Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

31 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 31η

Δεύτερο μέρος στο πρωινό της 11ης Ιουνίου. Η Δάφνη (όπως κι ο Ιάσων) έχουν κοιμηθεί στο σπίτι του Δημήτριου στο Φάληρο. Ο Δημήτριος ενδιαφέρεται να δεσμεύσει την Δάφνη για να την πάρει μαζί του φεύγοντας. Βάζει όλα τα μέσα για να το πετύχει.

Βέβαια ο καθένας έχει τα σχέδιά του. Ο Μύστης θέλει να εκμεταλλευτεί τον άλλο Δημήτριο, τον Ελευθερωτή, κι οι φίλοι του Ερμόδωρου θέλουν να ξαναβρούν τον Ιάσονα και τη Δάφνη και να εξιχνιάσουν τους φόνους. 

*************************************


Πρωινό της 11ης Ιουνίου 307π.Χ. (β' μέρος)

...........

Ο Αγακάτης κατέβασε τον Μεγάλο Μύστη ως την έξοδο του σπιτιού και του έδειξε την είσοδο του άλλου κτίσματος.

«Εκεί πήγαινε να τους βρεις. Μάζεψέ τους και φύγετε από εδώ» του είπε.

Στο μεταξύ τους είδαν και πλησίασαν ο Φερεθάνης κι ο Ληθόνους. Ο Μεγάλος Μύστης τους είπε να μείνουν λίγο πιο μακριά και να περιμένουν. Ζήτησε από τον Αγακάτη να του μιλήσει κατ' ιδίαν.

«Πρέπει να σου πω κάποια πράγματα Σκύθη» του είπε.

Ο Αγακάτης τον κοίταξε με επιφύλαξη.

«Πες μου όμως πρώτα κάτι, θα φύγεις με τον Φαληρέα ή θα μείνεις εδώ;»

«Θα μείνω».

«Τότε πρέπει να προσέξεις κάποια πράγματα, αλλιώς θα βρεθείς σε κίνδυνο».

Ο Αγακάτης δεν έδειξε να κατανοεί τι έλεγε ο Μύστης. Γιατί ενδιαφερόταν γι αυτόν και ποιος ήταν ο κίνδυνος που τον απειλούσε. Κι εκείνος του εξήγησε πρόθυμα.

«Πρόκειται για τον Καινέα, τον πατέρα του Ερμόδωρου και τους φίλους του νεκρού. Όλοι αυτοί έχουν την εντύπωση πως εσύ φταις για την απαγωγή του Ιάσονα και της Δάφνης. Θα σε καταγγείλουν!»

Ο Αγακάτης ανησύχησε πραγματικά αλλά προσπάθησε να το κρύψει. Πού ήξερε ο Μύστης ότι είχε εμπλακεί σ’ αυτή την απαγωγή; Και πώς το είχαν ανακαλύψει ο Καινέας κι οι φίλοι του γιου του;

«Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα» είπε.

«Αν σε καταγγείλουν θα μπλέξεις πολύ άσχημα. Ίσως να καταγγείλουν κι άλλους Σκύθες» του είπε ο Μύστης. «Κάνε μια βόλτα στου Καινέα να δεις και μόνος σου».

«Η κηδεία έγινε χτες ... τελείωσε».

«Ετοιμάζουν σήμερα το δείπνο που δεν έκαναν χτες. Όλη μέρα θα είναι εκεί και θα συζητούν. Για τους φίλους τους που λείπουν θα λένε, και θα θέλουν να εκδικηθούν».

«Και τι λες να κάνω;» ρώτησε ανήσυχος ο Αγακάτης.

«Πήγαινε να τους προλάβεις, γιατί αύριο το μεσημέρι θα είναι πια αργά».

«Δεν έχω κανένα λόγο να κάνω κάτι τέτοιο» του είπε ο Αγακάτης κι έφυγε.

