Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Νέα Υόρκη, 1960 και ... πάντα



Σήμερα ένα κομμάτι από το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού "Η μυθολογία της Αμερικής" από το κεφάλαιο "Νέα Υόρκη". Δεν είναι μεγάλο, δεν θα κουραστείτε να το διαβάσετε, θα δείτε όμως γιατί ο Βασιλικός είναι καλός συγγραφέας και τιμήθηκε τόσο από τους αναγνώστες του. (Σημείωση: οι φιλόλογοι και οι κριτικοί τον αγνόησαν συστηματικά μέχρι πρόσφατα, πριν 10-15 έτη περίπου, που αναγκάστηκαν να τον δεχτούν)


Το κείμενο αυτό γράφτηκε τα χρόνια 1960-64 για τη Αμερική του 1960 (στο κομμάτι μιλά για την Νέα Υόρκη του '60), όταν την επισκέφθηκε ο Βασιλικός.


Η γειτονιά λέγεται Μπάουρη κι είναι η πιο άθλια γειτονιά της Νέας Υόρκης. Εκεί μένουν Εβραίοι, Ισπανοί, νέγροι, Πολωνοί, ξεπατρισμένοι, ξερριζωμένοι, άνεργοι. Κι ο ποιητής Γκίνσμπεργκ εκεί μένει. Αρμέγει από την ατελείωτη γύρω του δυστυχία. Ζει μεσ' την κοπριά, τη δική του και των αλλωνών. Μα στην κοπριά, λένε, φυτρώνουν τα λουλούδια... Πουλί με άνισα φτερά που μάδησαν μες τις βροχές και δεν σ' αφήνουν να πετάξεις μάθε: Δεν θα γενείς ποτέ κορυδαλλός, ποτέ δεν θα μπορέσεις να βγεις από τον κήπο αυτόν όπου ανθούν τα πράσινα και κόκκινα λουλούδια του ολέθρου.
Εκεί έμενε κι η Μόλλυ. Δηλαδή όχι ακριβώς στο Μπάουρη, λίγο πιο έξω, σ' ένα δρόμο που είχε πολλούς Πορτορικανούς κι ένα τούρκικο χαμάμ “μόνο για άντρες”. Τη γνώρισα τυχαία, όταν μια μέρα ήρθε για να της μάθω ελληνικά, από μια αγγελία που έβαλα στη “Φωνή του Βίλατζ”. Είχε ζήσει στην Ελλάδα ένα χρόνο ολόκληρο. Είχε αγαπήσει κι ένα παιδί που την πήρε στο χωριό του στη Μακεδονία. Τώρα της έγραφε παθιασμένα γράμματα και της έστελνε μικρά δώρα. Μα η αγάπη της γι αυτόν σκοτώθηκε πάνω στην πέμπτη έκτρωση. Η Μόλλυ ήταν μια κοπέλα που αγαπούσε να σκοτώνει τον εαυτό της. Το πρώτο εκείνο απόγευμα που τη γνώρισα της χάρισα μια τουριστική αφίσα από τους Δελφούς κι ένα καλάμι από τη Φολέγανδρο.
Το σπίτι της ήταν στο πέμπτο πάτωμα ενός παλιού σπιτιού, κοντά την πλατεία της Παναγίας των Παρισίων. Κάτω στην εξώπορτα κείτονταν μόνιμα ένας μεθυσμένος που άπλωνε το χέρι του σε κάτι αδειανές μπουκάλες χωρίς να καταφέρνει να τις πιάσει. Το νοίκι το μοιραζόταν με μια άλλη κοπέλα, την Ανν, ου δούλευε ταμίας σε ένα μικρό θέατρο “εκτός Μπροντγουαίη” κι έλειπε πάντα όταν πήγαινα εγώ, γιατί κι η Μόλλυ δούλευε σε ένα γραφείο, αλλά άλλες ώρες. Γυρνούσε κουρασμένη τα απογεύματα, άσπρη σχεδόν, με μια σακούλα ψώνια. Όπως δεν δέχτηκα λεφτά για τα μαθήματα, ψώνιζε πάντα από ένα ελληνικό μπακάλικο τυρί φέτα, ελιές Καλαμών, και μου έφτιαχνε σαλάτες με μπόλικο λαδόξυδο.
Το σπίτι ήταν όλο κι όλο μια κάμαρα με τους βοηθητικούς χώρους. Στην αρχή τρόμαξα με κάτι τετράπαχες κατσαρίδες που κυκλοφορούσαν ανεμπόδιστες πάνω στο ντιβάνι, στο ταβάνι, στις καρέκλες. Περνούσαν από πάνω μου, μέσα στα πιάτα. Στο τέλος δεν τις πρόσεχα. Στον τοίχο είχε μια κιθάρα. Στο τραπέζι μια γεροντοκόρη γραφομηχανή, και πολλά βιβλία στα ράφια και στο πάτωμα, βιβλία ελληνικά και ξένα, μπερδεμένα με φωτογραφίες από την Ελλάδα, με περιοδικά, δίσκους, αναμνηστικά. Κι ένα μπαγιάτικο κουλούρι από τη Θεσσαλονίκη.
Στο πλαϊνό διαμέρισμα έμενε η γυναίκα ενός τρελού σκηνοθέτη, μισότρελη κι αυτή, που άφηνε το μωρό της καμιά φορά στη Μόλλυ, όταν την έπιανε κρίση κι έπρεπε οπωσδήποτε να βγει έξω να αεριστεί. Φορούσε πάντα σορτς κι ήταν τα πόδια της, παρ' όλο το γερασμένο από τα βάσανα πρόσωπό της, εφηβικά όμορφα.
