Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

06 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 6η

Είμαστε ακόμα στην πρώτη από τις τρεις εκείνες μέρες, δηλαδή στην 9η Ιουνίου. Στο πρώτο κεφάλαιο είδαμε όσα έγιναν εκείνο το πρωί. Τώρα παρακολουθούμε όσα γίνονται εκείνο το μεσημέρι.

**************************************


9η Ιουνίου 307 π.Χ. μεσημέρι.

Β' Πέμπτη φθίνοντος Θαργηλιώνος, μεσημέρι

Ήταν μεσημέρι πια κι οι τέσσερις φίλοι γυρνούσαν προς το σπίτι του Ερμόδωρου, στην πρόθεση της κηδείας. Είχαν δει με τα μάτια τους κι είχαν σχολιάσει τον στόλο που ερχόταν με τις άγνωστες προθέσεις. Είχαν δει τον κόσμο και τους οπλίτες που κατέβαιναν προς τον Πειραιά. Θα έμεναν κι άλλο, όπως, ήθελαν να γυρίσουν για να δουν τι είχε κάνει ο Λήστος. Πρέπει να είχε βρει μια ευκαιρία να εξετάσει τον νεκρό για να δει την αληθινή αιτία του θανάτου. Είχε σημασία αν θα άλλαζε την αρχική γνωμάτευσή, που κι αυτός αμφισβητούσε.

Ήταν ακόμα αρχή του καλοκαιριού αλλά είχαν αρχίσει οι πρώτες ζέστες, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες. Ο ήλιος δεν ήταν ακόμη τόσο ενοχλητικός όσο θα γινόταν τους επόμενους μήνες. Πάντως, το καλοκαίρι είχε εισβάλει για τα καλά και μαζί του κι η ζέστη. Ο δρόμος έξω από το σπίτι ήταν άδειος. Μόνο κάποιοι, αραιά και πού, έβγαιναν για να πάνε στα σπίτια τους για το μεσημεριανό φαγητό. Υπήρχαν ακόμα κάποιοι στο αίθριο που συζητούσαν κάτω από τις σκιές στα πλαϊνά της αυλής. Το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων που είχαν μαζευτεί εδώ το πρωί είχε φύγει. Είχε δώσει τον αποχαιρετισμό και τον τελευταίο ασπασμό.

Σε μια γωνιά είδαν τις γυναίκες. Ήταν η Κλεοτίμα με την Δάφνη και την Φιλογένεια. Πλησίασαν και τις ρώτησαν αν είχαν δει τον γιατρό.

«Μας είχε πει ο Λήστος ότι θα εξέταζε καλύτερα τον Ερμόδωρο, έστω και τώρα» είπε ο Ζείκρατος. «Τον είδατε πουθενά; Είναι μέσα στην τραπεζαρία;»

«Τον εξέτασε» είπε η Κλεοτίμα «κι είμαι βέβαιη ότι έχει ήδη αλλάξει η αρχική του γνώμη».

«Τι σε κάνει να το λες αυτό;» ρώτησε ο Μύρων.

«Είχα προσέξει και μόνη μου τα χέρια του Ερμόδωρου. Τα άκρα του ήταν μελανιασμένα και τα έδειξα στον Λήστο» είπε η Κλεοτίμα. «Εκείνος το βρήκε σημαντικό. Μου είπε ότι θα κοίταζε και στα πόδια να δει αν υπήρχαν κι εκεί παρόμοια μελανιάσματα»

«Τα είδε; Τι έγινε;»

«Δεν είδε μόνο τα πόδια του, κοίταξε και στον λαιμό και στο σώμα, έψαξε παντού. Νομίζω πως υπήρχαν πράγματα που δεν είχε δει καθόλου την πρώτη φορά. Τον είχε κοιτάξει επιπόλαια. Ίσως ένιωθε ένοχος γι αυτή την αμέλεια, όμως μου φάνηκε πολύ ανήσυχος» είπε η Κλεοτίμα.

«Τι έγινε παιδιά; Πείτε μου κι εμένα!» ζήτησε η Ολύνθια που τους είδε και πλησίασε.

«Θα μας τα πει ο γιατρός, Ολύνθια» της είπε ο Μύρων. «Εμείς του ζητήσαμε να ξαναδεί τον Ερμόδωρο».

«Και πού είναι ο γιατρός;» απόρησε η Ολύνθια.

«Μας είπε ότι θα πάει να φέρει ένα πλακίδιο» είπε η Φιλογένεια. «Η αλήθεια είναι ότι άργησε».

«Δεν έκανε σωστά τη δουλειά του και θέλει τώρα να είναι τυπικός» εξήγησε η Δάφνη.

Η Ολύνθια τους κοίταξε παραξενεμένη. Δεν θέλησαν να της πουν περισσότερα. Ο Ζείκρατος προχώρησε στο δωμάτιο εστίασης μαζί με τον Μύρωνα.

«Μύρων, θυμάσαι τον Δημοσθένη(*1) όταν τον έφεραν εδώ για την κηδεία του; Με το δηλητήριο που είχε πάρει τα άκρα του είχαν μελανιάσει, όπως τώρα του Ερμόδωρου. Ίσως να του έδωσαν κάτι» είπε ο Ζείκρατος.

«Κανείς δεν πιστεύει ότι ξαφνικά σταμάτησε η καρδιά του. Ένα δυνατό, γυμνασμένο παλικάρι στα τριανταδύο του χρόνια, δεν το παθαίνει αυτό» είπε ο Μύρων.

Πλησίασε ο Φανοκράτης. Είχε πάει να δει αν ερχόταν, επιτέλους, ο γιατρός.

«Ο Λήστος είναι στο καπηλειό της γωνίας. Πήγε -λέει- να πιει κάτι δροσιστικό».

«Βρήκε κάτι;» ρώτησε ο Ζείκρατος.

«Βρήκε πολλά, αλλά καλύτερα να σας τα πει ο ίδιος».

«Έλα κι εσύ μαζί μας» είπε ο Μύρων στην Κλεοτίμα.

«Ελάτε κι εσείς, αν θέλετε» είπε κι ο Ιάσων στην Δάφνη και την Φιλογένεια.

«Εγώ θα μείνω εδώ» είπε η Φιλογένεια.

«Έρχομαι κι εγώ μαζί σας» είπε η Δάφνη.