Ο Μύστης είχε δει στα μάτια του Σκύθη την ανησυχία που προκάλεσαν οι πληροφορίες που μόλις του είχε δώσει. Ήταν βέβαιος πως θα πήγαινε στου Καινέα. Ο λόγος που έστελνε τον Σκύθη δεν ήταν βέβαια αυτός που του είχε πει. Είχε μάθει από την επιμελητεία ότι ο Δέξιππος είχε δώσει πληροφορίες σε κάποιον φίλο του Καινέα για μιαν αντίδοση. Ήταν εκείνη που ζητούσε ο Ζωσιφάντης. Αν το έψαχναν πολύ, δεν θα αργούσαν να φτάσουν και σε αυτόν. Ίσως να έβλεπαν και τις άλλες περιπτώσεις και τότε θα τον κατηγορούσαν σαν εγκέφαλο της απάτης. Γι αυτόν τον λόγο ο Καινέας έπρεπε να βρει εγκαίρως μιαν αντίσταση. Ο Αγακάτης ήταν ένα η πιο καλή περίπτωση εκφοβισμού. Όμως ο Σκύθης δεν θα πήγαινε στου Ερμόδωρου αν ήξερε πως έτσι θα βοηθούσε τον Μύστη. Έπρεπε να έχει ο ίδιος προσωπικό κίνητρο για να πάει. Γι αυτό του είχε ενσπείρει την ανησυχία πως όλες οι υποψίες για την απαγωγή Ιάσονα και Δάφνης θα έπεφταν πάνω του. Ήξερε απ’ τον Φαληρέα πως οι απαγωγές ήταν έργο των Σκυθών του. Με τον τρόπο αυτό είχε βεβαιωθεί πως ο Αγακάτης είχε ενοχές και θα ήταν αρκετά φοβισμένος ώστε να πάει.

Το σχέδιο ήταν καλό αλλά μόνο του δεν έφτανε. Γι αυτό ο Μύστης είχε και δεύτερο σχέδιο. Είχε φτιάξει μιαν επιστολή για τον Δημήτριο Αντιγονίδη ώστε να κινητοποιήσει μιαν ακόμα εξουσία κατά του Καινέα. Αυτή τη στιγμή, οι μόνες εξουσίες ήταν οι Σκύθες κι ο Ελευθερωτής. Ο Σκύθης θα πήγαινε για λογαριασμό του να εκφοβίσει τον Καινέα και τους φίλους του νεκρού. Ο Ελευθερωτής θα έκανε τον δεύτερο εκφοβισμό. Με όλα αυτά ήλπιζε να ξεμπερδέψει ο Μύστης με τους τύπους που ανακατεύονταν στα πόδια του τούτες τις μέρες.

«Φερεθάνη» είπε εμπιστευτικά στον ένα υποτακτικό του. «Θα πας δυο επιστολές στον Δημήτριο τον Ελευθερωτή».

«Στον Ελευθερωτή;;; Δεν είναι εχθρός μας;»

«Όχι, βέβαια, ανόητε!» είπε ο Μύστης. «Ποτέ και καμιά εξουσία δεν είναι εχθρός μας. Θα πας να τον βρεις και θα του δώσεις δυο επιστολές. Την μια θα την δώσεις επίσημα και την άλλη κρυφά, μόνο στα χέρια του. Κατάλαβες;»

«Εντάξει, Μεγάλε Μύστη» είπε υπάκουα ο Φερεθάνης.

«Φύγε αμέσως, πρέπει να πας όσο πιο γρήγορα γίνεται. Πάρε το ένα από τα άλογα της άμαξας και τρέξε!»

Ο Μύστης είχε εξαπολύσει τα όπλα που μπορούσε κατά του σπιτιού του Ερμόδωρου. Ήθελε να κερδίσει χρόνο. Τον είχε ανάγκη για να θωρακιστεί από τυχόν κατηγορίες που θα τον βάρυναν. Έπρεπε να αποφύγει την καταδίκη, αν γινόταν μια καταγγελία εις βάρος του από τον Καινέα.

Πολύ γρήγορα είχε κάνει τους υπολογισμούς του: Ο Φαληρέας θα έφευγε ή θα σκοτωνόταν από ώρα σε ώρα. Έτσι, θα εξέλειπε ο κύριος μάρτυρας που μπορούσε να καταθέσει για τη συνωμοσία του. Κανείς άλλος δεν ήξερε τη συμφωνία του που είχε κάνει με τον Δημητριο για τις αντιδόσεις των περιουσιών. Χωρίς την σιγουριά ότι ο Επιμελητής θα υπέγραφε την αντίδοση, γιατί να σκοτώσει αθώους; Ο Δέξιππος ίσως να είχε βάσιμες υποψίες, όμως, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος για τίποτε. Δεν ήξερε αν ο Επιμελητής θα του χάριζε τις περιουσίες των δολοφονηθέντων. Οι τρεις που ζητούσαν αντίδοση δεν θα μιλούσαν γιατί έτσι θα ομολογούσαν συνενοχή σε φόνο. Δεν θα κινδύνευε λοιπόν από αυτή την πλευρά.

