Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

05 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 5η


Μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο σήμερα. Είμαστε στο 1202 μΧ. και η σταυροφορία ξεκίνησε. Πρώτη της στάση -και πρώτο δείγμα γραφής- η Ζάρα, το Ζαντάρ, στην Κροατία. Ο Νικηφόρος είναι εκεί, βλέπει, ακούει και μαζί του βλέπουμε κι ακούμε κι εμείς.

*******************************************
Παραπομπές: 
(1)
Σήμερα τον κυβερνήτη ενός πλοίου, τον πλοίαρχο, τον λέμε καπετάνιο. Τότε ο πλοίαρχος ονομαζόταν “ναύαρχος” ή “κένταρχος”, ανάλογα και με τη δύναμη του πλοίου. "Πλοίαρχος” ήταν τίτλος ενός απλού αξιωματικού στο πλοίο. Ο σημερινός τίτλος του καπετάνιου προέρχεται από τον τίτλο “Κατεπάνω” (εναλλαγή των τ, π) που την εποχή εκείνη είχαν στεριανοί διοικητές μεγάλων διοικητικών περιφερειών και αργότερα ξέπεσε σε μικρότερους διοικητές και κατόπιν διοικητές πλοίων. Στο κείμενο ναύαρχος είναι ο διοικητής ενός πλοίου, δηλαδή ο καπετάνιος.
(2)
Η σακτούρα ήταν ένα πλοίο τύπου Δρόμωνα αλλά με μικρότερο μέγεθος από το επιβλητικό πολεμικό πλοίο της εποχής. Ένας Δρόμων είχε διακόσιους κωπηλάτες ενώ μια σακτούρα μπορούσε να κινηθεί και με πενήντα-εξήντα ή και με λιγότερους. Μικρότερα από τον Δρόμωνα πολεμικά και εμπορικά πλοία και κάπως πιο ευέλικτα ήταν τα Χελάνδια.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο: ΖΑΡΑ (ΖΑΝΤΑΡ)
1202 μ.Χ.

ΑΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ
 Μόλις είχε τελειώσει η λειτουργία στον Άγιο Δονάτο, τον μεγάλο καθεδρικό ναό του Ζαντάρ. Έτσι ονόμαζαν την πόλη οι Κροάτες κι οι Ούγγροι, ενώ οι Βενετοί την έλεγαν Ζάρα. Η πόλη ήταν ένα στολίδι κι εμπορικό κέντρο του Ουγγροκροατικού Βασιλείου μέχρι πριν λίγες μέρες. Τώρα είχε περάσει στα χέρια των Βενετών. Μετά από πολιορκία, την είχαν καταλάβει οι στρατιώτες της Δ’ σταυροφορίας για λογαριασμό της Βενετίας. Τα ακέφαλα σώματα των αρχόντων της Ζάρας είχαν μόλις χωθεί κάτω από το χώμα.
Ο Βενετός επίσκοπος, πού ’χε αντικαταστήσει άμεσα τον επίσκοπο του Ζαντάρ, είχε καθαγιάσει τα όπλα των νικητών. Οι στρατιώτες που πολιόρκησαν και λαφυραγώγησαν την πόλη ονομάζονταν προσκυνητές, αφού ήταν στρατιώτες του Χριστού. Ο επίσκοπος τούς ευλογούσε την ίδια στιγμή που ο Παπικός Λεγάτος τον αφόριζε. Ο Πάπας είχε συντάξει τον αφορισμό μη μπορώντας να δικαιολογήσει αυτή την επίθεση. Σταυροφόροι χριστιανοί είχαν επιτεθεί ενάντια σε μια χριστιανική πόλη που ανήκε σε πιστό χριστιανό Βασιλιά. Οι ψαλμωδίες αινούσαν τον Κύριο. Είχε φανεί γενναιόδωρος στην πλευρά των στρατιωτών Του και τους είχε δώσει μιαν εύκολη και σπουδαία νίκη.
Γονάτιζαν οι Σταυροφόροι αρχηγοί στα εικονίσματα και τις γλυπτές φιγούρες του Χριστού. Είχαν μεγάλους σταυρούς ζωγραφισμένους στις λευκές πανοπλίες. Ο κόμης της Φλάνδρας, ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος της Καμπανίας κι οι ευγενείς, ευχαριστούσαν την θεία χάρη. Ο αρχηγός της σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός είχε καθυστερήσει κι έλεγαν ότι το έκανε επίτηδες. Δεν ήθελε να συμμετάσχει στο ανοσιούργημα. Οι βασιλιάδες της Δύσης δεν μετείχαν σε αυτή τη σταυροφορία καθώς όλοι είχαν εσωτερικά δυναστικά προβλήματα. Ο μόνος Χριστιανός βασιλιάς που μετείχε ήταν ο Ούγρος Έμερικ. Κι όχι μόνο έλειπε από την τελετή, αλλά, ήταν εξοργισμένος με την κατάληψη και δήωση μιας πόλης του βασιλείου του. Την ώρα που οι άλλοι ευχαριστούσαν τον Θεό για την νίκη, ο Ερρίκος Δάνδολος, έγραφε στη Βενετία. Το συμβούλιο της Δημοκρατίας έπρεπε να τού αναγνωρίσει τον θρίαμβο. Την ίδια ώρα ο Έμερικ έγραφε ένα φλογερό γράμμα αγανάκτησης στον Πάπα. Ζητούσε να σταματήσει η ληστρική εκστρατεία. Απαιτούσε να αφοριστούν αυτοί που, φορώντας τον σταυρό, είχαν εξοντώσει χριστιανούς για οικονομικά συμφέροντα.
Επί τρεις μέρες λεηλατήθηκε η πόλη από τα στίφη των σταυροφόρων που την είχαν ισοπεδώσει. Έψαχναν να βρουν το παραμικρό χρυσαφικό ή έστω ακόμα και τα μπακιρένια σκεύη μαγειρικής. Τα έλιωναν και τα μετέτρεπαν σε μέταλλο ώστε να τα λαφυραγωγήσουν. Την τρίτη μέρα της λεηλασίας είχαν γίνει φονικές μάχες για το μοίρασμα της λείας. Από τη μια οι Ενετοί κι από την άλλη οι Φράγκοι, Οι κάτοικοι του Ζαντάρ είχαν ξεχυθεί έντρομοι στις τριγύρω αγροτικές εκτάσεις. Όπως-όπως εγκατέλειπαν την πόλη για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Κι οι Βενετοί είχαν πάρει με τον πιο επίσημο τρόπο το κλειδί της πόλης. Είχαν εγκαταστήσει τις φρουρές τους εντάσσοντας, έτσι, το Ζαντάρ στην δική τους επικράτεια. Ο Έμερικ, είχε μετάσχει στην σταυροφορία με στράτευμα, πιστεύοντας ότι εκστράτευε για την ανάκτηση των Άγιων Τόπων. Είδε μια δική του πόλη να γίνεται, πρώτη από όλες, θύμα της βουλιμίας των “συμμάχων” του. Ξεχώρισε τη θέση του και καταράστηκε τους αρχηγούς της Σταυροφορίας αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο Πάπας αφόρισε όσους αποφάσισαν να συλήσουν μια χριστιανική σύμμαχο πόλη στο ξεκίνημα της εκστρατείας. Κι αυτή η αντίδραση, όμως, έγινε καθυστερημένα και δεν άλλαξε στο παραμικρό τα γεγονότα. Δεν καταδικάστηκαν οι υπαίτιοι σταυροφόροι αλλά μόνο οι Βενετοί. Δεν απαγορεύτηκε στους Φράγκους να συνδιαλέγονται με τους τιμωρημένους συμμάχους τους. Εντέλει, ο αφορισμός δεν είχε πρακτικό αποτέλεσμα μέχρι που ανακλήθηκε και τυπικά.
Ήταν Νοέμβριος του 1202 μΧ. Πριν από μερικούς μήνες άρχοντες από χώρες της Δύσης ανταποκρίθηκαν στο φλογερό κάλεσμα του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’. Κυρίως έρχονταν από την Γαλλία. Είχαν μαζευτεί στη Βενετία για να μεταφερθούν στην Αίγυπτο αρχικά κι από εκεί στους Άγιους Τόπους. Σκοπός τους ήταν η απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ. Οι άρχοντες, οι ιππότες κι οι απλοί “προσκυνητές” ή “στρατιώτες του Χριστού” είχαν μετρήσει καλά τα κέρδη τους. Οι Βενετοί για να μεταφέρουν το ετερόκλητο πλήθος θα έπαιρναν τα 85.000 αργυρά μάρκα που είχαν συμφωνηθεί. Οι Φράγκοι αρχηγοί των Σταυροφόρων είχαν δεχτεί να παραδώσουν το Ζαντάρ στη Βενετία. Αυτή θα ήταν η πληρωμή των κομίστρων μεταφοράς με Βενετσιάνικα πλοία. Οι άλλες περιοχές θα μοιράζονταν στη μέση. Οι “προσκυνητές” θα έκλεβαν ότι μπορούσαν από τα κουφάρια των πεθαμένων, είτε χριστιανών είτε αλλόθρησκων.
Οι πολιορκημένοι της χριστιανικής, καθολικής, πόλης της Δαλματίας ύψωσαν ξύλινους Εσταυρωμένους παντού. Τους είχαν κρεμάσει στις πολεμίστρες και στους πύργους μήπως και σωθούν. Οι Εσταυρωμένοι δεν σταμάτησαν τους στρατιώτες του Χριστού. Δεν τους εμπόδισαν να ανέβουν στα τείχη και να σκοτώσουν όποιον αμυνόμενο βρήκαν μπροστά τους. Η επίθεση ήταν επιτυχής. Η πόλη κατελήφθη και παραδόθηκε ολόκληρη στους προσκυνητές για να την συλήσουν. Η εικόνα της τέλειας καταστροφής ήταν παντού απλωμένη κι οι φωτιές σιγόκαιγαν ακόμη εδώ κι εκεί.