Το καπηλειό που ήταν κοντά στο σπίτι του Ερμόδωρου ανήκε στον Λυκανία. Ήταν ένας πρώην ναυτικός με λακωνική καταγωγή που είχε πολιτογραφηθεί στον δήμο του Πειραιώς. Ο Λυκανίας συνέλεγε κι αναμετέδιδε τις ειδήσεις της ημέρας. Μάθαινε τα αθηναϊκά νέα από όσους έρχονταν από τα γύρω μέρη του άστεως και κατέβαιναν προς το λιμάνι. Μάθαινε και τα πειραϊκά και τα νησιωτικά νέα από τους Πειραιώτες ή τους ναυτικούς που ανέβαιναν στην Αθήνα. Έκαναν στάση για λίγο δροσερό νερό από μια πηγή δίπλα στο καπηλειό. Αγόραζαν και τα δροσιστικά ποτά που έφτιαχνε. Καθώς μιλούσαν για όλα, τα κατέγραφε στο μυαλό του. Έφτιαχνε ρεπορτάζ με τίτλους στο μυαλό του, κι ήταν έτοιμος για αναμετάδοση όποτε χρειαζόταν. Τον χρειάζονταν συχνά κι έτσι το καπηλειό του είχε μετατραπεί σε πρακτορείο τύπου. Ο Λυκανίας είχε πάντα δουλειά κι έβγαζε αρκετά για να ζει άνετα.

Ο Λήστος πήγε στο καπηλειό αλλά δεν εκστόμισε τα νέα που είχε στο νου του. Σαν γιατρός είχε δώσει όρκο στους θεούς να μην μιλά ποτέ για τους ανθρώπους που θεράπευε. Βέβαια εδώ δεν είχε πραγματικό άρρωστο, αφού ο Ερμόδωρος πού ’χε εξετάσει ήταν νεκρός. Ήταν, όμως, φανερό πως δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν για ό,τι βρήκε από την εξέταση που έκανε. Δεν ήταν ανακοινώσιμα αυτά τα πράγματα.

Είχε κάνει υπομονή μέχρι να φτάσει το μεσημέρι. Τότε, οι γυναίκες που τον έκλαιγαν είχαν κάνει την άκρη, είτε για να φάνε είτε για να ξεκουραστούν. Παραμέρισε σχεδόν βίαια μια θεία του Ερμόδωρου που είχε μείνει να του κρατάει συντροφιά. Έτσι βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε για να εξετάσει καλά το πτώμα. Το έκανε και, όταν τελείωσε, ένιωσε άσχημα με την αρχική του επιπολαιότητα. Πήγε μέχρι το σπίτι του, πήρε ένα πινάκιο κι έγραψε πάνω του μερικά πράγματα. Κατόπιν γύρισε στου Ερμόδωρου, αλλά, έμεινε στο καπηλειό του Λυκανία για να πιει μια κούπα κρασί. Εκεί μέσα τον βρήκαν ο Ζείκρατος, ο Μύρων, ο Ιάσων κι ο Φανοκράτης.

«Λήστε, εδώ είσαι λοιπόν!» του είπαν.

«Φίλοι μου, ο ατυχής Ερμόδωρος δολοφονήθηκε!» τους είπε αμέσως μόλις πλησίασαν και πριν καν τον ρωτήσουν.

«Είσαι βέβαιος;»

«Απόλυτα!»

Τους έδειξε το πινάκιο που κρατούσε στα χέρια του.

«Τι είναι αυτό;»

«Είναι η επίσημη γνωμάτευσή μου. Σας την δίνω γραπτή ώστε, αν αποφασίσετε να ασκήσετε δίωξη, να έχετε επίσημη γνώμη ενός γιατρού. Ο Ερμόδωρος δεν πέθανε από καρδιά ή από φυσικά αίτια».

«Γενναίο εκ μέρους σου να παραδεχτείς το λάθος σου. Αυτό σε τιμά Λήστε».

«Το λιγότερο που μπορούσα να κάνω!»

«Πες μας, όμως, πού στηρίζεις αυτόν τον ισχυρισμό σου;» του ζήτησαν.

Αυτά που τους είπε ακούστηκαν σαν κεραυνός. Οι ίδιοι, μπορεί να είχαν αμφισβητήσει τον θάνατο από απλό σταμάτημα καρδιάς, όμως δεν είχαν φτάσει στον φόνο. Εξ άλλου ποιος είχε προηγούμενα με τον Ερμόδωρο; Γιατί να θέλει κάποιος να τον δολοφονήσει; Ίσως να είχε δηλητηριαστεί κατά λάθος από κάποιο φαγητό στο καπηλειό, ίσως είχε μεθύσει και πνίγηκε με τον εμετό του. Πίστευαν ότι είχε πάθει κάτι πιο συγκεκριμένο από ένα αόριστο «σταμάτημα τη καρδιάς». Από εκεί, όμως, ως τον φόνο υπήρχε μεγάλη απόσταση.

«Με βοήθησε κι η Κλεοτίμα» τους είπε ο Λήστος. «Όχι μόνο μου έδειξε τα δάχτυλά του που είχαν μελανιάσει αλλά διέκρινε και κάτι στον λαιμό του. Το εξέτασα. Είδα ένα σφίξιμο από λουρί. Τον έπνιξαν, αφού πρώτα τον δηλητηρίασαν, για να μην μπορέσει να φέρει αντίσταση. Εξέτασα και τα πόδια του κι είδα ότι ήταν μελανιασμένα. Σίγουρα του είχαν δώσει να πιει κάτι που τον εξάντλησε. Μετά, με ένα λουρί, τον έσφιξαν στον λαιμό μέχρι να πεθάνει».

«Δηλαδή, μας λες ότι ήταν προμελετημένη δολοφονία;» τον ρώτησαν.

«Χωρίς καμιά αμφιβολία» τους απάντησε.

Ο Λήστος ήταν κατηγορηματικός και τα είχε γράψει όλα αυτά σε πινάκιο με το όνομά του από κάτω. Αυτό σήμαινε πως τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. Φόνος σήμαινε και την ανάγκη για εκδίκηση. Κι οι φίλοι του ήταν οι αρμόδιοι να τον εκδικηθούν, δεν μπορούσαν να αφήσουν στον γέρο Καινέα ένα τέτοιο καθήκον. Για να εκδικηθούν, όμως, έπρεπε πρώτα να βρουν τον ένοχο. «Ποιος μπορεί να έχει κάνει τον αποτρόπαιο φόνο;» αναρωτήθηκαν όλοι.

«Πρέπει να κάνουμε μια έρευνα» είπε ο Ζείκρατος.

«Δεν πρόκειται να ησυχάσω αν δεν βρούμε τον φονιά!» είπε ο Μύρων.

«Δεν θα είναι εύκολο» παρατήρησε ο Ιάσων.

«Το είπες στον Καινέα ρώτησε ο Ζείκρατος τον Λήστο.

«Όχι ακόμη!»

«Καλύτερα να μην το πεις. Τουλάχιστον όχι μέσα στο τριήμερο του πένθους ώσπου να ολοκληρωθεί η διαδικασία της κηδείας. Ας πενθήσουν οι δυστυχείς το παλικάρι τους χωρίς μεγάλο θυμό. Δεν χρειάζεται να έχουν την πρόσθετη ψυχική ταραχή της γνώσης του φόνου. Ας μην μάθουν ακόμα αυτή την γνωμάτευση» του ζήτησε ο Ζείκρατος.

