν ήταν ίδια η θέση τους. Ο ένας είχε κυβερνήσει σαν τύραννος την Αθήνα και πλήρωνε για τα λάθη του κι ο άλλος ήταν άνθρωπος των όπλων. Αυτός ήταν ο διευθυντής του Λυκείου, της σχολής του Αριστοτέλη, του ξακουστού στα πέρατα της γης Περιπάτου. Γιατί να κρύβεται σε ένα μακεδονικό πλοίο και να φεύγει από το «κλεινόν άστυ», οδεύοντας προς εξορία στη Θήβα;

Ήξερε βέβαια ο δάσκαλος πως δεν τον έδιωχναν για τις ιδέες του, που ήταν απολύτως ελεύθερες σε μια δημοκρατία. Ούτε εποφθαλμιούσαν τη θέση του στη σχολή. Ο λόγος που τον είχαν άχτι, ήταν που τον θεωρούσαν σύμβουλο του επιμελητή, και ήταν! Όλα τα λάθη του Δημήτριου, τα φόρτωναν εξ ίσου και σε αυτόν. Είχε φτάσει τώρα να κινδυνεύει η Σχολή του να χάσει την άδεια της.

Πού ακούστηκε να δίνει ο δήμος την άδεια για να ανοίξει μια σχολή; Από πού κι ως πού σχολή που δεν είχε άδεια θα έπρεπε να κλείσει; Πώς γινόταν σε μια ελληνική πόλη, στην χώρα της ελευθερίας, να αποφασίζει ο δήμος για σχολές και για φιλοσοφίες; Ο καθένας ήταν ελεύθερος να πιστεύει, αλλά και να διδάσκει, ό,τι ήθελε, ακόμα κι αν ήταν βλακείες. Οι μαθητές αποφάσιζαν αν μια σχολή θα έκλεινε ή όχι. Αν κανείς δεν την ακολουθούσε, η σχολή έκλεινε, αν ο κόσμος την εμπιστεύονταν, την κρατούσε ζωντανή. Από τα πέρατα της γης έρχονταν για να μαθητεύσουν στον Περίπατο. Ήταν δυνατόν να την έκλεινε τώρα μια πρόταση του Σοφοκλή του Σουνιέα;

Έφτανε τώρα κι αυτός στα αδιέξοδα που είχαν φτάσει πιο πριν ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης. Ο Πλάτων βασανίστηκε στη Σικελία με τους τυράννους που έμπλεξε όταν πήγε να εφαρμόσει εκεί την Πολιτεία του. Ο Αριστοτέλης απογοητεύτηκε από τον Αλέξανδρο και την θεοποίησή του. Νά που, τώρα, κι εκείνος είχε βρει τον μπελά του με τον Φαληρέα. Ναι, του είχε πει να βάλει όριο εισοδηματικό τις δυο χιλιάδες δραχμές για να είναι κανείς πολίτης. Είχαν μειωθεί οι πολίτες στο ένα τρίτο κι η Πολιτεία θα έπρεπε να λειτουργεί καλύτερα. Ήταν σωστή η συμβουλή. Η εφαρμογή της ήταν που σκάλωσε. Ο Δημήτριος ήταν υπόδουλος των παθών του. Με τριακόσια αγάλματα και πίνακες του μέσα στην Αθήνα, φυσικό ήταν να τον μισήσουν. Έλεγε «λιτότητα» για όλους, αλλά, εκείνος ήθελε να αποτελεί εξαίρεση και ξόδευε σαν Κροίσος. Τι έφταιγε το φιλοσοφικό σύστημα εν προκειμένω;

Ήταν ένα μεγάλο ζήτημα ποιος έφταιξε για όλες τις αστοχίες των υπέροχων θεωριών. Γιατί απέτυχε η «Πολιτεία» του Πλάτωνα στις Συρακούσες; Γιατί απέτυχαν η ομηρικές διδαχές του Αριστοτέλη στον Αλέξανδρο και θέλησε να γίνει θεός, γιος του Άμμωνα Δία; Γιατί απέτυχε κατόπιν κι ο ίδιος με τον Φαληρέα; Τι έφταιγε που η φιλοσοφία δεν μπορούσε να δώσει στην πράξη την κοινωνική γαλήνη που υποσχόταν με την θεωρία;

«Τις πταίει λοιπόν;» ήταν το ερώτημα που τον βασάνιζε.