Β’ Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
 Ο Νικηφόρος ήταν πλοιοκτήτης αλλά και ναύαρχος(1) της δικάταρτης σαχτούρας(2) με το όνομαΔήλος”. Την είχε κληρονομήσει εδώ και δυο χρόνια όταν έχασε ξαφνικά τον πατέρα του. Ο Νικηφόρος ήταν παρών στην τελετή στο Ζαντάρ γιατί αποτελούσε κι αυτός μέρος της Σταυροφορίας. Το “Δήλος” είχε μισθωθεί από τους Βενετούς σαν βοηθητικό πλοίο για να δίνει υλικό τροφοδοσίας στα δικά τους πλοία. Τα πλοία που θα μετέφεραν στρατό κι άλογα στην Αίγυπτο δεν θα έπιαναν στα λιμάνια της διαδρομής. Το “Δήλος” θα έτρεχε μπροστά για να φέρνει από βενετσιάνικους σταθμούς τρόφιμα και νερό, ακόμα και νέα. Έτσι, η Βενετική αρμάδα θα έπλεε με ασφάλεια και με επάρκεια μέσων Το “Δήλος” είχε καρίνα κατάλληλη για να διασχίζει ανοιχτές θάλασσες και πανιά για να εκμεταλλεύεται τους ανέμους. Είχε και ναυτικούς που είχαν φάει τη ζωή τους στη θάλασσα. Στην Κρήτη θα ολοκλήρωνε την αποστολή του κι ο Νικηφόρος θα ήταν ελεύθερος να φύγει.
Προς το παρόν ο Νικηφόρος ήταν εδώ, στο Ζαντάρ, κι είχε γίνει αυτόπτης μάρτυς της καταστροφής. Μπήκε στην πόλη την τρίτη μέρα και δεν βρήκε παρά μόνο ερείπια και χάος. Το μόνο μέρος που είχε διασωθεί από την αρπακτική μανία των “στρατιωτών του Χριστού” ήταν το κέντρο. Εκεί έμεναν απ’ την αρχή οι ευγενείς κι οι ιππότες. Εκεί βρισκόταν κι η ταβέρνα του Κωνσταντίνου Κοτρωνιάτη, ενός Ρωμιού που ζούσε στο Ζαντάρ με την οικογένειά του. Οι Κοτρωνιάτηδες από πάππου εις πάππο είχαν διατηρήσει την ταβέρνα κι ένα χάνι για ταξιδιώτες και ναυτικούς. Το όνομα που είχε το χάνι ήταν “Ο Λεωνίδας της Σπάρτης”. Έκαναν κι εμπόριο. Έμεναν εδώ από τον καιρό της συνθήκης του Άαχεν, πριν από τετρακόσια χρόνια. Από τότε το Ζαντάρ ανήκε στην δικαιοδοσία των Ρωμαίων.
Παρέμειναν εδώ παρά τις αλλαγές που έγιναν, όταν ενοποιήθηκε η Δαλματία με το Κροατικό Βασίλειο. Έμειναν και πιο μετά, στη διάρκεια της Βενετικής κατοχής. Έμειναν εδώ κι αργότερα, όταν η πόλη πέρασε στη δικαιοδοσία του Ούγγρου βασιλιά Μπέλα, πατέρα του Έμερικ. Οι Κοτρωνιάτες ήταν από τους πιο παλιούς κατοίκους του Ζαντάρ που είχε μιαν αξιόλογη ρωμαίικη παροικία.
Όποτε ερχόταν εδώ στο Ζαντάρ, ο Νικηφόρος έμενε στο χάνι του “Λεωνίδα της Σπάρτης”. Το ίδιο έκανε πάλι καθώς εδώ το μέρος είχε γλιτώσει την καταστροφή. Γύρισε στο χάνι μετά από την τελετή στον καθεδρικό ναό της πόλης. Ένιωθε μιαν αποστροφή για όλο αυτό το υποκριτικό σκηνικό. Αηδίαζε όταν οι “προσκυνητές” δέχονταν τις ευλογίες του δοτού Ενετού Επισκόπου. Ήξερε πως είχαν ξεκάνει μια χριστιανική πόλη που δεν τους είχε φταίξει σε τίποτα. Όχι μόνο δεν τους είχαν προκαλέσει οι Ζανταριανοί, αλλά, αν ήθελαν, ήταν στη διάθεσή τους για να βοηθήσουν. Ήταν κι αυτοί τμήμα του βασιλείου του “συμμάχου” τους Έμερικ.
Ήταν απίστευτο αυτό που είχε γίνει. Έδειχνε όχι μόνο τον χαρακτήρα των σταυροφοριών αλλά κυρίως τις ληστρικές “αρχές” της Δύσης. Πάνω σ’ αυτές είχε χτιστεί η φεουδαρχία. Οι φεουδάρχες δεν το είχαν κρυφό. Έπιναν τις κούπες το κρασί διηγούμενοι τα κατορθώματά τους. Πώς παλούκωσαν τον ένα και πώς ξεκοίλιασαν τον άλλον. Περηφανεύονταν για το γεγονός ότι στο παρελθόν σεν ήταν παρά αρχηγοί ληστρικών συμμοριών. Έχτιζαν τα κάστρα τους στις κορυφές των λόφων για να επιβλέπουν με τις συμμορίες τους μια περιοχή. Αυτό ήταν το φέουδό τους. Εξέτρεφαν τους ανθρώπους για δούλους, ακριβώς όπως άλλοι εξέτρεφαν κοπάδια προβάτων. Όπως οι κτηνοτρόφοι απομυζούσαν γάλα, μαλλί, και δέρμα κι έσφαζαν τα ζωντανά για το κρέας τους, έτσι κι αυτοί. Μόνο που οι φεουδάρχες δεν έτρωγαν το κρέας των ανθρώπων, αλλά το χρησιμοποιούσαν αλλιώς. Το είχαν για τους πολέμους τους, για να κατακτούν εδάφη μικρότερων φεουδαρχών. Έστηναν έτσι ένα σύστημα υποτελών που έφτανε ως τον Βασιλέα, πρώτο κι υπέρτατο φεουδάρχη, ληστή του λαού του.
Όχι πως οι θεόπεμπτες οικουμενικές αυτοκρατορίες, τα φημισμένα «Βασίλεια ελέω Θεού» ήταν καλύτερα. Οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες είχαν ιδρύσει τέτοια βασίλεια. Δεν ήταν πιο συμπονετικά ή πιο ευαίσθητα στον ανθρώπινο πόνο, αλλά, εκεί είχαν μεγαλύτερο παρελθόν. Είχαν προηγηθεί πολλά χρόνια πολιτειακής παιδείας που επέτρεπαν να υπάρχουν καλύτερα προσχήματα. Υπήρχαν παραδόσεις και θρησκείες, νόμοι των ανθρώπων και γραφές των θεών. Με αυτές εξασφάλιζαν οι δυνατοί την υποταγή του αδύνατου, κι όχι με την φωτιά και το τσεκούρι. Στη δύση η επιβολή του ισχυρού ήταν απροσχημάτιστη και κυνική. Ένα δείγμα αυτού του είδους της επιβολής ήταν αυτό που είχε πάθει η Ζάρα.
«Κυρία Ελένη, πρέπει να μου βάλετε κάτι να πιω για να αντέξω αυτό που είδα.»
Η Ελένη ήταν η σαραντάρα σύζυγος του Κωνσταντίνου Κοτρωνιάτη, μια δυναμική γυναίκα. Στήριζε τον άντρα της και κρατούσε την ταβέρνα και το πανδοχείο.
«Έχω καλό κρασί, με μυρωδικά» του είπε. «Έχω και ψωμί με αρνίσιο τυρί.»
«Τι έγινε Νικηφόρε;» τον ρώτησε ο ταβερνιάρης. «Πώς σού φάνηκε; Σου άρεσε το θέαμα;»
«Αηδία με έπιασε Κωνσταντίνε, κόντεψα να ξεράσω!»
«Είναι Χριστιανοί; Αμφιβάλω!» είπε ο ταβερνιάρης
«Τι έγιναν οι Ζανταριανοί;» ρώτησε ο Νικηφόρος. «Δεν είδα καθόλου κόσμο καθώς ερχόμουν.»
«Έφυγαν. Τι νά ’καναν; Στ’ αποκαΐδια πώς να ζήσουν;»
«Τους εκδικήθηκαν οι Βενετοί Νικηφόρε» είπε η Ελένη. «Το ξέραμε όλοι πως μια μέρα θα έρθουν να εκδικηθούν, δεν το περιμέναμε, όμως, τόσο γρήγορα.»
«Ήταν πολλά χρόνια προστάτες οι Βενετοί. Θεωρούσαν το Ζαντάρ δικό τους. Δεν το ανέχτηκαν που προτιμήσαμε την ουγγρική προστασία από την δική τους!» είπε ο Κωνσταντίνος.
«Πάντως, κακό ξεκίνημα είχε αυτή η σταυροφορία! Το μόνο καλό είναι που δεν θα περάσουν οι βάρβαροι από τα μέρη μας αυτή τη φορά» είπε ο Νικηφόρος.
«Έτσι πιστεύεις, ε;»
«Μα το ξέρω Κωνσταντίνε. Μ’ έχουν μισθώσει. Θα τους συνοδεύσω με το “Δήλος” και θα τους τροφοδοτώ με υλικό από τους βενετικούς σταθμούς. Θα το κάνω αυτό μέχρι να βγούνε στο Λιβυκό πέλαγος. Εγώ θα είμαι μαζί τους μέχρι την Κρήτη. Εκεί θα τους αφήσω γιατί αυτοί θα συνεχίσουνε για Αίγυπτο.»
«Είσαι βέβαιος;»
«Έχω υπογράψει συμβόλαιο μαζί τους. Γι αυτό είμαι κι απολύτως βέβαιος!»
«Μακάρι να πάνε από την θάλασσα αυτή τη φορά γιατί αλλιώς …»
«Ξέρω» είπε ο Νικηφόρος. «Στις τρεις προηγούμενες σταυροφορίες που γίνανε ως τώρα κοντέψαν να ξεκάνουνε το γένος των Ρωμαίων.»
«Ό,τι προσπάθεια έκαναν οι Κομνηνοί να αναχαιτίσουν τον Βούλγαρο και τον Τούρκο, την χάλαγε ο Σταυροφόρος. Έφτανε έξω από την Πόλη κι απειλούσε την αυτοκρατορία» είπε ο Ανδρόνικος.
Ο Ανδρόνικος ήταν ο μεγάλος γιος του Κωνσταντίνου που μπήκε κι αυτός στην κουβέντα.
«Αν αφήσουν τον αυτοκράτορα ήσυχο, θα ξανακερδίσει τα χαμένα εδάφη» είπε ο Νικηφόρος.
«Ίσως φτάσει κι εδώ. Λέτε να ξαναδούμε κάποτε την χρυσοπόρφυρη σημαία των Ρωμαίων στα κάστρα μας; Λέτε να κατέβουν οι σημαίες των Βενετσιάνων και των Ούγγρων;» είπε με ενθουσιασμό ο Ανδρόνικος.
«Πιο σιγά παιδί μου» του είπε ο πατέρας του. «Ποτέ δεν ξέρεις αν θα μας ακούσει κανείς και πώς θα το πάρει.»
«Δεν μιλάνε ελληνικά, πατέρα.»
«Καταλαβαίνουν. Κι ακόμα χειρότερα, καταλαβαίνουν ό,τι θέλουνε!»
«Εντάξει, θα προσέχω» είπε ο Ανδρόνικος.
«Πάω κι εγώ» είπε ο Νικηφόρος. «Ας ξαπλώσω λίγο.»