«Λήστο, η βοήθειά σου αναιρεί την αρχική αμέλεια. Δεν σου καταλογίζουμε τίποτε» είπε ο Ιάσων.

«Ό,τι έγινε είναι ανήκουστο. Άκου, να δολοφονούνται πολίτες της Αθήνας! Πολίτες σαν τον Ερμόδωρο! Πρέπει να βρείτε τους δράστες!» είπε ο Λήστος.

«Πώς ξέρεις ότι δεν είναι ένας αλλά πολλοί;»

«Το νεκρό σώμα πρέπει να μετακινήθηκε. Δεν μπορεί να το κάνει αυτό ένας μόνος του. Ο Ερμόδωρος ήταν δυνατός και βαρύς, δεν έφτανε μόνο ένας» είπε ο Λήστος.

«Επομένως ψάχνουμε δυο ή περισσότερους δολοφόνους ή μια συμμορία» συμπέρανε ο Ιάσων.

«Ναι, πρέπει να ήταν τουλάχιστον δύο» είπε ο Λήστος.

«Όποιοι και να είναι, θα τους βρούμε, να είσαι βέβαιος!» είπε ο Ζείκρατος.

Κάθισαν στο καπηλειό και παράγγειλαν νερωμένο και κρύο κρασί με άρωμα από λεμόνι ή άλλα φρούτα(*2). Ήθελαν να πιουν και να μιλήσουν. Ο θάνατος, ο φόνος του Ερμόδωρου ήταν σημαντικό γεγονός κι έπρεπε να δράσουν άμεσα για να το αποκαλύψουν. Η ταυτόχρονη άφιξη του στόλου ήταν ακόμα πιο σημαντικό γεγονός για την πόλη. Κι εκεί έπρεπε να μάθουν την δύναμη που κρυβόταν πίσω του, όμως το άμεσο καθήκον τους ήταν άλλο. Έπρεπε να λύσουν το μυστήριο του θανάτου του φίλου τους και να εκδικηθούν γι αυτόν. Ο Ζείκρατος περιέγραψε το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονταν μέχρι στιγμής:

«Ο Ερμόδωρος δεν είχε εχθρούς. Είχε μόνο ιδεολογικούς αντιπάλους, αλλά, αυτοί δεν δολοφονούν!»

«Ομάδες δολοφόνων δεν υπάρχουν στην Αθήνα. Μόνο μέσα από σχολές και γυμναστήρια μπορεί να συνεργαστούν κάποιοι για τέτοιο βέβηλο σκοπό. Γι αυτό λέω να ψάξουμε πρώτα στις σχολές» είπε ο Ιάσων.

«Δεν έχουμε και τίποτε άλλο για να ψάξουμε, μόνο αυτούς» είπε ο Μύρων. «Αλλιώς σηκώνουμε τα χέρια!»

«Ποιος θα πάει στο Λύκειο, ποιος στην Ακαδημία και ποιος στους Κυνόσαργες;» ρώτησε ο Ζείκρατος τον καθένα.

«Εγώ θα μιλήσω με τον Κράτη, αν και νομίζω πως οι κυνικοί δεν έχουν καμιά σχέση. Έχω και κάποιους φίλους στη σχολή του Ισοκράτη να ρωτήσω» είπε ο Μύρων.

«Εγώ θα μιλήσω με τον Θεόφραστο» είπε ο Ζείκρατος.

«Έχω κι εγώ φίλους στην Ακαδημία» είπε ο Ιάσων.

«Θα δω τι μπορώ να κάνω με κάποιους Πυθαγόρειους» είπε ο Φανοκράτης. «Έχω γνωστούς εκεί».

«Ας τα δούμε όλα αυτά σήμερα κιόλας» είπε ο Ζείκρατος. «Πάμε να μιλήσουμε με τους γνωστούς μας. Σε τρεις-τέσσερις ώρες θα ξαναβρεθούμε εδώ για να δούμε τι συμπεράσματα βγάλαμε. Εντάξει;»

Ήπιαν το ποτό τους, άφησαν κάτι οβολούς κι έφυγαν. Ο Λυκανίας δεν πρόλαβε να τους ρωτήσει για τα νέα τους. Ούτε για τον Ερμόδωρο, που ήξερε ότι ήταν φίλος τους, έμαθε, ούτε για τον στόλο που ερχόταν.

Παραπομπές:

(*1) Ο Δημοσθένης είναι ο μεγάλος αγωνιστής της δημοκρατίας και ρήτορας που είχε γράψει τους περίφημους Φιλιππικούς. Μετά την επανάσταση των νότιων Ελλήνων και Αθηναίων κατά των Μακεδόνων και την καταστολή της και μετά την ήττα στον «Λαμιακό» πόλεμο, είχε καταφύγει στα Μέθανα. Ήθελε να αποφύγει μια δίκη από τους φιλομακεδόνες ολιγαρχικούς. Τον κυνήγησε ο Αρχίας, ένας «κυνηγός επικηρυγμένων» για να τον φέρει να δικαστεί και να εκτελεστεί στην Αθήνα αλλά εκείνος διέφυγε την σύλληψη. Τελικά, αυτοκτόνησε παίρνοντας δηλητήριο.

(*2) Κρασί αραιό με νερό (όσο πιο κρύο γινόταν) και αρώματα φρούτων ή άλλα μυρωδικά ήταν τα αναψυκτικά της εποχής.

**************************************

Αύριο Τρίτη η συνέχεια, το δεύτερο μέρος εκείνου του μεσημεριού. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, μέχρι την Παρασκευή θα ολοκληρωθεί και το "Μεσημέρι" που το έχω χωρίσει κι αυτό σε πέντε μέρη. Αύριο το δεύτερο.


Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

Ολιγομελή τμήματα στα σχολεία

Ακούστε τι ζητούν οι μαθητές

Για να μην κλείσουν τα σχολεία

Αλλιώς, κλείστε τα μόνοι σας! 

Πολλές οι προτάσεις που πέφτουν για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού στα σχολεία. Δεν θα τις συναγωνιστώ σε ποσότητα. Θα πάρω μόνο την χιλιοειπωμένη πρόταση για μείωση του αριθμού των μαθητών στην κάθε τάξη και θα την ψάξω λίγο περισσότερο.

Για να μειωθεί ο αριθμός των 22-25 μαθητών που λειτουργούν σήμερα στα περισσότερα σχολεία μπορούν να γίνουν τα εξής:

Α.