Στην πραγματικότητα το ερώτημά του δεν ήταν τίμιο. Ο Θεόφραστος αναρωτιόταν αν έφταιγαν οι θεωρίες των σοφών ή οι πολιτικοί που αναλάμβαναν την εφαρμογή τους. Όμως είχε ήδη δώσει και την απάντηση. Γιατί έβαζε ένα δίλημμα με τέτοιους όρους που η απάντηση δινόταν πριν καν τεθεί το ερώτημα. Έφταιγαν οι ιδέες, δημιουργήματα θεών, ή οι πράξεις που ήταν απλές σκιές των ιδεών, δημιουργήματα ανθρώπων; Έτσι αθώωνε τις ιδέες. Εκείνο που απέφευγε να σκεφτεί ο Θεόφραστος ήταν πως η θεωρία του είχε ένα βασικό λάθος. Δεν υπολόγιζε καθόλου την επιθυμία των ανθρώπων να είναι αυτεξούσιοι. Όσο δεν μετρούσε σωστά αυτόν τον παράγοντα έχτιζε πύργους στην άμμο.

Δεν συνυπολόγιζε την ελευθερία σαν βασικό κινητήριο μοχλό της ζωής των ανθρώπων, σαν ενστικτώδη επιθυμία. Αν το έκανε, τότε εύκολα θα καταλάβαινε πως, το λάθος ήταν στην θεωρία, στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Περιφρονούσαν τη βασική αρχή της ισοκρατίας κι ισονομίας ότι όλοι οι πολίτες ήταν ίσοι. Όσο ξεχώριζαν τους ηγέτες από το πλήθος τόσο θα απογοητεύονταν από τους τυράννους τους οποίους στήριζαν. Ο Διονύσιος των Συρακουσών, ο Αλέξανδρος του Φιλίππου κι ο Δημήτριος Φαληρέας αυτό δεν υπολόγισαν. Ήταν δύσκολο, όμως, για τον Θεόφραστο να δεχτεί το λάθος.

«Ποιος φταίει για τους κατατρεγμούς της μοίρας, τις ατυχίες και τις καταστροφές; Οι θεοί ή οι άνθρωποι;»

Καθώς το πλοίο ξεμάκραινε σιγά σιγά από το Φάληρο το ερώτημα όλο και πιο αναπάντητο έμοιαζε.

«Ποιος φταίει, τελικά, για τη δική μου μοίρα, αν όχι εγώ ο ίδιος;» σκεφτόταν.

..................................................

Ο Πανδίων καθόταν σε ένα ξύλινο πάγκο. Σε μια γωνιά κοντά στην πύλη του Πειραιώς, στον Κεραμικό,αναλογιζόταν τι έφταιγε κι είχε φτάσει σε αυτό το χάλι! Είχε παλέψει για χρόνια πολλά μέχρι να φτάσει στο σημείο να γίνει Μεγάλος Μύστης της οργάνωσης. Είχε ξεπεράσει πολλά εμπόδια για να φτάσει στο ανώτατο στάδιο. Είχε τυφλά όργανά του τον Ιεροφάντη, την Πανδότη κι ένα σωρό πιστούς οπαδούς και, τώρα ... τίποτε! Μήπως έφταιξε η απληστία του; Μα, δεν έκανε τίποτε για τον εαυτό του, για την οργάνωση τα έκανε όλα. Τι είχε φταίξει κι είχε περιέλθει σε τέτοια απελπισία;

«Τα έκανα όλα για την οργάνωση;» αναρωτήθηκε. Ίσως όχι μόνο γι αυτήν. Σαν αρχηγός και διαχειριστής καρπωνόταν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της.

«Λύσιε, φέρε μια κούπα με κρασί και καμιάν ελιά για να φάω και να πιω» ζήτησε από τον δούλο του.

«Μάλιστα, αφέντη» του απάντησε εκείνος με σεβασμό.

«Φώναξέ μου και τον Φερεθάνη» τον πρόσταξε.

«Μα ... ο Φερεθάνης έφυγε, κύριέ μου» είπε ο δούλος.

«Ο Ληθόνους; Έφυγε ηι αυτός;»

«Έφυγαν μαζί».