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

04 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ και Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 4η

Με την σημερινή 4η συνέχεια, κλείνει το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Μετά την Πόλη, όπου ετοιμάζονται για το Βασίλειο του Θεού, την Βενετία όπου ο Δάνδολος προαλείφεται για κέρδη κι εκδίκηση και την Αθήνα του Μιχαήλ Ακομινάτου, γίνεται μια πιο γενική επισκόπηση του κρίσιμου έτους 1201 μΧ. 

****************************************
Παραπομπή (*)
Γαζήδες και Ακρίτες:
Οι Γαζήδες ήταν πολεμιστές του τζιχάντ, στα σύνορα των Τουρκικών σουλτανάτων. Ήταν το αντίστοιχο των Ακριτών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Γαζήδες και Ακρίτες συγκρούονταν μεταξύ τους στα σύνορα των δύο κόσμων που βρίσκονταν παλιότερα στην Αρμενία και τη Μεσοποταμία και τώρα, στον 12ο μ.Χ αι. είχαν μετακινηθεί δυτικότερα, στα οροπέδια της κεντρικής Μικρασίας

Δ' 1201 μ.Χ.
 
Ο Τιμπώ της Καμπανίας πέθανε τον Μάιο του 1201. Ο Βονιφάτιος Μομφερατικός ορίστηκε νέος αρχηγός της τέταρτης σταυροφορίας. Με τη βοήθεια της Βενετίας κι έναντι ογδόντα πέντε χιλιάδων δουκάτων θα έφτανε στον προορισμό της. Δια θαλάσσης θα περνούσε στη Συρία και την Αίγυπτο. Από εκεί θα κινούσε να ελευθερώσει τους Άγιους Τόπους. Το ραντεβού ορίστηκε για το καλοκαίρι του 1202 στα περίχωρα της Βενετίας. Εκεί έπρεπε να μαζευτεί ο στόλος για να πάρει τους στρατιώτες του Χριστού. Υπολόγιζαν πως θα συγκεντρώνονταν τριάντα χιλιάδες στρατιώτες. Ανάμεσά τους θα βρίσκονταν και κάποιοι άρχοντες. Αυτοί θα έρχονταν κυρίως από χώρες των Φράγκων αλλά και από Γερμανία κι Ιταλία. Οι μεγάλοι βασιλιάδες της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας θα έλειπαν. Θα ήταν απασχολημένοι αυτόν τον καιρό με τις δικές τους δυναστικές υποθέσεις. Στη Γερμανία ο Φίλιππος ο Σουηβός μαχόταν με τον Φρειδερίκο Χοενστάουφεν για τον θρόνο της Αυτοκρατορίας. Στη Γαλλία ο Φίλιππος ήταν αφορισμένος λόγω του διαζυγίου του. Στην Αγγλία ο Ιωάννης ο Ακτήμων ακόμη διεκδικούσε τον θρόνο του.
 
 Ο Αλέξιος Άγγελος, γιος του Ισαάκιου έφυγε από την Κωνσταντινούπολη αναζητώντας τη βοήθεια των δυτικών. Στο νου του είχε τον Πάπα και τον Φίλιππο. Ζητούσε να διώξουν τον σφετεριστή θείο του Αλέξιο Γ’ και να τοποθετήσουν αυτόν στον θρόνο της Βασιλεύουσας. Τα ανταλλάγματα που έδινε ήταν σημαντικά. Προσέφερε την ένωση των εκκλησιών υπό τον Πάπα και χρηματική αποζημίωση για τον κόπο τους. Υποσχόταν επίσης μεγάλη βοήθεια σε εφόδια στους σταυροφόρους. Τέλος, έδινε δέκα χιλιάδες μισθοφόρους, που θα τους πλήρωνε, για να πάνε με τους σταυροφόρους στους Αγίους Τόπους.
 