Πρώτο βήμα είναι να γίνει ένα διευρυμένο πρόγραμμα για κάθε σχολείο που να προβλέπει λειτουργία τμημάτων με 15 το πολύ μαθητές. Από αυτό θα προκύψει η ανάγκη αιθουσών και καθηγητών. Την εντολή μπορεί να δώσει το υπουργείο και μετά είναι εύκολο να την υλοποιήσουν τα σχολεία με το προσωπικό τους 

Β.

Να προσληφθούν άμεσα καθηγητές. Μόνιμοι για όλα τα οργανικά κενά και αναπληρωτές τόσοι ώστε να καλύπτουν τα διευρυμένα προγράμμα όλων των σχολείων της κάθε σχολικής περιφέρειας (δήμου). Αυτό μπορεί και πρέπει να το κάνει η κυβέρνηση. Άφησε να περάσουν έξι μήνες άπρακτη. Τώρα, ας τρέξει. Οι καθηγητές υπάρχουν, περιμένουν τη σειρά τους στις λίστες αναμονής.

Γ.

Να αναζητηθούν οι επιπλέον αίθουσες είτε από υπάρχοντα δημόσια κτήρια που, έτσι κι αλλιώς, δεν λειτουργούν (π.χ. πολιτιστικά κέντρα). Να αναζητηθούν επίσης αίθουσες από φροντιστήρια με επίταξη και πληρωμή των εξόδων των ιδιοκτητών. Σε αυτό το μέτρο αποφασιστική θα είναι η βοήθεια της τοπικής αυτοδιοίκησης, κυρίως των δήμων.

Δ.

Να ενισχυθούν τα σχολεία με καθαρίστριες από τους δήμους και πληρωμή από το κράτος και να υπάρχουν στις εισόδους των σχολικών κτηρίων (παλιών και νέων) οργανωμένες απολυμάνσεις μαζί με τροφοδοσία μασκών, υγρών απολυμαντικών κτλ. Οι δήμοι μπορούν να το αναλάβουν, μπορούν να το κάνουν και μόνοι τους.

Για τα σημαντικότερα εκ των παραπάνω, εντολή για διευρυμένα προγράμματα και διορισμούς εκπαιδευτικών, αρμόδιο είναι το κράτος. Αν πάρει αποφάσεις, τότε η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να βοηθήσει αποφασιστικά στα επόμενα. Μόνη της δεν μπορεί να σηκώσει όλο το πακέτο γιατί δεν έχει αρμοδιότητες.

Για το Δ μέρος, πάντως, ο δήμος μπορεί να ενεργήσει και μόνος ή σε συνεργασία με την Περιφέρεια. Ας το κάνει.

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

05 "ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" συνέχεια 5η

Σήμερα ολοκληρώνεται το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου που αφορά το πρωινό της 9ης Ιουνίου την Πέμπτη Φθίνοντας Θαργηλιώνος.

Ήδη, από τόσο νωρίς, φαίνεται πως οι εξελίξεις δεν ευνοούν τον Δημήτριο Φαληρέα. Ωστόσο εκείνος έχει ακόμα δουλειές να τακτοποιήσει.

****************************

 

Κεφάλαιο 1ο (μέρος 5ο) 

Πρωί 9ης Ιουνίου

Στη Βασίλειο Στοά των Αθηνών βρισκόταν το κυβερνείο του Δημήτριου Φαληρέα. Αυτό το πρωινό της πέμπτης μέρας πριν το τέλος του Θαργηλιώνος επικρατούσε αναβρασμός. Τα νέα για τον στόλο που πλησίαζε στον Πειραιά δεν ήταν καλά. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με πληροφορίες που έφταναν από τα νησιά -κυρίως απ’ την Δήλο- ήταν ανησυχητικά. Ένας μεγάλος στόλος του Αντίγονου κινιόταν ελεύθερα στο Αιγαίο. Αν ήταν αυτός ο στόλος που ερχόταν, τότε τα πράγματα ήταν σοβαρά κι η απειλή για το καθεστώς του τεράστια. Ήλπιζε πως αυτά τα πενήντα πλοία που πλησίαζαν απ’ το Σούνιο θα ήταν πλοία των Λαγιδών της Αιγύπτου. Ο Πτολεμαίος ήταν καλός του φίλος κι αληθινός σύμμαχος.

Ο Πτολεμαίος θαύμαζε την σκέψη του Αριστοτέλη και την Περιπατητική του σχολή. Ήθελε να εφαρμόσει πρακτικά στην Αίγυπτο αυτά που εφαρμόζονταν στην Αθήνα. Γιατί κι ο Δημήτριος ήταν περιπατητικός φιλόσοφος και προσπαθούσε να εφαρμόσει στην Αθήνα όσα έμαθε. Έκανε πράξη τις διδαχές του μεγάλου σοφού Σταγειρίτη. Είχε στόχο του την «πολιτεία», το ιδανικό -κατά τον Αριστοτέλη- πολίτευμα. Ήταν μια βελτίωση της «πολιτείας» του Πλάτωνα. Απέρριπτε την δημοκρατία, το οχλοκρατούμενο πολίτευμα, του οποίου ο Σωκράτης κι ο Πλάτων είχαν δείξει τα ελαττώματα. Απέρριπτε και την ολιγαρχία, που ήταν παρέκκλιση από το κράτος των αρίστων. Ο Δημήτριος ο Φαληρέας έφτιαχνε το τέλειο πολίτευμα των αρίστων κι ο Πτολεμαίος τον θαύμαζε γι αυτό..

Κυβερνούσε με βάση την αρχή της «μεσότητας» όπως την είχε σχεδιάσει ο Αριστοτέλης. Είχε στην διακυβέρνηση της πόλης όλες τις τάξεις με σωστό μέτρο. Κυβερνούσαν και δίκαζαν οι πολίτες -όσοι είχαν εισόδημα χιλίων δραχμών- αλλά κι οι αριστοκράτες. Γινόταν κλήρωση των αξιωμάτων για ισοκρατία. Υπήρχαν, όμως, δικοί του επιβλέποντες για να διορθώνουν τις τυχόν λαθεμένες αποφάσεις. Αποφάσιζε η Εκκλησία του Δήμου, αλλά, ελέγχονταν οι αποφάσεις της απ’ τον Άρειο Πάγο και τον Επιμελητή, δηλαδή τον ίδιο. Καμιά τάξη δεν υπερίσχυε, όλα τα κοινά εφαρμόζονταν με την αρχή του μέσου όρου. Η Αθήνα θα αποκτούσε σύντομα το τέλειο πολίτευμα.