Στην πραγματικότητα, αν κινδύνευε από κάποιους ήταν από τους δικούς του ανθρώπους, τον Ιεροφάντη και την Ιέρεια. Κινδύνευε κι από τα τρία εκτελεστικά όργανα. Το θέμα ήταν να μη έσπαγαν κι ομολογούσαν αν έμπαιναν κάτω από πίεση. Γι αυτό χρειαζόταν λίγο χρόνο. Έπρεπε σήμερα κιόλας, εδώ στο Φάληρο ή έστω στη «Σπηλιά», να έχει τακτοποιήσει το θέμα των δικών του. Να τους εξηγήσει γιατί δεν θα έπρεπε ποτέ να πουν το παραμικρό σε κανέναν και να τους φοβίσει. Δεν ήταν αρκετή η ορφική θρησκεία για να επιβληθεί η σιωπή. Έπρεπε να τους επισείσει τον φόβο μιας δίκης στον Άρειο Πάγο που θα τους έκρινε όλους δολοφόνους. Χρειαζόταν χρόνο για να το τακτοποιήσει αυτό, πριν λειτουργήσει αυτή η αναθεματισμένη δημοκρατία. Πριν τρέξουν ο Καινέας κι οι φίλοι του Ερμόδωρου στις νέες αρχές να τον καταγγείλουν.

«Εγώ τι θα κάνω, Μεγάλε Μύστη;» ρώτησε ο Ληθόνους.

Τον είχε ξεχάσει αυτόν. Θα ήθελε να του απαντήσει «να πας να πνιγείς» αλλά φοβήθηκε ότι θα μπορούσε και να το κάνει. Τόσο ανόητος ήταν αυτός ο νεαρός!

«Κάτσε εδώ στην αυλή και κρύψου να μην φαίνεσαι. Όταν σε φωνάξω να έρθεις» του είπε.

Έπρεπε να λογαριαστεί με τον Ιεροφάντη και την Ιέρεια. Θα ήταν κι ο Υπάνωρ μαζί τους, άρα θα νουθετούσε κι αυτόν με την ευκαιρία.

........................................................

Όταν ο Δημήτριος Ελευθερωτής έμαθε ποιος ζητούσε να τον δει αντέδρασε με ειρωνικά χαμόγελα. Είχε έρθει κάποιος με επιστολή από τον Μεγάλο Μύστη μιας οργάνωσης ορφικών. Δεν θα χαλούσε τον χρόνο του με ορφικούς, βέβαια! Είπε στον υπασπιστή του να διώξει τον απεσταλμένο του Μύστη όταν μπήκε ο Αριστόδημος. Του πρότεινε να τον δεχτεί.

«Έχει, λέει, μιαν επιστολή να σου δώσει. Ισχυρίζεται ότι περιέχει πληροφορίες για τον Δημήτριο τον Φαληρέα που θα σε ενδιαφέρουν».

«Πιστεύεις ότι έχει τέτοιες πληροφορίες;»

«Δεν ξέρω, έτσι λέει, αλλά, χάνεις τίποτα αν τον δεις;»

«Εντάξει, φέρε τον μέσα!»

Η παρουσία του Φερεθάνη στη σκηνή εκστρατείας του γιου του Αντίγονου ήταν παράταιρη. Δεν ήταν μόνο που ένας φοβισμένος νεαρός, μέλος μιας μυστικιστικής οργάνωσης με κακή φήμη. Είχε απέναντί του έναν πανίσχυρο στρατηγό, γιο του πιο δυνατού από τους πολλούς διαδόχους του Αλέξανδρου. Η σύγκριση ήταν καταλυτική. Ένας ημίθεος με έναν δούλο. Ο Φερεθάνης ήξερε πως και τα νέα που έφερνε δεν ήταν καθόλου νέα. Επρόκειτο να φύγει ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, έγραφε η επιστολή, από το λιμάνι του Φαλήρου! Θα έπαιρνε μαζί τον δάσκαλο Θεόφραστο. Ο Ελευθερωτής χαμογέλασε και μαζί του γέλασε κι ο Αριστόδημος. Δεν ήταν μόνο μπαγιάτικα τα νέα αλλά και γελοία, αφού «κάρφωναν» στον Δημήτριο τις ίδιες τις δικές του αποφάσεις. Παρά λίγο τον βάλει ο Μακεδόνας να καταπιεί το άχρηστο γράμμα, τόσο εκνευρισμένος έδειξε πως ήταν. Είχε καλύτερες δουλειές να κάνει από το να διαβάζει τέτοιες πληροφορίες.