Με αυτά που πρόσφερε ο Αλέξιος έδινε το δικαίωμα στους δυτικούς να υπονομεύσουν την εξουσία των Ρωμαίων. Δεν θα εξουσίαζαν την αυτοκρατορία τους, απλά θα ήταν εκεί για να ξεπληρώσουν τα χρέη. Τους έδινε έτσι το πρόσχημα να επέμβουν για χάρη του και να χρεώσουν την αυτοκρατορία με αβάσταχτα βάρη. Αυτά τα βάρη δεν θα μπορούσε ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος να τα αντιμετωπίσει. Υπέγραφε με τον τρόπο αυτό την μελλοντική λεηλασία της Βασιλεύουσας από τους δανειστές της. Βεβαίως, αυτό θα γινόταν αν έβρισκαν κάποιον τρόπο να επιβάλουν τη θέλησή τους. Ε, λοιπόν, αυτό το είχε αναλάβει ο Ντάντολο.
 
Ο Γιγιαθαντίν Καϊχοσρόης παρέμεινε στην Πόλη, όπου έκανε καλές παρέες. Φίλοι του ήταν τα αρχοντόπουλα της κοινωνίας των δυνατών. Συνδέθηκε με τους Λασκαραίους κι ιδιαίτερα με τα αδέλφια, τον Κωνσταντίνο και τον Θεόδωρο. Φίλοι του ήταν κι οι Παλαιολόγοι. Αν και ήταν μουσουλμάνος πρίγκιπας, είχε βρει φιλόξενη στέγη στην Κωνσταντινούπολη. Περίμενε τις εξελίξεις από το μέτωπο της βόρειας Μικρασίας. Εκεί, ο αδελφός του πολεμούσε και συζητούσε με διάφορους Γαζήδες. Ήθελε να τους εντάξει στο σουλτανάτο του Ικονίου και να ενδυναμώσει τη θέση του. Σε μια μεγάλη και πλατιά συνοριακή ζώνη κανείς νόμος δεν ήταν πια σεβαστός. Ήταν η περιοχή ανάμεσα στο σουλτανάτο του Ικονίου και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σε όλην αυτή την έκταση, μόνο το δίκαιο του ισχυρότερου βασίλευε. Άρχοντες ήταν κάποιοι ημιανεξάρτητοι υποτελείς και στις δυο Ρωμανίες. Γαζήδες κι Ακρίτες (*) είχαν εγκαθιδρύσει εξουσίες που δρούσαν ανεξέλεγκτα. Οι κάτοικοι των πόλεων βρίσκονταν σε διαρκή πολιορκία.
 
Τέσσερις άνθρωποι στον κόσμο μπορούσαν νόμιμα να ισχυριστούν ότι είχαν τον τίτλο του “βασιλιά της Ρώμης”. Ένας ήταν ο ίδιος ο Πάπας που βασίλευε, αφού είχε κοσμική εξουσία, στην παλιά Ρώμη. Αυτός ήταν πραγματικά ένας “βασιλιάς της Ρώμης”. Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή της χριστιανικής Ρωμανίας, ήταν ο δεύτερος. Μπορούσε να φέρει αυτόν τον τίτλο, έστω κι αν το δικό του κράτος ήταν το βασίλειο της Νέας Ρώμης.
 
Ο τρίτος που μπορούσε να ισχυριστεί πως ήταν κι αυτός βασιλιάς ρης Ρώμης, ήταν ο σουλτάνος του Ρουμ. Επρόκειτο για την μουσουλμανική Ρωμανία, το Σουλτανάτο του Ρουμ. Ένας τέταρτος με αυτό το δικαίωμα ήταν ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Είχε χρίσμα από τον Πάπα κι εθεωρείτο, επομένως, ένας νόμιμος διάδοχος της Ρώμης κι αυτός.
 
Ο Πάπας ένιωθε ξένος προς την ιδέα ότι θα γινόταν διάδοχος κάποιου Ιερέα Ιωάννη. Δεν ήταν όμως μόνον αυτό. Αν υπήρχε ένας τέτοιος Ιερέας, ο Πάπας θα όφειλε να σκύψει το κεφάλι του με σεβασμό. Αν υπήρχε θα είχε άγια προέλευση. Έτσι ο Πάπας έβγαινε μόνος του από αυτόν τον ανταγωνισμό. Χαρακτήριζε όλη την Ερμητική Συνωμοσία σαν μια διαβολική αίρεση. Η Ρώμη την καταδίκαζε με αηδία κι ιερή αγανάκτηση και δεν διεκδικούσε τίποτε από αυτήν.
 
Ο Αυτοκράτορας της Δύσης δεν είχε ακόμα προκύψει. Ο σκληρός αγώνας για την διαδοχή στον θρόνο προβλεπόταν να είναι μακροχρόνιος. Η Δύση, επομένως, δεν είχε εκπρόσωπο για να διεκδικήσει το Βασίλειο του Θεού αυτά τα χρόνια. Από όλους τους δυτικούς άρχοντες μόνο ο Ερρίκος Δάνδολος ήξερε για τον Ιερέα Ιωάννη κι έκανε σχέδια γι αυτόν. Ήταν, όμως, αναγκασμένος να στηριχτεί στον νεαρό Αλέξιο Άγγελο. Αυτόν θα έπρεπε να ανεβάσει στον θρόνο της Βασιλεύουσας για να μπορέσει να τον χειριστεί.
 
Έμεναν από την ανατολή οι δύο Αλέξιοι της Πόλης. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος Κομνηνός κι ο ανιψιός του Αλέξιος Άγγελος. Έμεναν επίσης οι δυο του Σουλτανάτου. Ο ένας ήταν ο Ρουκναλντίν Σουλεϊμάν Β’ που βασίλευε στο Ικόνιο. Ο άλλος ήταν ο Γιγιαθαντίν Καϊχοσρόης, φυγάς στην Πόλη. Αυτοί οι δυο διεκδικούσαν επίσης την θεόπνευστη αυτή θέση. Κανένας από τη δύση και τέσσερις από την ανατολή ήταν οι υποψήφιοι διάδοχοι του Ιερέα Ιωάννη. Ο Καματηρός είχε βάλει εξ αρχής στην διεκδίκηση τον Αλέξιο Γ’ όπως και τον Σουλτάνο Ρουκναλντίν. Αυτοί δεν είχαν δείξει, όμως, ανάλογο ενδιαφέρον κι έτσι ο Καματηρός είχε προχωρήσει. Μύησε τον νεαρό ανιψιό του ενός και τον αδελφό του άλλου.
 
Μέσα στη γενική διάλυση της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κάποιοι ετοίμαζαν τη σωτηρία της οικουμένης. Η Βασιλεύουσα ετοιμαζόταν να δεχτεί το καίριο χτύπημα από την δύση ενώ το χάος επικρατούσε στην ανατολή. Η Ερμητική Συνωμοσία εργαζόταν πυρετωδώς. Στηριζόταν σε έναν παλιό, ελληνικής έμπνευσης, θεό της Αιγύπτου, τον Ερμή Τρισμέγιστο. Έψαχνε τον Ιερέα Ιωάννη, ηγέτη ενός αγνώστου κράτους σε ένα άγνωστο μέρος. Επεδίωκε κι ήλπιζε να ξαναφέρει την τάξη σε έναν κόσμο που κλονιζόταν.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

03 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ και Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 3η


Στην τρίτη συνέχεια της ιστορίας μας, βρισκόμαστε στην Αθήνα το έτος 1201μ.Χ. Μητροπολίτης είναι ο Μιχαήλ Ακομινάτος, αδελφός του πολύ γνωστού χρονικογράφου Νικήτα Χωνιάτη που είναι και λογοθέτης (κάτι σαν σημερινός πρωθυπουργός) στην Κωνσταντινούπολη. Μιλά με τον Νικηφόρο, βασικό ήρωα του μυθιστορήματος, ναυτικού από την Σέριφο που θέλει να μείνει στην Αθήνα.