Αυτό άξιζε στην ένδοξη Αθήνα κι αυτό προσπαθούσε να εφαρμόσει ο Δημήτριος από τότε που είχε γίνει Επιμελητής. Εδώ και δέκα χρόνια είχε τελειώσει πια οριστικά με την μισητή δημοκρατία κατά την οποία ο λαός κυβερνούσε. Την θεωρούσε σαν μια παρέκκλιση από το σωστό πολίτευμα. Από πού κι ως πού ο φούρναρης θα γινόταν δικαστής; Ποιος θεός επέτρεπε να γίνει βασιλιάς ο αγρότης κι ο χτίστης νομοθέτης; Από πού κι ως πού θα γινόταν βουλευτής ο ψαράς και θα έφτιαχνε νόμους στους οποίους θα υπάκουε ο Ιππέας; Τα παράλογα που ίσχυαν εδώ και διακόσια χρόνια στην Αθήνα και στις ελεύθερες πόλεις έπρεπε να πάρουν τέλος. Εξ άλλου το είχαν διαλαλήσει όλοι οι σοφοί εκτός από κάτι σοφιστές σαν τον Πρωταγόρα. Από τα λόγια ως την εφαρμογή, μεσολαβούσε πόλεμος. Η δημοκρατία έδωσε κώνειο στον Σωκράτη κι απέλασε τον Αριστείδη, όμως η μακεδονική σάρισα απέλασε την δημοκρατία. Είχε έρθει πια η ώρα να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.

Όσο κι αν αυτό δεν του άρεσε, για να εφαρμοστεί η αριστοτελική πολιτεία ήταν ανάγκη να ηττηθεί πρώτα, η Αθήνα. Την νίκησαν οι Μακεδόνες. Μόνο έτσι δέχτηκαν τη μοίρα τους οι δημοκρατικοί και λούφαξαν. Επαναστάτησαν, αμετανόητοι, μόλις έμαθαν ότι πέθανε ο Φίλιππος αλλά τους έβαλε στη θέση τους ο Αλέξανδρος. Επαναστάτησαν ξανά μόλις έμαθαν ότι πέθανε κι ο Αλέξανδρος και τους έβαλε στη θέση τους ο Αντίπατρος. Τόσες φορές ηττήθηκαν κι όμως, ακόμα, δεν είχαν βάλει μυαλό. Ακόμα την οχλοκρατία ονειρεύονταν.

Η τελευταία απόπειρα επαναφοράς της δημοκρατίας έγινε πριν έντεκα χρόνια. Το φαύλο πολίτευμα άντεξε μερικούς μήνες, ώσπου να έρθει ο Κάσσανδρος και να το καταργήσει. Το τέλος της προσωρινής δημοκρατικής άνοιξης(*1) της πόλης δεν τους συνέτισε εντελώς. Ο Δημήτριος δεν είχε ξεχάσει πως αυτή η δημοκρατία είχε προλάβει να τον καταδικάσει σε θάνατο. Τον είχαν σώσει οι Μακεδόνες κι αυτό δεν θα το ξεχνούσε. Όχι μόνο τους χρωστούσε τη ζωή του αλλά και τη δυνατότητα που του είχαν δώσει να γίνει Επιμελητής. Κι αυτός προσπαθούσε να εφαρμόσει το πολίτευμα του Αριστοτέλη στην πρώτη πόλη και την δόξα όλης της Ελλάδας.

«Δημήτριε, σε ζητάει ο Αριστοτέλης(*2)» είπε ο Θεόδωρος, ένας από τους προσωπικούς του υπηρέτες.

«Απορώ που άργησε τόσο» σχολίασε ο Δημήτριος.

«Σε λίγο θα καταφθάσει κι ο Διονύσιος».

«Άργησε κι αυτός!»

«Μια τέτοια μέρα με ένα στόλο να πλησιάζει θα έπρεπε να είναι εδώ από τα χαράματα» σκέφτηκε ο Δημήτριος.

«Να σου πω και κάτι ακόμα» του είπε ο Θεόδωρος, που ήταν περισσότερο φίλος παρά υπηρέτης του. «Αυτό το βράδυ πέθανε ο Ερμόδωρος ο Καινείδης από τον Πειραιά. Εχουν την πρόθεση στο σπίτι του. Μήπως θα ήθελες να πας;»

«Δεν υπάρχει χρόνος για κηδείες, Θεόδωρε».

«Θα στείλω κάποιον να δώσει λουλούδια εκ μέρους σου» είπε ο Θεόδωρος, που φρόντιζε για όλα.

«Σωστά. Καλά θα κάνεις. Αυτός ο Ερμόδωρος ήταν λίγο παράξενος κι έκανε κακές παρέες, αλλά, ερχόταν στο Λύκειο κι είχαμε καλές συζητήσεις».

«Όταν έρθουν ο Αριστοτέλης κι ο Διονύσιος να τους πω να περάσουν αμέσως;»

«Ναι, βέβαια, να δούμε τι θα κάνουμε. Αυτός ο στόλος που έρχεται με ανησυχεί».

«Η παρουσία του Αριστοτέλη έπρεπε να σε καθησυχάζει, Επιμελητή. Κάτι ξέρει αυτός από στόλους!» είπε με δηλητήριο στη φωνή και κρυφογελώντας ο Θεόδωρος.

Αν και βαρύθυμος, ο Δημήτριος έσκασε ένα χαμόγελο. Η υπενθύμιση της γκάφας του Αριστοτέλη πριν επτά χρόνια στη Λήμνο ήταν χαλαρωτική. Αν ήταν το πολίτευμα δημοκρατία σίγουρα κάποιος θα τον κατηγορούσε και θα περνούσε από δίκη. Είναι αμφίβολο αν θα ζούσε ακόμα. Όμως ο Δημήτριος κι οι Μακεδόνες τον είχαν προστατεύσει. Ακόμα κι αν γινόταν μια καταγγελία, δεν θα την έστελναν ποτέ στην εκκλησία του δήμου. Ήταν το πολίτευμα των αρίστων. Η δημοκρατία κι ο δήμος λειτουργούσαν αφού η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε. Απλά, οι λανθασμένες αποφάσεις παραλείπονταν.

«Θεόδωρε, απ' ό,τι φαίνεται, τα πράγματα δεν είναι καθόλου αστεία» είπε ο Δημήτριος.

«Συμφωνώ» είπε ο Θεόδωρος «και νομίζω ότι πρέπει να δεις και την Ευρυδίκη».

Η αναφορά της Ευρυδίκης ήταν σαν να χτυπούσε το καμπανάκι του συναγερμού.

«Λες να μας χρειαστεί η μεσολάβησή της;»

«Δεν ξέρω, ίσως και να έφτασε η ώρα. Ο Πτολεμαίος, πάντως, σε θέλει να τον βοηθήσεις να χτίσει την Αλεξάνδρειά του. Αν εδώ δεν σε θέλουν, μην κολλάς, πρέπει να φροντίσεις για το μέλλον σου. Μην ξεχνάς ότι έχεις εκείνη την καταδίκη πριν έντεκα χρόνια. Αν ο δήμος πάρει ξανά την εξουσία, εκείνη η ποινή μπορεί να ξαναζωντανέψει».