«Αυτά είχες να μας πεις, νεαρέ;»

«Όχι εγώ, ο Μεγάλος Μύστης. Μου έδωσε κι αυτό» είπε φοβισμένος και διστακτικός. «Είπε να το δώσω μόνο στα δικά σου χέρια, Μεγάλε Βασιλιά».

«Φύγε από μπροστά μου, ανόητε» του είπε ο Δημήτριος αηδιασμένος και τον έδιωξε.

Τον έλεγαν «ελευθερωτή» «σωτήρα» και τώρα άκουγε να τον λεν «μεγάλο» και «βασιλιά». Τι τους είχε πιάσει αυτούς τους περήφανους κάποτε πολίτες και συναγωνίζονταν τώρα σε δουλοπρέπεια; Τόσο πολύ μισούσαν, λοιπόν, τους Μακεδόνες; Όποιος τους απάλλασσε από την μακεδονική σάρισα γινόταν αμέσως σωτήρας και θεός τους; Έβλεπαν την μακεδονική σάρισα σαν αντίποδα της δημοκρατίας; Μα, ο Δημήτριος ήταν Μακεδόνας κι αυτός, το ξεχνούσαν; Αυτή η μανία με τα πατρώα τους πολιτεύματα καταντούσε εκνευριστική. Ήθελαν, λοιπόν, τόσο πολύ να τους κυβερνούν οι κωπηλάτες κι όχι οι στρατηγοί ή οι ναύαρχοι;

«Δημήτριε, γίνεται συμβούλιο σε λίγο. Έχουμε την υπόθεση των Μεγάρων να εξετάσουμε. Πρέπει να έρθεις για μας πεις εσύ τη γνώμη σου».

«Θα ακούσω πρώτα τις δικές σας».

Ο Δημήτριος διάβασε την δεύτερη επιστολή φωναχτά να ακούει κι ο Αριστόδημος. Αυτά που του έγραφε ο Μεγάλος Μύστης έδειχναν ότι μια συνωμοσία εξυφαινόταν εναντίον του κάπου στον Πειραιά. Ήταν μια προσπάθεια κάποιων να τον συκοφαντήσουν και να πλήξουν το όνομά του. Δεν τα πίστευε αυτά ο Δημήτριος αλλά ούτε κι ήθελε να αφήσει κάτι χωρίς να το έχει ελέγξει. Αυτή η συνήθεια να καταδίδουν οι εχθροί του ο ένας τον άλλον είχε φανεί χρήσιμη ως τώρα και δεν θα την αγνοούσε. Φώναξε τον Πολεμίωνα, που είχε στις διαταγές του τους οπλίτες της προσωπικής του φρουράς.

«Πολεμίων, στείλε μια ομάδα οπλιτών. Να ερευνήσει αυτούς εδώ που γράφει το γράμμα» είπε στον φίλο του και στρατηγό του. Του έδωσε την επιστολή.

«Θα στείλω» είπε εκείνος.

«Δεν φοβάμαι καμιά ομάδα ούτε θέλω να φανεί ότι αποδίδω μόνος μου δικαιοσύνη» είπε ο Δημήτριος. «Δεν θέλω, όμως, να έχουν την εντύπωση όποιοι ενεργούν εναντίον μου ότι θα μένουν ατιμώρητοι».

«Θα πω να τους τρομάξουν» είπε ο Πολεμίων.

Ο Αριστόδημος μπήκε πάλι στη σκηνή του Δημήτριου.