*************************************
Πραγματολογικά στοιχεία, παραπομπές: 
(1)
Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ή Ακομινάτος (1138-1222), υπήρξε Έλληνας λόγιος και ορθόδοξος Μητροπολίτης Αθηνών. Γεννήθηκε περί τα 1138 στις Χωνές της Φρυγίας (πρώην Κολοσσαί) και προερχόταν από την εύπορη οικογένεια των Ακομινάτων. Αδερφός του ήταν ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης. Σε νεαρή ηλικία βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να μορφωθεί. Εκεί, προστάτης και διδάσκαλός του έγινε ο σοφός Ευστάθιος, αργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Εκπαιδεύτηκε στην κλασική παιδεία, γνώρισε τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Δημοσθένη, τον Θουκυδίδη και άλλους αρχαίους συγγραφείς έγινε ελληνολάτρης και μπόρεσε να έρθει σε επαφή με τους ανώτερους εκκλησιαστικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Ανέπτυξε χαρακτήρα δραστήριο, ευγενή και πράο. Ύμνησε την Αθήνα με στίχους απευθυνόμενους ακόμα και προς τους αρχαίους θεούς, αυτός ένας ορθόδοξος μητροπολίτης. Λυπόταν που χάθηκε η ελληνική ομορφιά αλλά προσπάθησε πολύ για τους συγχρόνους του Αθηναίους. 
(2) 
Ο πληθυντικός “της ευγένειας” χρησιμοποιείται στο βιβλίο αυτό για να αποδίδει στον σύγχρονο αναγνώστη το κλίμα των συζητήσεων καλύτερα. Τότε, χρησιμοποιείτο συνήθως για την συνομιλία ο δεύτερος ενικός και, όταν χρειαζόταν να επιδειχτεί κάποιος ιδιαίτερος σεβασμός, ο τύπος ευγένειας που χρησιμοποιείτο ήταν το τρίτο ενικό πρόσωπο αντί του δεύτερου πληθυντικού, π.χ. αντί του σημερινής έκφρασης: “Οφείλετε να με καθοδηγείτε Πάτερ” ο Νικηφόρος θα έλεγε: “Οφείλει η Πατρότητά του να με καθοδηγεί”, όπως κάποιες φορές αντί του “τι θέλετε;” (β πληθυντικό) λέμε “τι θέλει ο κύριος;” (γ ενικό)




Γ’ ΑΘΗΝΑ



Η θέα της Αθήνας και του λεκανοπεδίου από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης ήταν γοητευτική. Τα βουνά τριγύρω, οι λόφοι κι ο ελαιώνας με τα χωράφια και τις μουριές έφταναν ως εκεί που τελείωνε η ξηρά. Μετά ήταν η γαλάζια θάλασσα, με τις κορυφογραμμές των βουνών της Πελοποννήσου και με τα νησιά στο βάθος. Όλα έφτιαχναν ένα τοπίο με όψη γαλήνια και πολύ ζωντανή ταυτόχρονα. Οι μυρωδιές αναδύονταν από τον κάμπο, αλλά, κι απ’ τα λουλούδια και τα δέντρα πάνω στον Ιερό Βράχο. Το αττικό φως τα έκανε όλα διάφανα, λαμπερά. Ο Μιχαήλ Ακομινάτος(1), για ακόμη μια φορά ευλογούσε τον Θεό που τον είχε αξιώσει με όλα αυτά. Όχι μόνο που τα έβλεπε και τα ένιωθε, αλλά, που τα είχε κάνει δικά του κι αναπόσπαστο μέρος της ζωής του.


«Έρωτας είναι αυτό που νιώθω γι αυτήν την πόλη» είπε στον Νικηφόρο που ήταν ο συνομιλητής του.


Ο Μιχαήλ ιερουργούσε εικοσιεπτά συναπτά χρόνια στον Παρθενώνα που ήταν ο ναός της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας. Έμενε στα Προπύλαια και φιλοξενούσε τον Νικηφόρο στον Ιερό Βράχο όποτε εκείνος ερχόταν στην Αθήνα. Κάθονταν τώρα απέναντι και μοιράζονταν το κρασί με τις ελιές και το ψωμί. Ο εικοσιοχτάχρονος Νικηφόρος ήταν από την Σέριφο, ναυτικός κι έμπορος στο επάγγελμα. Κυβερνούσε ένα δικό του πλοίο αλλά φιλοδοξούσε να γίνει κτηματίας στον Πειραιά. Επομένως ήταν ένας μέλλων Αθηναίος. Παρά το γεγονός ότι είχε τα μισά χρόνια του Μιχαήλ και παρά το θρησκευτικό του αξίωμα, τον αισθανόταν φίλο. Ήταν όχι μόνο φίλος, αλλά, και δάσκαλός του και του φερόταν με σεβασμό. Ο Νικηφόρος τον αποκαλούσε πότε “Μιχαήλ” και πότε “Πάτερ”. Εκτιμούσε την σοφία και τις γνώσεις του. 
 

«Αν εσείς νιώθετε έρωτα για την Αθήνα, Πάτερ, αυτό που νιώθω για την Αγνή τι είναι;» ρώτησε ο Νικηφόρος.


«Έρωτας λέγεται κι αυτό, αλλά –κατά Πλάτωνα- είναι μιας χαμηλότερης βαθμίδας.»


«Κι όταν είστε ερωτευμένος και βρίσκεστε εδώ πάνω;»


«Α, είναι ο ορισμός της ευτυχίας, αγαπητέ Νικηφόρε. Όσα μου λες για την Αγνή δεν θα με κάνουν να ζηλέψω. Πέρασε η ηλικία που θα με ξεσήκωναν τέτοια πάθη.»


«Μα δεν τα λέω για να σας ξεσηκώσω, Πάτερ. Εξάλλου εξομολόγηση κάνω. Εσείς είστε ο πνευματικός μου, οφείλετε να με καθοδηγείτε(2).»


Γέλασαν και οι δυο και τσούγκρισαν τα κύπελλά τους με το γλυκόπιοτο, αρωματικό κι ελαφρύ κρασί του Κιθαιρώνα.


«Μου έχετε πει ένα σωρό αρχαίους μύθους Ελλήνων που έζησαν εδώ» είπε σε μια στιγμή ο Νικηφόρος. «Πείτε μου, όμως, κάτι και για τον σύγχρονο μύθο του Ιερέα Ιωάννη.»


«Που άκουσες γι αυτό;» έκανε απορημένος ο Μιχαήλ.


«Εσείς το αναφέρατε. Μιλούσαμε για την σταυροφορία που ετοιμάζει ο Πάπας.»


«Χμμ» έκανε ο Ακομινάτος. «Δεν έπρεπε να το αναφέρω καθόλου, αλλά, φαίνεται πως το κρασί πολύ ήταν καλό κι εγώ υπερβολικά ομιλητικός, ε;»


«Ακριβώς!» συμφώνησε ο Νικηφόρος. «Και κάπως έτσι μου ανάψατε την περιέργεια.»


«Θα σου πω. Όμως, ό,τι ακούσεις θα το κρατήσεις για τον εαυτό σου. Είναι επικίνδυνη γνώση, μπορεί να σε μπλέξει. Μου το υπόσχεσαι;»


Ο Νικηφόρος έγνεψε καταφατικά. Ο Ακομινάτος, αφού ρούφηξε μια τελευταία γουλιά κρασί ξαναγέμισε το κύπελλό του. Ύστερα του είπε με ευχαρίστηση την ιστορία.


«Μεταξύ των δυνατών αυτού του κόσμου, κοσμικών και θρησκευτικών ηγετών, κυκλοφορεί μια εικασία. Ίσως είναι μια εικασία, μια προφητεία, θα την έλεγα καλύτερα φαντασίωση! Σύμφωνα με αυτήν ο Θεός, ως υπέρτατο ον, δεν θα αφήνει για πάντα τον κόσμο να σφάζεται. Δεν θα τον αφήσει να βυθίζεται σε κάθε είδους δυστυχία και σε πολέμους.»


«Θεός είναι, αν θέλει τα σταματάει όλα αυτά» είπε ο Νικηφόρος. «Πού είναι η προφητεία;»


«Λένε, λοιπόν, ότι παράλληλα με τις σημερινές ηγεσίες, ο Θεός έχει ευλογήσει κάποια πεφωτισμένα άτομα. Θα ηγηθούν σε ολόκληρο τον κόσμο και θα επιβάλουν οικουμενική ειρήνη. Εκείνος που θα το πετύχει αυτό θα είναι ο διάδοχος του Ιερέα Ιωάννη. Θα είναι ο Βασιλιάς που θα επιλέξει ο ίδιος ο Θεός για το Θεϊκό του Βασίλειο.»


«Και που βρίσκεται αυτός ο Ιερέας;»


«Εδώ αρχίζει το μυστήριο. Ο Ιερέας Ιωάννης βρίσκεται σε μια χώρα άγνωστη σε όλους. Προφανώς όμως στην ανατολή, κάπου κοντά στον Παράδεισο! Μια συνωμοτική οργάνωση, η Ερμητική Ιεραρχία, τον αναζητά για να του στείλει τον διάδοχο που θα λυτρώσει τον κόσμο από πολέμους και συμφορές.»