«Έχεις δίκιο, Θεόδωρε. Κανόνισε μου μια συνάντηση μαζί της. Θα την δω αμέσως μόλις τελειώσω με τον Αριστοτέλη και τον Διονύσιο» είπε ο Δημήτριος.

Η Ευρυδίκη είχε μεγάλη φήμη στην Αθήνα. Οι σχέσεις της με τον Πτολεμαίο ήταν άριστες. Είχαν γίνει ακόμα πιο καλές από τότε που η Ευρυδίκη είχε γίνει γυναίκα του Οφέλλα, ηγεμόνα της Κυρηναϊκής. Αν ήθελε ο Δημήτριος έναν δίαυλο για συνεννόηση με τον κυρίαρχο της Αιγύπτου, έρεπε να της μιλήσει. Η Ευρυδίκη ήταν ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια μεσολάβηση.

«Ήρθε ο Αριστοτέλης» είπε ο Θεόδωρος. «Από πίσω του βλέπω τους Μακεδόνες. Θα είμαι έξω αν με χρειαστείς».

Ο στρατηγός μπήκε στο κυβερνείο μάλλον αμέριμνος και με πολύ καλή διάθεση. Σχεδόν απόρησε με τον Δημήτριο που έδειχνε προβληματισμένος.

«Μην ανησυχείς καθόλου, Δημήτριε» του είπε ήρεμος. «Ο στόλος που έρχεται αποτελείται από σαράντα μόνο πλοία, δεν μπορεί να είναι εχθρικός».

«Σαράντα πλοία με έξι χιλιάδες οπλίτες μπορούν να κάνουν μεγάλη ζημιά» είπε ο Δημήτριος, «ιδιαίτερα, μάλιστα, αν ξεσηκώσουν τους δημοκρατικούς»

«Λένε πως είναι πλοία του Πτολεμαίου».

«Μακάρι!»

«Απ' ό,τι βλέπεις, δεν ανησυχούν ούτε οι Μακεδόνες».

«Μην το λες. Έρχεται κι ο Διονύσιος» είπε ο Δημήτριος.

«Καλύτερα που έρχεται. Να κάτσουμε όλοι μαζί και να δούμε τι θα κάνουμε».

Εκείνη την ώρα ακούστηκε θόρυβος απ’ τον Μακεδόνα φρούραρχο που είχε μόλις φτάσει. Ο Διονύσιος μπήκε στην αίθουσα των συσκέψεων μαζί με τον υπασπιστή κι εταίρο του Πολεμίωνα. Ο ίδιος ήταν ψύχραιμος αλλά ο Πολεμίων ήταν εξαιρετικά νευρικός.

«Δημήτριε, τι θα κάνεις με τον στόλο;» τον ρώτησε ο Διονύσιος. Μπήκε αμέσως στο θέμα. «Θα κλείσεις τον λιμένα του Κανθάρου με την αλυσίδα;»

«Νομίζω πως δεν έχουν εχθρικές διαθέσεις».

«Το θέμα είναι ότι δεν έχουν εκδηλώσει τις διαθέσεις τους. Γι αυτό σε ρωτάω ξανά και καθαρά: Θα τον κλείσεις τον Κάνθαρο; Θα τους εμποδίσεις να μπουν;»

«Έχω κάνει μερικές σκέψεις» είπε ο Δημήτριος.

«Σε ακούμε».

«Σκέφτομαι ότι από τη δική μας στάση θα εξαρτηθεί η στάση των Αθηναίων. Αν εμείς δείξουμε ότι αντιμετωπίζουμε μια φιλική επίσκεψη, οι Αθηναίοι θα μείνουν ήσυχοι. Αν όμως δείξουμε ότι φοβόμαστε μιαν εχθρική εισβολή, μπορεί να τους ξεσηκώσουμε και μετά να μην μαζεύονται».

«Και τι θα γίνει αν η επίσκεψη στ' αλήθεια δεν είναι και τόσο φιλική;» ρώτησε ο Πολεμίων.

«Αν είναι εχθροί κι έχουμε ξεσηκώσει μόνοι μας τον δήμο, θα αντιμετωπίσουμε επανάσταση» είπε ο Δημήτριος. «Αν είναι φίλοι θα δείξουμε πόσο ασταθείς είμαστε. Θα ανοίξουμε την όρεξη για μελλοντική επέμβαση».

«Αν μείνει ανοιχτός ο Κάνθαρος κι αυτοί είναι εχθροί; Τι θα κάνεις τότε, Επιμελητή;» επέμεινε ο Πολεμίων.

«Αν μπουν στο λιμάνι κι είναι εχθροί, μπορούμε να τους παγιδεύσουμε εκεί μέσα. Μπορούμε να τους εξοντώσουμε» είπε ο Αριστοτέλης.

«Μπράβο στρατηγέ!» είπε ο Διονύσιος ειρωνικά. «Όπως τους εξόντωσες αφού τους παγίδευσες στη Λήμνο!»

Παρά λίγο να πιαστούν στα χέρια. Η προσβολή ήταν ευθεία αλλά δεν ήταν η πρώτη του φορά που την αντιμετώπιζε ο Αριστοτέλης. Δεν είχε τιμωρηθεί, αλλά, είχαν δημιουργηθεί πολλά ανέκδοτα με αυτόν πρωταγωνιστή. Οι Κυνικοί τού είχαν αφιερώσει αρκετές σάτιρες.

«Στη Λήμνο δεν ήμουν αρχηγός» φώναξε ο στρατηγός. «Οι Μακεδόνες διέταζαν. Καλύτερα να μιλήσεις με τον ίδιο τον Κάσσανδρο για τη Λήμνο».

«Σταματήστε τώρα τους καυγάδες» είπε ο Δημήτριος. «Θα κατεβάσω εγώ οπλίτες στο λιμάνι για την υποδοχή. Να είστε κι εσείς της φρουράς έτοιμοι. Μπορούμε να κλείσουμε και να παγιδεύσουμε κάθε εχθρό».

«Είναι επικίνδυνο σχέδιο, Δημήτριε» είπε ο Διονύσιος. «Αν αυτοί που θα μπουν στο λιμάνι έχουν εχθρικές διαθέσεις, εμείς θα αποσυρθούμε στη Μουνιχία. Πρέπει να προστατέψω το φρούριο και τα πλοία μας».

«Μα ... αν είναι εχθροί μας κι εσείς λείπετε, τότε στ’ αλήθεια θα κινδυνεύσουμε» είπε ο Δημήτριος.

«Κλείσε τον Κάνθαρο» είπε ο Πολεμίων.

«Έτσι θα ξεσηκώσω τους Αθηναίους, κι ο στόλος θα μπει από το Φάληρο» είπε ο Δημήτριος.