Ο χειμώνας μπήκε βαρύς εκείνο το χρόνο. Πολλά σκυλιά ψόφησαν στους δρόμους. Πολλοί άνθρωποι σπάσαν τα χέρια τους γλιστρώντας πάνω στους πάγους. Κι ήταν το πάρκο κάθε πρωί γεμάτο νεκρά περιστέρια.
Η ζωή της Μόλλυ ήταν άχαρη, σκληρή, γεμάτη νοσταλγία για τον χρόνο που είχε ζήσει στην Ευρώπη: στην Ελλάδα τουρίστρια, στη Γαλλία υπαρξίστρια, στην Αγγλία Αμερικάνα. Τωρα όλη τη βδομάδα δούλευε σ' ένα συνδικαλιστικό γραφείο και τα Σάββατα πήγαινε στο πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσει μαθήματα συγγραφικής. Μα ο καθηγητής, συγγραφέας κι αυτός, γέρος πια, ραμολιμέντο, μιλούσε όλο για τ' ανοιχτά πόδια των γυναικών. Κι οι άλλοι μαθητές γράφαν επίμονα για τα σκατά τους.
Η σχέση μας άλλοτε, αλλού, θα μπορούσε να 'ναι μια ρομαντική ιστορία. Αλλά υπάρχει πολλή βρωμιά στη Νέα Υόρκη, Πολύ κρύο και πείνα, και στο τέλος ο άνθρωπός εγκλιματίζεται στο περιβάλλον του. Πως αλλιώς να εξηγήσω το έγκλημά μου; Γιατί ένα βράδυ τη σκότωσα. Η Ανν μόλις είχε φύγει. Ήταν από κείνες τις σπάνιες φορές που τύχαιναν μαζί οι δυο τους στο σπίτι. Πρόσεξα πόσο πιο όμορφα καπούλια είχε η Ανν, πόσο πιο γεροδεμένο το κορμί της. Της το 'πα στο κρεβάτι. Η Μόλλυ ήξερε πως θα έφευγα σε μερικές μέρες. Κι ήταν πολύ σοροπιασμένη. Ύστερα μπήκε η γυναίκα του τρελού σκηνοθέτη ζητώντας λίγη ζάχαρη. Η Μόλλυ της έδωσε και ξαναγύρισε στο κρεβάτι. Και τότε άρχισε να με κατηγορεί. Μου είπε ανοιχτά πως ήμουν κάθαρμα, πως δεν τη σκεφτόμουν καθόλου. Τώρα θα 'φευγα και θα την άφηνα πάλι μόνη σ' αυτή τη βρωμιά και την ασφυξία. Με είπε και κλέφτη, γιατί από τότε που πήγαινα σπίτι της, συνεχώς έβρισκε πράγματα να της λείπουν. Με χαρά έβλεπα ότι βοηθούσε τον χωρισμό. Μα όπως δεν ήταν αρκετά όσα μου είχε πει, συνέχισε να με κατηγορεί λέγοντας πως δεν ήμουν αισθησιακός όσο ο άλλος φίλος της κι ότι ακόμα μπορεί να ήμουν και ομοφυλόφιλος. Τότε τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, γίναν δύο τεράστιες λίμνες κι εγώ άρχισα να βουλιάζω μέσα τους. Για να μην πνιγώ, αρπάχτηκα από τον λαιμό της και την έσφιξα δυνατά. Έβγαλε μια κραυγή, ύστερα κι άλλη, κι άλλη, μα δεν ακούστηκε τίποτα, γιατί από πάνω τραγουδούσε και χόρευε μια παρέα Πορτορικανών, από πλάι δερνόταν ο σκηνοθέτης μ τη γυναίκα του και το καλοριφέρ σφύριζε δαιμονισμένα. Την έσφιξα όσο πιο δυνατά μπορούσα, κι ήταν σαν να έπνιγα εκείνη τη στιγμή ολόκληρη τη Νέα Υόρκη.
Κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας. Στην έξοδο του σπιτιού, ο ίδιος μεθυσμένος που ήταν εκεί όταν ανέβαινα, μ' άρπαξε από τον αστράγαλο και μ' εκλιπαρούσε να του φτάσω το μπουκάλι. Ξέφυγα απ' τα χέρια του, μα λίγο παρακάτω είδα ένα περιπολικό με το σπαθιστό του φως, που ήταν εκεί για μιαν αυτοκτονία. Γλίστρησα και χάθηκα μες στον υπόγειο σιδηρόδρομο, στον σκοτεινό του φάρυγγα που είναι φαράγγι από ατσάλι. Πέρασα στο Μπρονξ, στο Μπρούκλιν, στο Λονγκάιλαντ. Στο Νασσό βρέθηκα στον άσσο, εγώ, περίγελως των διαφημίσεων, ένα αποπαίδι των τεράτων...
Την άλλη μέρα ωστόσο οι εφημερίδες δεν γράψαν τίποτε για το έγκλημά μου,
...........................................................
Στο καράβι του γυρισμού, πέντε μερόνυχτα πάνω στο υπερωκεάνιο “Ανεξαρτησία”, με συνέχει η αγωνία της επιστροφής, Κι έτσι παίζω με τις λέξεις που διάχυτες κυκλοφορούν μες στους διαδρόμους του εγκεφάλου:
Δεν είπα τίποτε στις ΗΠΑ.
Είδα τον φίλο μου Αντύπα.
Και φεύγω αφήνοντας πίσω μου μια τρύπα.