«Απ’ όσο ξέρω μόνο οι Εβραίοι περιμένουν ένα Μεσσία που θα τους σώσει.»


«Δεν έχουν μόνον οι Εβραίοι Μεσσία, Νικηφόρε. Είναι κι οι Μουσουλμάνοι που περιμένουν τον Μαχντί. Οι Χριστιανοί περιμένουμε τον ίδιο τον Χριστό που θα ξαναγυρίσει την ημέρα της Κρίσεως! Δεν είναι παράξενο που μια κρυφή συνωμοτική οργάνωση των δυνατών του κόσμου περιμένει τον δικό της σωτήρα! Όλοι το ίδιο ζητούν και όλοι την ίδια αμαρτία κάνουν, την ίδια ύβρη. Στην ίδια βλασφημία οδηγούνται!»


«Βλασφημία;» απόρησε ο Νικηφόρος. «Αμαρτία;»


«Μα είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι μπορούν να ξέρουν και να κατανοούν τι ακριβώς θέλει να κάνει ο Θεός; Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να πιστεύουν ότι μπορούν να τον βοηθήσουν κιόλας; Πώς μπορεί να είναι παντοδύναμος κι άπειρος ο Θεός αν αυτοί τον ερμηνεύουν και μπορούν να τον βοηθούν; Αν δεν είναι αυτό βλασφημία τότε τι είναι;»


Ο Μιχαήλ Ακομινάτος ήταν μητροπολίτης Αθηνών, αξιωματούχος της Ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας. Όφειλε να υπακούει στα διδάγματα και στα δόγματα που είχαν ορίσει οι οικουμενικές σύνοδοι. Δεν ήταν αντίθετος, είχε, όμως, κι ένα ανεξάρτητο πνεύμα και δική του γνώμη για όλα τα πνευματικά ζητήματα. Ερευνούσε τα πάντα.


Θαύμαζε τους αρχαίους Έλληνες. Λυπόταν που όλος ο κόσμος είχε βυθιστεί στο σκοτάδι καταδικάζοντας κάθε τι το ελληνικό σαν ειδωλολατρικό. Είχε αρνηθεί τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης κι είχε διαλέξει να έρθει στην ταπεινή Αθήνα. Το έκανε από ένα καθαρό κι άδολο θαυμασμό προς το αρχαίο πνεύμα. Δεν ήταν περίεργο λοιπόν που έβλεπε με κριτικό μάτι όλες αυτές τις δοξασίες.


«Εσείς, Μιχαήλ, πώς τον βλέπετε τον Θεό;» τον ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο Νικηφόρος.


«Φίλε μου, δες γύρω σου τα πλάσματα της φύσης. Δες τα θεόρατα βουνά, τα δέντρα, τα ζώα, δες το χορτάρι. Ζει και μεγαλώνει δίχως να ξέρει ούτε ποιος το έσπειρε ούτε γιατί το έκανε και πώς. Δεν σκέφτεται το χορτάρι αν θα πατηθεί από ένα στρατιώτη ή αν θα προλάβει να μεγαλώσει υπό το φως του ήλιου. Στέκεται στη θέση του και ζει χωρίς να θέτει ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν.»


«Μα, ο άνθρωπος έχει σκέψη, έχει περιέργεια. Κακό είναι αυτό;» είπε ο Νικηφόρος.


«Και το χορτάρι ψάχνει για νερό, για ήλιο και αέρα. Κάνει αυτά που του επιβάλει η φύση του. Δεν έχει όμως καμιά τρελή φιλοδοξία να βοηθήσει τον δημιουργό του.»


«Μα ο Θεός μάς αποκάλυψε τη βούλησή του μέσα από τις Γραφές» είπε ο Νικηφόρος. «Αυτό λέει κι η εκκλησία.»


«Ξανασκέψου το χορτάρι Νικηφόρε. Δεν ξέρει τι ήθελε ο άνθρωπος που το έσπειρε. Δεν υπάρχει γλώσσα συνεννόησης μαζί του. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί το έκανε. Είναι μάταιο και πέρα από την φύση να βλέπει την θέληση του δημιουργού του. Θα το θερίσει ή θα το κρατήσει ως τον χειμώνα που θα μαραθεί απ’ τον χιονιά; Έτσι κι εμείς δεν ξέρουμε ποιος είναι ο Θεός, γιατί ζούμε κι αν θα χαθούμε. Δεν ξέρουμε τη βούληση του άπειρου Θεού. Είναι ύβρις να λέμε πως τον βοηθάμε. Ό,τι μας επέτρεψε να ξέρουμε ο Θεός, είναι τα διδάγματα των γραφών Του. Η πιο μεγάλη γραφή Του είναι η φύση γύρω μας! Πρέπει λοιπόν να κάνουμε αυτό που λέει η φύση μας. Δοξάζω τον Δημιουργό που υπάρχω και ζω. Τα άλλα είναι αμαρτήματα ενός εγωιστικού νου.»


«Αν είναι τόσο μακρινό το θείο μπορεί και να πάψει να απασχολεί τους ανθρώπους» είπε ο Νικηφόρος. «Αυτό καμιά θρησκεία δεν το θέλει. Πώς πρέπει, λοιπόν, να αντιμετωπίζεται το θείο, κατά τη γνώμη σας, Μιχαήλ; Πώς πρέπει να στέκεται ο άνθρωπος απέναντι στον Δημιουργό του;»


«Με σεβασμό και κατάνυξη! Θαυμάζουμε που έχουμε μάτια και βλέπουμε το κάλλος γύρω μας. Δοξάζουμε τον θεό που μπορούμε να ακούμε τη μουσική της φύσης που είναι ο λόγος Του. Δεν εξηγούμε τον Θεό γιατί δεν είναι δυνατόν να τον κατανοήσουμε. Δεν επαιρόμαστε εμείς, ατελείς κι αδύνατοι με τόσο περιορισμένη γνώση του σύμπαντος, ότι βοηθάμε τον Παντοδύναμο! Τους ανθρώπους μόνο μπορούμε να βοηθάμε. Τον κόσμο γύρω μας που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας προσπαθούμε να εξηγήσουμε. Ασχολιόμαστε με αυτά για τα οποία είμαστε ικανοί. Τα υπόλοιπα τα κοιτάμε με κατάπληξη και ταπεινοφροσύνη κι ευλογούμε τον Κύριο που μας επέτρεψε να τα ζήσουμε.»


Ο Νικηφόρος πάντοτε θαύμαζε τον Ακομινάτο για την σοφία των λόγων και την καθαρότητα της σκέψης του. Τώρα, με το λογύδριό του, τον επιβεβαίωνε. Συνέχιζε τον διάλογο που του φαινόταν όχι μόνο διδακτικός αλλά και απολαυστικός. Ο Ακομινάτος μιλούσε σαν ένας άλλος Πλάτων.


«Κάτι μέσα σε όλα αυτά που μου λέτε μου φαίνεται σαν μοιρολατρία, Πάτερ.»


«Μπορείς να το πεις και ήρεμη, ή και θαρραλέα ακόμα, αποδοχή της αδυναμίας μας.»


«Και η εκκλησία;» επέμενε ο Νικηφόρος.


«Η εκκλησία δοξάζει τον δημιουργό και βοηθάει τον άνθρωπο. Εκκλησία είναι οι πιστοί Νικηφόρε. Είναι η εκκλησία του Δήμου που ο Χριστός την είπε εκκλησία του Θεού.»


«Ας ξαναέρθουμε στο θέμα του Ιερέα Ιωάννη. Πάτερ, πείτε μου σας παρακαλώ το εξής. Αντιλαμβάνομαι πως είναι ύβρις να λες πως θα βοηθήσεις τον Θεό, όμως κάτι πρέπει να κάνουν κι οι άνθρωποι. Πρέπει να βελτιώσουν τη ζωή τους. Η αναζήτηση παγκόσμιας ειρήνης δεν είναι αμαρτωλή επιθυμία. Έτσι δεν είναι;»


«Μέσα απ’ τα έργα των ανθρώπων ομορφαίνει ή γίνεται ανυπόφορη η κοινωνία μας. Οι άνθρωποι κάνουν πολέμους και προκαλούν δυστυχία. Η επίκληση του Θεού για τις δικές μας υποθέσεις είναι λάθος. Είναι ένας τρόπος για να κλείνουμε τα μάτια και τα στόματα μας! Αντί να απευθυνθούμε στην λογική, εκτρέφουμε τον φόβο που κρύβουμε μέσα μας.»