«Εγώ πάντως δεν μπορώ να λύσω τα προβλήματά σου» είπε ο Διονύσιος. «Θα αποσυρθώ στη Μουνιχία κι εσύ κάνε ό,τι θέλεις με τους επισκέπτες σου».

Τον άκουγε να μιλά αδιάφορα για την τύχη της Αθήνας. Σκεφτόταν ότι αυτός δεν ήταν καθόλου ο σωστός τρόπος για να προστατεύεται η πόλη. Οι πολίτες με τις ασπίδες τους έπρεπε να είναι τα τείχη της. Όμως ... για να το κάνουν αυτό οι οπλίτες ήθελαν να κυβερνώνται μόνοι τους. Ήθελαν να βρίσκεται η εξουσία στα χέρια του δήμου κι όχι των αρίστων. Ας πήγαιναν οι άριστοι στα τείχη και στα κουπιά. Κι έμενε η πόλη να την υπερασπίζονται ξένοι μισθοφόροι σαν ετούτον τον Διονύσιο και τους κάθε λογής «Μακεδόνες» του.

Η σύσκεψη δεν κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα ούτε σε συμφωνία. Ο Δημήτριος θα άφηνε την αλυσίδα ανοιχτή στον Κάνθαρο. Εξάλλου, γιατί να εξεγερθούν οι Αθηναίοι ακόμα κι αν ο στόλος ήταν εχθρικός; Στα δέκα χρόνια επιμελητείας του είχε φτιάξει μια πολιτεία ιδανική. Κανείς δεν θα είχε λόγο να ξεσηκωθεί αν δεν τον προκαλούσε ο ίδιος.

«Ας ελπίσουμε ότι θα είναι φιλικός ο στόλος» είπε.

«Εμείς πάντως θα προστατέψουμε την Μουνιχία» του είπε ο Διονύσιος.

«Κι εσείς ... καλή τύχη!» είπε ο Πολεμίων.

Οι Μακεδόνες έφυγαν κι ο Δημήτριος ένιωσε μιαν ανακούφιση που δεν χρειαζόταν να τους μιλά. Ήταν άνθρωποι του πολέμου. Καταλάβαιναν τον κόσμο μόνο μέσα από μάχες, κατακτήσεις και πλούτη. Αυτός είχε μάθει αλλιώς. Θα ήθελε επιτέλους να αποσυρθεί και να ζήσει ήρεμα. Ήθελε να είναι με τους φίλους του, με τις γυναίκες του και ... με την Δάφνη! Την θυμήθηκε πάλι. Ε, λοιπόν, αυτή έφτανε! Μέσα στο μυαλό του η εικόνα της Δάφνης, όμορφης, νέας κι ενάρετης, έλαμψε σαν το μόνο καθαρό και φωτεινό σημείο.

Πάντα αναρωτιόταν μήπως η πολιτική τον είχε αλλάξει. «Δέκα χρόνια απολαμβάνω την εξουσία, μήπως δέκα χρόνια έχω πάψει να είμαι εγώ;» αναρωτήθηκε σιωπηρά. Μέσα του φοβόταν λιγότερο την προοπτική να χάσει την εξουσία. Όσο κι αν ήταν γοητευτική, δεν έπαυε να είναι βαρετή. Αν την έχανε, δεν θα τα έβαφε μαύρα. Οι στόχοι του είχαν ως επί το πλείστον πραγματοποιηθεί. Από εδώ και πέρα, ήταν αρκετό, όσο ακόμα είχε εξουσία, να την χρησιμοποιούσε για να κερδίσει την Δάφνη. Ας ήταν αυτή το δικό του τρόπαιο!

Πρώτος έφυγε ο Διονύσιος κι αμέσως μετά, πίσω του, αποχώρησε κι ο στρατηγός του ο Αριστοτέλης. Ο Θεόδωρος μπήκε στην αίθουσα.

«Άκουσα τη συζήτησή σας» είπε.

«Και λοιπόν; Τι συμπέρασμα έβγαλες;»

«Αναλαμβάνεις μεγάλη ευθύνη. Το ξέρεις, ε;»

«Και τι να έκανα;»

«Δεν σου ασκώ κριτική, νομίζω πως κάνεις το σωστό. Απλά φοβάμαι ότι, όσο δεν έχεις τον δήμο μαζί σου, είσαι πάντα εκτεθειμένος στο παραμικρό ατύχημα».

«Ξέρεις κάτι. Δέκα χρόνια έχω την εξουσία στα χέρια μου, σχεδόν σαν τύραννος, απόλυτα υπεύθυνος για όλα. Αν έχω πράξει σωστά, δεν έχω λόγο να φοβάμαι» είπε ο Δημήτριος. «Αυτό μου λέει ο σοφός Θεόφραστος που γνωρίζει πολλά. Πες μου, όμως, εσύ τι πιστεύεις, Θεόδωρε;»

«Τι να πω; Ας εξηγεί ο Θεόφραστος τον φυσικό κόσμο, ας αναλύει και την ψυχή του ανθρώπου. Από πολιτική, όμως, Δημήτριε, δεν γνωρίζει πολλά,»

«Μα, η πολιτική είναι η εφαρμογή της φιλοσοφίας! Εξ άλλου, κι εγώ ακριβώς την πολιτεία που πρεσβεύουν αυτός κι ο Αριστοτέλης εφαρμόζω!»

«Αν μιλάμε για φαγητό και διασκεδάσεις, καλά τα πήγες όλα αυτά τα χρόνια σαν κυβερνήτης, Δημήτριε. Οι πολίτες, όμως, δεν τα εκτίμησαν. Θέλουν -όπως λένε- να κυβερνάνε οι ίδιοι τους εαυτούς τους. Αυτή λένε είναι η ελληνική παιδεία, κι αυτό τούς το στέρησες».

«Μα έτσι κυβερνάμε καλύτερα!»

«Φαίνεται πως είναι “αεί παίδες οι Αθηναίοι” και δεν θέλουν ένα καλό κηδεμόνα. Θέλουν να είναι ελεύθεροι».

Δεν άρεσε στον Δημήτριο η τόσο συνοπτική απόρριψη των προσπαθειών του. Ο ημι-ελεύθερος Θεόδωρος, όμως, είχε το θάρρος της γνώμης του. Ο Επιμελητής προτίμησε να αλλάξει θέμα συζήτησης.

«Κάτι είπες για την Ευρυδίκη».

«Ναι, νομίζω ότι είναι τώρα η ώρα. Πρέπει να μιλήσεις μαζί της» είπε ο Θεόδωρος. «Πάω να κανονίσω να την δεις όσο πιο σύντομα γίνεται».