Δεν είπε τίποτα ο Παρμίων, αλλά, από μέσα του θύμωσε πολύ. Τι πα’ να πει «έφυγαν»; Με ποιο δικαίωμα έφευγε ένας Φερεθάνης ή ένας Ληθόνους χωρίς να τον ρωτήσουν. Η τάξη είχε διασαλευτεί κι έπρεπε να ληφθούν μέτρα. Δεν μπορούσε να φωνάξει την Πανδότη να τους μαζέψει. Η Πανδότη ήδη βρισκόταν στην άλλη ζωή. Ίσως ξαναγύριζε κοντά του σαν γάτα ή σαν μια δούλα από την Μικρασία ή την Αφρική. Κάπως έτσι μόνο θα μπορούσε να σβήσει την προδοσία της στην άλλη της ζωή. Κι ο Ιεροφάντης ... πού να ήταν άραγε αυτός; Είχε μείνει στου Φαληρέα ή είχε φύγει για να γλιτώσει τη ζωή του; Πρέπει να είχε καταλάβει τι τον περίμενε γι αυτό πετάχτηκε σαν λαγός απ' το δωμάτιο. Μα, πού θα πήγαινε; θα ξαναρχόταν εδώ αν ήθελε μέρος της περιουσίας της οργάνωσης. Δεν τον φοβόταν πως θα μαρτυρούσε το παραμικρό καθώς ήταν το ίδιο ένοχος κι αυτός για όλα.

«Φώναξε την Αγαθόκλεια» είπε στον δούλο.

Αγαθόκλεια ήταν η γυναίκα του. Έπρεπε να της δώσει οδηγίες αφού τα πράγματα είχαν αλλάξει. Εκείνη ήρθε, αλλά ήταν ανήσυχη κι αλαφιασμένη.

«Κάθισε» της είπε. «Τι έχεις;»

«Η Τιμαρέτη είπε ότι μαχαίρωσαν τον Λευκοπέα».

«Ποιον;» έκανε αιφνιδιασμένος «Πότε; Πού;»

«Τον βρήκαν, λένε, σε ένα σπίτι στο Φάληρο, κάπου κοντά στις εκβολές του Ιλισού»

«Πώς πέθανε; Τι θα πει τον μαχαίρωσαν;»

«Ένα σπαθί τον είχε σκοτώσει, με χτύπημα στην πλάτη, έτσι λένε» είπε η Αγαθόκλεια.

Λευκοπεύς ήταν ο γείτονάς τους που τον είχε χρίσει Μεγάλο Ιεροφάντη στην οργάνωση. Με βάση του νόμους, που ο Πανδίων είχε φτιάξει, ήταν δεύτερος ιεραρχικά κι οικονομικός του συνεργάτης.

«Ξέρουν ποιος τον σκότωσε;»

«Όχι βέβαια, πώς να ξέρουν; Όμως, τι δουλειά είχε ο Λευκοπεύς στο Φάληρο;» είπε η Τιμαρέτη.

«Μην ρωτάς τέτοια πράγματα εσύ» της είπε αυστηρά.

Κατά ένα τρόπο ένιωσε ανακούφιση. Θα ήθελε να τον έχει σκοτώσει εκείνος, αλλά, ο Ιεροφάντης του είχε ξεφύγει την τελευταία στιγμή. Αυτό τον είχε κάνει ακόμα πιο επικίνδυνο, αλλά, νά που οι θεοί τον είχαν ευνοήσει. Κάποιος -άγνωστος- είχε καθαρίσει τον Λευκοπέα για λογαριασμό του. Δεν είχε παρά να δεχτεί με ευγνωμοσύνη αυτό το δώρο των θεών. Έτσι κι αλλιώς η οργάνωση είχε τελειώσει. Θα έδιωχνε προς το παρόν τον Ληθόνου και τον Φερεθάνη μακριά. Στο μέλλον θα φρόντιζε να τους καθαρίσει για να μην μιλήσουν ποτέ και σε κανέναν. Θα φρόντιζε να ξεμπλέξει πιο γρήγορα και πιο άμεσα από τον Υπάνορα που είχε δείξει ανυπακοή. Ως τότε θα λούφαζε και θα κρυβόταν μέσα στις οικογενειακές του ενασχολήσεις ώσπου να περάσει η μπόρα.

«Ίσως έφταιξα σε κάτι κι οι θεοί μου χαλάσαν όλα μου τα σχέδια» σκέφτηκε. Δεν ήξερε ο Παρμίων πως ο Υπάνωρ είχε κιόλας υπογράψει την καταγγελία του προς την Ηλιαία και τον Άρειο Πάγο. Είχε περιγράψει τα εγκλήματά του και του φόρτωνε όλα όσα είχε κάνει η οργάνωση. Δεν ήξερε πως το κώνειο θα ήταν το δικό του μέλλον και πολύ σύντομα μάλιστα. Πίστευε πως δεν είχε κάνει κανένα λάθος και πως στην επόμενη ζωή του θα ήταν ή ημίθεος ή βασιλιάς.