«Μα η εκκλησία, Πάτερ, πρώτη από όλους εκείνη όλο τον Θεό επικαλείται!»


«Υπάρχει η εκκλησία των φτωχών και καταπιεσμένων. Των ανθρώπων, που ψάχνουν μέσα σε αυτήν να βρουν ελπίδα και κουράγιο για να τα καταφέρουν. Υπάρχει κι η εκκλησία των δυνατών, που υποκριτικά απευθύνονται στον Θεό. Θέλουν, απλά, να επιβάλουν πιο εύκολα το δικό τους δίκιο και βρίσκουν δικαιολογία την θρησκεία.»


«Κι ο Ιερέας Ιωάννης σε ποια από τις δυο εκκλησίες ανήκει;»


«Μα, φυσικά, αγαπητέ μου, είναι ένα δημιούργημα των δυνατών και δικό τους παιχνίδι.»


«Δεν θα μπορούσε να εμπνεύσει απλούς ανθρώπους σε κάτι πιο ευγενικό;»


«Μόνο στα χέρια ενός σοφού που θα ήταν και βασιλιάς ταυτόχρονα Όμως αυτοί οι φιλόσοφοι κυβερνήτες έχουν πάψει να υπάρχουν απ’ τον καιρό του Πλάτωνα. Δεν υπάρχουν τέτοιοι στα χρόνια μας.»


«Οι σκέψεις αυτές, Πάτερ, σε πολλούς θα φαίνονταν σαν αιρετικές.»


Ο Ακομινάτος τον άκουσε αλλά δεν είπε τίποτε, απλά τον κοιτούσε.


«Θα τις ονόμαζαν ακόμα και άπιστες» συνέχισε να λέει ο Νικηφόρος. «Θα έλεγαν ακόμη πως είναι και διαλυτικές για την Εκκλησία.»


«Ίσως και να έχουν δίκιο, Νικηφόρε. Εγώ όμως δεν θα αλλάξω γνώμη.»


«Έστω» έκανε αμήχανα ο Νικηφόρος. «Πάντως αυτοί που ψάχνουν για τον Μεσσία λένε πως θέλουν οικουμενική ειρήνη. Φαίνεται να έχουν καλές προθέσεις.»


«Ο δρόμος για την κόλαση είναι παντού στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις, φίλε μου» είπε ο Ακομινάτος. «Η αναζήτηση του Μεσσία είναι αγώνας για παγκόσμια κυριαρχία. Αν δεν ήταν έτσι, οι δυνατοί θα αδιαφορούσαν!»


«Βασιλιάδες και τόποι κοντά στον παράδεισο, δεν είναι άσχημος!» είπε ο Νικηφόρος.


«Ποιος δεν είναι άσχημος; Ο Ιωάννης;»


«Όχι βέβαια» έκανε χαμογελώντας ο Νικηφόρος. «Για τον μύθο μιλάω. Είναι καλός, έχει ενδιαφέρον και πλοκή, έχει μεσσίες και βασιλιάδες. Έχει έναν παράξενο ιερέα στην άκρη του κόσμου! Δεν είναι και λίγα όλα αυτά!»


Σήκωσε την κούπα του κι ήπιε λίγο ακόμα μυρωδάτο κρασί. Τον συνόδευσε κι ο Μιχαήλ. Του άρεσε του Ακομινάτου εδώ πάνω στον Ιερό Βράχο. Κι όπως η παρέα ήταν καλή, του άρεσε ακόμα περισσότερο. Δόξασε κι ευχαρίστησε για μιαν ακόμη φορά τον Θεό που του χάρισε αυτή την ευτυχία.

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

02 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ και Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" επεισόδιο Νο 2

Συνεχίζω με την 2η συνέχεια του βιβλίου "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ και Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ". Είδαμε τι γινόταν εκείνη την ημέρα του 1201 μΧ στην Πόλη. 
Τώρα είμαστε στη Βενετία, πάντα στο 1201 μΧ. Ο Δόγης Ερρίκος Δάνδολος μιλά με τους κατασκόπους του και καταστρώνει τα σχέδιά του.





[ (*) Εξπλοράτορες = εξερευνητές που πρακτικά σημαίνει κατάσκοποι]


Β’ ΒΕΝΕΤΙΑ




    Το παλάτι του Μεγάλου Δόγη της Ενετικής Γαληνοτάτης δημοκρατίας δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Πίνακες στους τοίχους και κάποια αγάλματα σε υποστυλώματα διακοσμούσαν την αίθουσα συνεδριάσεων. Μέσα στην αίθουσα βρισκόταν ο θρόνος του Μεγάλου Δόγη, Ερρίκου Δάνδολου. Εκείνος καθόταν στην κεφαλή ενός τραπεζιού κι απέναντί του είχε δύο καλούς έμπιστους εξπλοράτορες(*). Τους είχε στείλει στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη για να μάθουν αυτά που τον ενδιέφεραν. Οι απεσταλμένοι του είχαν μόλις επιστρέψει και του είχαν πει όσα ήθελε να μάθει. Στην Κωνσταντινούπολη ο Αλέξιος Γ’ κατείχε τον θρόνο τα τελευταία έξι χρόνια. Στηριζόταν στο έντονο αντιλατινικό αίσθημα του λαού το οποίο ήξερε να κολακεύει. Ο Δάνδολος ενδιαφερόταν να μάθει πόσο σταθερή ήταν, αληθινά, η φαινομενική κυριαρχία του. Από την Ρώμη έμαθε πως τα νέα απ’ την Καμπανία για την υγεία του αρχηγού της σταυροφορίας δεν ήταν καλά. Ο απεσταλμένος του στην Ρώμη είχε στείλει μια ενδιαφέρουσα αναφορά. Σ’ αυτήν περιέχονταν οι σκέψεις του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’.



    Ο Δάνδολος ήταν τυφλός, όχι εκ γενετής. Είχε τυφλωθεί εξ αιτίας της βαρβαρότητας των σχισματικών και φανατικών ανθενωτικών Γραικών. Ήταν το 1182, πριν δεκαεννέα χρόνια, όταν ο όχλος της Βασιλεύουσας είχε επιτεθεί στους Λατίνους της Πόλης. Είχε υπακούσει στις παραινέσεις του λαοπλάνου βασιλιά Ανδρόνικου. Κυνήγησαν, τραυμάτισαν και σκότωσαν πολλούς, καταστρέφοντας περιουσίες. Μεταξύ όλων των άλλων κακών που έκαναν, προκάλεσαν και την απώλεια της όρασής του. Ο Δάνδολος γλίτωσε, ευτυχώς, τη ζωή του. Ήταν, μάλιστα, αρκετά ψύχραιμος ώστε να μην ζητήσει άμεση εκδίκηση, όμως, ποτέ του δεν θα ξεχνούσε.


    Πώς να ξεχάσει εξάλλου ότι στερήθηκε τις χαρές της ζωής εξ αιτίας τους. Τώρα που οργάνωνε την Δ΄ σταυροφορία για τους Αγίους Τόπους δεν έβγαινε από το μυαλό του η σκέψη της εκδίκησης. Η σταυροφορία θα μπορούσε να λοξοδρομήσει και να κάνει μια επίσκεψη στην πρωτεύουσα των ανατολικών Ρωμαίων. Δεν θα πρότασσε ποτέ την προσωπική του δικαίωση μπροστά από το συμφέρον της χώρας του. Οι Ρωμαίοι, όμως, είχαν αρνηθεί να πληρώσουν τις αποζημιώσεις που χρωστούσαν στους Βενετούς. Για τον Δάνδολο μια καλή προσωπική του εκδίκηση θα ήταν να τους αναγκάσει, να πληρώσουν τα χρέη τους. Εκμεταλλευόμενος τη Δ’ Σταυροφορία θα μπορούσε να το επιτύχει. Θα αποσπούσε έτσι κι ένα μέρος από τα αμύθητα πλούτη των Ρωμαίων. Για εννιακόσια χρόνια συγκέντρωναν θησαυρούς, κάνοντας την Βασιλεύουσα την πιο πλούσια πόλη του κόσμου.


    Οι κατάσκοποι τού είχαν δώσει, ήδη, τις πληροφορίες τους γραπτά, αλλά, ήθελε να κάνει τον τελευταίο έλεγχο. Ήθελε να τους ακούσει προσωπικά. Ακούγοντας τη φωνή τους έπιανε την αλήθεια με τις ευαίσθητες κεραίες του. Θα καταλάβαινε αν έλεγαν μισές αλήθειες ή ψέμματα. Θα έκρινε ποιες πληροφορίες ήταν πράγματι αξιόπιστες και ποιες για πέταμα.