Αν κι η συζήτηση με την Ευρυδίκη σήμαινε αποδοχή του τέλους, ωστόσο κι ο Δημήτριος ο Θεόδωρος είχε δίκιο. Ήταν σωστό κι αναγκαίο να κάνει μια συνάντηση με την πασίγνωστη Αθηναία.


παραπομπές:

(*1) Το 318 π.Χ. οι Αθηναίοι επανέφεραν τη Δημοκρατία και καταδίκασαν σε θάνατο τους αρχηγούς των ολιγαρχικών. Η κατηγορία ήταν ότι εκτός από την κατάλυση της δημοκρατίας αγωνίστηκαν και για την υποδούλωση της Ελλάδας στους Μακεδόνες. Εννοούσαν τον ατυχή για τις ελληνικές πόλεις πόλεμο του 323-322 π.Χ. που εξερράγη μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του Αλεξάνδρου. Μεταξύ των καταδικασμένων ήταν κι ο εξέχων ολιγαρχικός Φωκίων όπως και ο Δημήτριος Φαληρέας που διασώθηκε καταφεύγοντας στη μακεδονική φρουρά του Πειραιά. Η δημοκρατική αυτή άνοιξη δεν κράτησε πολύ και την άνοιξη του 317 π.Χ. ο Κάσσανδρος επέβαλε την εξουσία του. Τότε τοποθέτησε σαν «επιμελητή Αθηνών» (τύραννο) τον Δημήτριο Φαληρέα.

(*2) Αυτός ο Αριστοτέλης ήταν στρατηγός κι είναι απλή η συνωνυμία του με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο. Πρόκειται για έναν στρατηγό που ο Δημήτριος Φαληρέας κι ο Μακεδόνας φρούραρχος Διονύσιος είχαν εμπιστευθεί. Τον είχαν στείλει με πλοία για να ενισχύσει τον Κάσσανδρο σε μια ναυμαχία στη Λήμνο. Η αποστολή κατέληξε σε φιάσκο και χάθηκε όλος ο στόλος του Αριστοτέλη.

****************************************

Με το σημερινό ολοκληρώθηκε το 1ο κεφάλαιο.

Από Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου ξεκινά το 2ο κεφάλαιο, το μεσημέρι της 9ης Ιουνίου. Τα γεγονότα είναι πολύ πυκνά και οι εξελίξεις τρέχουν σε όλα τα επίπεδα.

Για το ΠΑΚΟΕ και τις μετρήσεις του

Μπερδεύουν τα Λιπάσματα με το Σχιστό!

Ο φίλος μου Σ.Π. μού έστειλε χτες ένα ρεπορτάζ του "Ζούγκλα" που περιείχε καταγγελίες του ΠΑΚΟΕ για την περιοχή των λιπασμάτων. Βασικά λέει πως είναι ραδιενεργή, μια κατηγορία χιλιοειπωμένη και χιλιοαπαντημένη. Βέβαια κάνει ωραίο τίτλο, οπότε, παίζει και ξαναπαίζει στα μέσα ή σε ανακοινώσεις διαφόρων τοπικών παραγόντων. Παραθέτω κατ' αρχάς την απάντηση, που του έστειλα μόλις διάβασα το ρεπορτάζ, σημειώνοντας τρία βασικά ψέματα:
 
ΨΕΜΑ 1ο:
Λέει το ρεπορτάζ: "μέρος και της υπολειπόμενης φωσφογύψου θάφτηκε, όπως θεωρείται, σε βάθος 2 μέτρων κάτω από το έδαφος..."
Ο φωσφογύψος πήγε στο Σχιστό. Εκεί μπορεί να θάφτηκε στα δύο μετρα. Στα λιπάσματα η επιφάνεια σκάφτηκε σε βάθος 1-2 μέτρων για να φύγουν όποια τοξικά (όχι ραδιενεργά) υπήρχαν και, φυσικά, δεν σκεπάστηκε.
 
ΨΕΜΑ 2ο:
Λέει το ρεπορτάζ: "Επιστημονικό συνεργείο του ΠΑΚΟΕ πραγματοποίησε μετρήσεις στις αρχές Ιανουαρίου του 2019 και του 2020 στην εν λόγω περιοχή. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι το ποσοστό της ραδιενέργειας στην περιοχή είναι τέσσερις ή και οχτώ φορές πάνω από το όριο!"
Κανείς ποτέ δεν άκουσε για τέτοια μέτρηση, κανείς ποτέ δεν έμαθε, έστω και σαν ψίθυρο, για τέτοια αποτελέσματα. Ποια είναι η "εν λόγω περιοχή"; Μήπως μέτρησαν στο Σχιστό;
 
ΨΕΜΑ 3ο:
Λέει το ρεπορτάζ: "Η οργάνωση επίσης κάνει λόγο για την παραμονή «10 εκατομμυρίων τόνων φωσφογύψου» στο έδαφος και ζητάει από τον εισαγγελέα να δώσει εντολή ώστε να γίνουν επιτέλους επίσημες μετρήσεις και από τον αρμόδιο φορέα, τον Δημόκριτο, στην επίμαχη περιοχή."
Σε ποια επίμαχη περιοχή; Μήπως στο Σχιστό;
 
ΣΧΟΛΙΑ:

Τα παραπάνω ψέματα του ρεπορτάζ οφείλονται στην ανακοίνωση του ΠΑΚΟΕ που κατά λάθος ή επίτηδες μπερδεύει τα Λιπάσματα με το Σχιστό. Η εναλλαγή αυτή των Λιπασμάτων και του Σχιστού ήταν που έδωσε τα μεγάλα ψέματα. Και το ΠΑΚΟΕ (κυρίως) αλλά, και ο ρεπόρτερ (δευτερευόντως) δίνουν μία κακή εντύπωση για την περιοχή της ανάπλασης για μια ακόμη φορά. Θέμα ραδιενέργειας, όπως λέει ο ΔΗΜΌΚΡΙΤΟΣ που ερεύνησε επισήμως το χώμα, δεν υπάρχει.
 
Ας το πούμε για άλλη μια φορά. Χίλιες και μία οι καταγγελίες, χίλιες και μία οι απαντήσεις μας. Το θέμα δεν είναι η ραδιενέργεια αλλά η ανάπλαση. Να λήξει επιτέλους η εκκρεμότητα της απαλλοτρίωσης και να ασχοληθεί η διοίκηση με το πιο σπουδαίο θέμα της πόλης που έχει μείνει ξεχασμένο για αρκετά χρόνια τώρα. Εντάξει, μας έδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ την παραλία, αλλά πρέπει να κάνουμε κάτι για το ουσιαστικό μέρος της περιοχής, για τα 550 εκ των 640 στρεμμάτων της τέως βιομηχανικής ζώνης. Τα 90 στρ. αξιοποιήθηκαν και καλώς. Με τα υπόλοιπα, τα πολλά, θα ασχοληθούμε κάποτε;