«Και μετά ρωτάνε “τις πταίει;”» σκέφτηκε. «Δεν φταίνε οι θεοί για τα λάθη μας! Όταν στη θνητή ζωή τα πληρώνουμε, εμείς είμαστε οι φταίχτες!» σκέφτηκε.

Δεν ήξερε πόσο πολύ για τον εαυτό του μιλούσε.

..............................................................

Η Ιππαρχία είχε φροντίσει για την Πανδότη παρ' όλο που την ήξερε για κομπογιαννίτισσα. Της άρεσε, όμως, που είχε αγέρωχη στάση απέναντι σε όλους στους άντρες και γι αυτό την εκτιμούσε. Λυπόταν μόνο πού ’χε μπλέξει με τούτο το άθλιο σινάφι των απατεώνων. Φρόντισε πρώτα για το νεκρό σώμα της. Κατάλαβε αμέσως πως είχε φύγει από δηλητήριο. Θα ήταν το ίδιο που είχε δοθεί στα τρία θύματα των Ορφικών. Κοίταξε το μαχαίρι που την είχε χαράξει και το μαντίλι με το οποίο είχε σκουπιστεί. Πρέπει να ήταν και τα δυο βουτηγμένα σ' αυτό το θανατηφόρο φαρμάκι.

Έκλεισε τα γουρλωμένα μάτια της νεκρής. Έπλυνε το ωχρό πρόσωπο, τακτοποίησε την εσθήτα της και την ξάπλωσε σε ένα πάγκο. Το ίδιο πήγε να κάνει και με τον άλλο νεκρό, τον Ιεροφάντη, αλλά, ήρθαν ο Φανοκράτης με ένα δούλο και πήραν το πτώμα. Το έβαλαν σ’ ένα καρότσι κι έφυγαν. Θα το αφήναν κάπου έξω για να φανεί ότι τον μαχαίρωσαν άγνωστοι και θα ειδοποιούσαν την οικογένειά του. Πριν τον πάρουν, η Ιππαρχία τον είχε αναγνωρίσει Ήταν γείτονας του Παρμίονα, εκείνου που ο Υπάνωρ τους είχε πει πως ήταν ο Μεγάλος Μύστης. Αφού τελείωσε με αυτά πήγε στο σπίτι της γιατί είχε περάσει η ώρα και πλησίαζε το βράδυ.

«Ετοίμασα μιαν επιστολή για την οικογένειά μου στη Θήβα» της είπε ο Κράτης μόλις την είδε που γύρισε. «Πες στο ζευγάρι που θέλεις ότι θα τους φιλοξενήσουν».

Ήταν φτωχό το σπίτι που έμεναν, σχεδόν μια σπηλιά. Ήταν πάντα ανοιχτό και δεχόταν οποιονδήποτε χωρίς διάκριση. Ξένος ή ντόπιος, φτωχός ή πλούσιος, ελεύθερος ή δούλος, άντρας ή γυναίκα, όποιος είχε ανάγκη ήταν ευπρόσδεκτος εδώ. Μπορούσε να μπει στο σπίτι, να κάτσει ή και να κοιμηθεί εδώ. Αν υπήρχε φαγητό το μοιράζονταν όλοι. Έφερναν πολλοί και φαγητά και κρασιά και γίνονταν εκεί θαυμάσια φαγοπότια κι εξαιρετικές συζητήσεις.

«Δεν θα χρειαστεί να φύγουν» είπε η Ιππαρχία,

«Πώς έτσι;»

«Άλλαξαν πολλά. Ο Υπάνωρ είχε σχετιστεί με ορφικούς που τον είχαν μπλέξει. Ευτυχώς, όμως, η οργάνωση διαλύθηκε και δεν έχει πια φόβο».

«Κι η γυναίκα;»

«Είναι κι αυτή καλά μαζί του. Νομίζω θα παντρευτούν, θέλουν να μείνουν μαζί».

«Στον γάμο θα φάμε και θα πιούμε» είπε ο Κράτης. «Θα ευχηθούμε σε όλους καλή τύχη! Από κυνηγημένοι γίνονται καλοί πολίτες και σύζυγοι!»

«Δεν ήταν μόνο τύχη αυτό που τους έφτιαξε τη ζωή» είπε η Ιππαρχία. «Ο νεαρός το πάλεψε πολύ»

«Συν Αθηνά και χείρα κίνει, λοιπόν!»

«Ναι, έτσι έγινε εδώ. Κίνησαν τα χέρια τους κι αυτοί» είπε η Ιππαρχία χαμογελώντας.