    «Διάβασα την αναφορά σου» είπε στον απεσταλμένο του στη Ρώμη. «Λες ότι ο Τιμπώ θα ηγηθεί της σταυροφορίας και σκέφτεται να ζητήσει τη βοήθειά μας. Αναφέρεις και πόσα θα ήταν διατεθειμένοι να προσφέρουν για να τους μεταφέρουμε στην Αίγυπτο και τη Συρία. Από που τα ξέρεις όλα αυτά;»


    «Απ’ τους καρδινάλιους κι απ’ τον έμπιστο βοηθό του Πάπα. Μιλούν για πενήντα έως εκατό χιλιάδες χρυσά. Φυσικά δεν θα καταβάλει το ποσό ο Πάπας, αλλά οι συμμετέχοντες. Ωστόσο η Αγία Έδρα είναι πρόθυμη να μεσολαβήσει και να επιβάλει στους προσκυνητές την υποχρέωση.»


    «Πώς βλέπουν τους σχισματικούς;»

     
   «Ο Πάπας δεν τους βλέπει τόσο αρνητικά όσο έκαναν οι προκάτοχοί του. Θα ήθελε να βρει ένα τρόπο να ενώσει τις δυο εκκλησίες. Με τον σημερινό αυτοκράτορα της Ρωμανίας αυτό είναι απίθανο.»


    «Πώς τον βλέπουν τον Τιμπώ στη Ρώμη; Πιστεύουν ότι θα τα καταφέρει;»

   «Ξέρουν πως είναι άρρωστος. Κάποιες φήμες λένε ότι έχει ήδη πεθάνει. Άλλοι λένε ότι δεν θα προλάβει να δει ούτε το παιδί του να γεννιέται. Ψάχνουν άλλες λύσεις. Ο Βονιφάτιος του Μομφερά προηγείται έναντι όλων των άλλων.»

    «Αυτός είναι καλός, αλλά, ανεξέλεγκτος!»

    Μόλις το είπε κιόλας ο Δάνδολος, δαγκώθηκε. Ήταν λάθος να του ξεφύγει ένα σχόλιο, έστω και θετικό, μπροστά σε υφισταμένους του. Πάντως, εκτιμούσε τον Βονιφάτιο κι αυτή η εξέλιξη θα ήταν ευτυχής για τη σταυροφορία.

 
   «Τι βλέπει η Ρώμη; Πότε θα αποκτήσουμε επιτέλους αυτοκράτορα στον θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας;» ρώτησε ο Δάνδολος

 
   «Η μάχη του Φιλίππου των Σουηβών με τον Φρειδερίκο των Χοενστάουφεν θα είναι μακριά» είπε ο απεσταλμένος. «Ο Πάπας είναι σαφώς με τον Φίλιππο.»

    Επομένως βασιλιάς της Ρώμης στη δύση θα αργήσει να βρεθεί. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας με τους βρομερούς Γραικούς, σκέφτηκε ο Δάνδολος με αποστροφή.

 
   «Τι τρέχει στην Κωνσταντινούπολη;» ρώτησε τον άλλον.

 
   «Ο Αλέξιος Γ’ φαίνεται να ελέγχει την κατάσταση στην Πόλη» είπε εκείνος. «Η κατάσταση, όμως, στις επαρχίες της αυτοκρατορίας είναι διαφορετική. Τα νέα που έρχονται από πλοία δικά μας ή γενοβέζικα λένε πως η Ρωμανία διαλύεται. Επαρχίες επαναστατούν, τοπικοί ηγεμόνες αυτοονομάζονται βασιλιάδες. Δεν υπακούν σε καμιά αρχή και κόβουν δικά τους νομίσματα. Δεν έχουν στρατό για να τα ελέγξουν.»

   «Ο φυλακισμένος;»

   «Ο Ισαάκιος είναι ζωντανός. Αν και τυφλός, παραμένει ακόμη στη φυλακή. Ο αδελφός του δεν πρόκειται να τον αφήσει ελεύθερο. Άκουσα ότι ο Ισαάκιος ψιθυρίζει διάφορα σε δικούς του ανθρώπους. Λέει ότι θα ξαναπάρει τον θρόνο του με τη βοήθεια του Πάπα. Προς το παρόν αυτό φαίνεται ανέφικτο, ωστόσο, βγήκε, από τη φυλακή ο γιος του Αλέξιος. Κυκλοφορεί τώρα ελεύθερος στην Πόλη.»

 
   «Δεν ενδιαφέρεται για τον θρόνο και τον πατέρα του;»

   «Από ένα γνωστό μου άκουσα ότι μπορεί να ζητήσει την δική μας βοήθεια. Δεν ξέρω αν είναι αξιόπιστη η πληροφορία.»

 
   «Είναι αξιόπιστη. Ο νεαρός δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Αλλιώς θα πεθάνουν στη φυλακή κι αυτός κι ο πατέρας του» είπε ο μέγας Δόγης.

 
   «Η αδελφή του, η Ειρήνη, είναι σύζυγος του Φιλίππου της Σουηβίας» είπε ο απεσταλμένος. «Ίσως να απευθυνθεί σε εκείνον για βοήθεια.»

 
   «Θα το κάνει, αλλά, αν θέλει βοήθεια κι όχι ευχολόγια θα περάσει από τούτον ‘δώ τον πάγκο!» έκανε ο Δάνδολος.

    Χαμογέλασε και κτύπησε το γραφείο του με την παλάμη του. Έκανε να σηκωθεί. Οι δυο απεσταλμένοι κατάλαβαν ότι η ακρόαση είχε τελειώσει και χαιρέτησαν με σεβασμό. Ο μέγας Δόγης είχε πάρει τον τίτλο του μόλις στα ογδόντα του χρόνια παρά την τύφλωσή του. Ήθελε να κάνει κάτι μεγάλο για τη Βενετία πριν πεθάνει κι ένιωθε πως αυτή η στιγμή πλησίαζε. Ο Πάπας είχε τα σχέδιά του. Ήθελε την υποταγή της ανατολικής εκκλησίας κι απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Οι Φράγκοι άρχοντες, ο βασικός κορμός της σταυροφορίας, είχαν τα σχέδια τους. Ήθελαν τίτλους τιμής, πλούτη, κατακτήσεις, περιπέτειες. Οι Γραικοί επίδοξοι αυτοκράτορες της Πόλης που ήταν και η Βασιλεύουσα του κόσμου, είχαν κι αυτοί σχέδια. Ήθελαν την εξουσία. Για εκείνον όμως όλα αυτά ήταν δευτερεύοντα. Εκείνος είχε το δικό του σχέδιο που θα το έθετε στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης δημοκρατίας της Βενετίας. Ήταν απλό. Θα μεταχειριζόταν τα σχέδια των άλλων ώστε να δουλέψουν όλα για την χώρα του και για την δική του υστεροφημία.

 
   «Ο αδελφός του σουλτάνου του Ικονίου είναι ακόμα στην Πόλη;» ρώτησε τον απεσταλμένο της ανατολής πριν φύγει.

 
   «Ναι … εκεί βρίσκεται ακόμα» απάντησε αυτός. «Τον προστατεύει ο αυτοκράτορας.»

   «Μήπως παρατήρησες αν τον έχει πλευρίσει καθόλου ο Πατριάρχης, ο Καματηρός;»

   Ο απεσταλμένος αιφνιδιάστηκε. Πώς να το φανταζόταν ότι μια τέτοια πληροφορία θα ενδιέφερε τον μεγάλο Δόγη;

 
   «Από τότε που ο Αλέξιος, ο γιος του Ισαάκιου, βγήκε από την φυλακή, μιλά με τον Πατριάρχη τους.»

   «Για πες μου ό,τι άλλο ξέρεις.»

   «Ο Καματηρός με τον Καϊχοσρόη και τον Αλέξιο έχουν εμφανιστεί αρκετές φορές να συζητούν και οι τρεις μαζί. Πάνε στους κήπους της Αγιασοφιάς. Συγνώμη, εξοχότατε, δεν ήξερα ότι θα σας ενδιέφερε το θέμα και δεν το σημείωσα στην γραπτή μου αναφορά.»

 
   «Και ποιος είπε ότι με ενδιαφέρει; Από απλή περιέργεια ρώτησα. Καλά έκανες και δεν ανέφερες μια τέτοια ασήμαντη λεπτομέρεια σε ένα επίσημο έγγραφο» είπε ο Δόγης.