«Να σου πω και το τελευταίο: χτες βράδυ συζητούσαν μετά την κύρωση των κληρώσεων. Κάποιος έκανε μια πρόταση για τη Βουλή να απαγορευτεί η λειτουργία των σχολών αν δεν έχουν άδεια του δήμου».

«Το ξέραμε ότι το σκέφτονται, έχουμε όμως καιρό μέχρι να γίνει. Θα το δούμε τότε».

«Κάποιος όμως είπε, εκείνη την ώρα, ότι οι σχολάρχες θα σηκωθούν να φύγουν από την Αθήνα για να μην δικαστούν. Η εκκλησία του δήμου -γιατί έτσι αυτονομάστηκαν- πήρε τότε μια βιαστική απόφαση. Είπαν να μην μπορεί να φύγει κανείς μέχρις ότου δικαστούν».

«Για ποιους μιλάνε;»

«Νομίζω ότι πρόβλημα έχουν οι δύο σχολάρχες: ο Θεόφραστος του Λυκείου κι ο Πολέμων της Ακαδημίας».

«Ήταν να φύγει ο Πολέμων;»

«Όχι. Αυτός δεν το έχει σκοπό. Μόνο ο Θεόφραστος ετοιμάζεται να φύγει με τον Φαληρέα».

«Ας φύγουν. Καλύτερα να είναι μακριά. Φρόντισε να μην τους εμποδίσει κανείς» είπε ο Δημήτριος.

«Εντάξει στρατηγέ» είπε ο Αριστόδημος.

......................................................

Πρωί-πρωί μαζεύτηκαν στου Ερμόδωρου -όπου ποτέ δεν θα τον ξανάβλεπαν- ο Ζείκρατος, ο Μύρων κι η Κλεοτίμα. Πριν μπουν πλύθηκαν με το καθαρό νερό μιας υδρίας που στεκόταν από χτες έξω από το σπίτι. Την είχε τοποθετήσει η Ολύνθια που τηρούσε σχολαστικά τα έθιμα λες κι έτσι θα άλλαζε κάτι. Η κανάτα θα έμενε εκεί για να μπορούν να καθαρίζονται, όσοι έρχονταν. Χρειαζόταν μια και το πνεύμα του θανάτου για δυο μέρες τώρα τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι.

Ο Καινέας αυτό το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί καθόλου καλά. Στριφογυρνούσε συνεχώς στο κρεβάτι του τριγυρισμένος από σκέψεις. Πότε σκεφτόταν την αβάσταχτη απώλεια του γιου του και πότε τον πίεζε το πρόβλημα που είχε κληρονομήσει. Στα καλά καθούμενα κινδύνευε να χάσει την περιουσία του. Η καταγγελία που είχε γίνει στον Ερμόδωρο φαινόταν κανονική κι αυτός έπρεπε να την αντικρούσει. Αν υποχρεωνόταν τελικά σε αντίδοση θα καταστρεφόταν. Αυτός ο Ζωσιφάντης δεν είχε παρά πολύ μικρή περιουσία.

Απορούσε πώς ο Ερμόδωρος είχε κάνει τέτοιο σφάλμα. Πώς είχε δεχτεί να ανταλλάξει χορηγία με κάποιον που είχε περιουσία πολύ μικρότερη από τη δική τους. Ο Ζωσιφάντης είχε ήδη καταθέσει το αίτημα και, με τον Ερμόδωρο νεκρό, δεν ήταν εύκολο να αποδειχθεί ότι ήταν ψέμα. Γιατί ήταν βέβαιος πως ήταν ψέμα. Ήταν απίθανο να είχε κάνει ο γιος του κάτι τόσο απερίσκεπτο, θέτοντας σε κίνδυνο την περιουσία τους. Προφανώς θα υπήρχε κάποια λογική εξήγηση που, όμως, την είχε πάρει μαζί του στον τάφο. Και τώρα έπρεπε να ελπίζουν στην γενναιοδωρία του Επιμελητή ή της Πρυτανείας. Όμως, με τις νέες εξελίξεις κι αυτά άλλαζαν. Ούτε ο Επιμελητής γνώριζε την τύχη του ούτε κι η Πρυτανεία θα παρέμενε η ίδια. Αυτή η αβεβαιότητα τον είχε κάνει να μην κοιμάται.

*************************************

Αύριο Τετάρτη η συνέχεια με το τρίτο μέρος εκείνου του πρωινού.