Ασχολήθηκαν λίγο με τα στρώματα, και τα μαξιλάρια τους. Τα τίναζαν κάθε απόγευμα γιατί το βράδυ δεν άναβαν κεριά ή λύχνους. Προτιμούσαν να κοιμούνται το απόβραδο και να ξυπνούν με τον πρωινό ήλιο. Το καλοκαίρι, μάλιστα, οι ώρες με σκοτάδι ήταν λίγες και δεν ήθελαν να τις χάσουν. Σε λίγο θα έπεφταν για ύπνο όπως κάθε βράδυ. Ήταν από τις ωραίες στιγμές της ζωής οι ώρες που ξάπλωναν αγκαλιά. Ήταν πολύ όμορφα είτε έκαναν έρωτα είτε αρκούνταν σε ένα ζεστό φιλί και σε πολλά χάδια.

«Οι φίλοι του Ερμόδωρου, είναι εντάξει τώρα;» ρώτησε ο Κράτης καθώς εκείνη ξάπλωσε κοντά του.

«Ναι ... έλυσαν όλοι τις απορίες τους, ...κινώντας κι αυτοί τα χέρια τους μαζί με την Αθηνά» του είπε.

«Ευτυχισμένοι λοιπόν!» είπε ο Κράτης.

«Ευτυχισμένοι που επιτέλους έχουν την ισοκρατία. Το περίμεναν τόσο καιρό!» είπε η Ιππαρχία. «Ο Ζείκρατος έστειλε μήνυμα στον Επίκουρο να επιστρέψει».

«Α ... μακάρι ... χαίρομαι γι αυτό» είπε ο Κράτης.

«Σου είπα πώς ελπίζουν σε καλύτερες μέρες».

«Όμως ο Ερμόδωρος άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο».

«Κι άλλοι πολλοί έκαναν το ίδιο αυτές τις μέρες» είπε η Ιππαρχία.

«Πάντα το ίδιο το τροπάρι, καλή μου» είπε ο Κράτης σκεπτικός. «Δεν θα βαρεθούν οι άνθρωποι να χαίρονται για τα μικρά και να διαψεύδονται συνεχώς; Δεν θα σκεφτούν πως τα ανθρώπινα κατασκευάσματα είναι μάταια και καταστροφικά; Δεν βλέπουν πως όλα αυτά μας απομακρύνουν από την ζωική μας φύση;»

«Ελπίζουν» του είπε.

«Ελπίζουν μέχρι την επόμενη διάψευση των ελπίδων τους. Κι όταν διαπιστώνουν πως ήταν όλα μάταια, ψάχνουν, αλλά, δεν βρίσκουν ποτέ τους τον φταίχτη».

«Μα πώς μπορούν να δεχτούν πως ο μόνος ή ο κύριος φταίχτης είναι ο εαυτός τους;»

«Ναι καλή μου» της είπε ο Κράτης. «Κι εγώ το ίδιο πιστεύω, αυτός είναι ο φταίχτης».

Για τους κυνικούς το ερώτημα «τις πταίει» ήταν λυμένο εδώ και αιώνες. Έφταιγε ο άνθρωπος που απομακρυνόταν από την φύση. Γι αυτό αδιαφορούσαν για τα ανθρώπινα και, μαζί με αυτά, για την ηθική, τις ανέσεις και τις εφευρέσεις. Γι αυτό απέρριπταν την ίδια την πολιτεία των ανθρώπων. Η απάντηση του Διογένη στον Φιλίππου Αλέξανδρο τα έλεγε όλα. Όταν τον ρώτησε -αυτός ο άρχοντας του κόσμου- τι θα επιθυμούσε να του προσφέρει πήρε την σωστή απάντηση. Ο Διογένης δεν ζήτησε παρά μόνο να πάψει το βασιλόπουλο να του στερεί τον ήλιο. Ποιος άλλος εκτός από έναν κυνικό θα μπορούσε να πει κάτι τέτοιο; Μόνο ένας άνθρωπος πεισμένος πως οι ευεργέτες είναι δυνάστες κι οι γενναιόδωροι κλέφτες μπορούσε να το κάνει.

«Ο άνθρωπος φταίει για τα δεινά του» είπε η Ιππαρχία κι αγκάλιασε τρυφερά τον Κράτη.

...............................................

*************************************

Αύριο Τρίτη 17/11 λόγω Πολυτεχνείου δεν θα έχουμε ανάρτηση για το βιβλίο. Την Τετάρτη 18/11 συνεχίζουμε με την 41η συνέχεια.