Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

54 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 54η

Τέλος σήμερα για το βιβλίο.
Χτες, στο προτελευταίο μέρος είδαμε πώς σώθηκε η αυτοκρατορία της Νίκαιας. Με θεϊκή ή φράγκικη βοήθεια, πάντως, ο Θεόδωρος Λάσκαρης κράτησε όρθιο το νέο κράτος. Συντηρήθηκαν, έτσι, οι ελπίδες για την αναγέννηση του νέου ελληνισμού και την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης.
Στο σημερινό τελευταίο μέρος βλέπουμε την Κωνσταντίνο και την Ζωή στην Τραπεζούντα. Έχουν ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι για τον Ιερέα Ιωάννη και την αναγέννηση του ελληνισμού στην πιο καθαρή του μορφή.
Ο σύντομος επίλογος μας πληροφορεί για την κατάληξη των σχεδίων.
****************************************


Δ’   ΤΡΑΠΕΖΟΥΣ

Ο Κωνσταντίνος ένιωθε ευτυχισμένος κάθε πρωί που ξυπνούσε στην αγκαλιά της Ζωής. Το σώμα της τον ζέσταινε, τον φλόγιζε, τον έκανε να νιώθει λίγο παιδί και λίγο ημίθεος. Δεν ήξερε ποιο ακριβώς ήταν εκείνο που τον έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Ήταν που είχε μπει στην τελική του πορεία προς τον Ιερέα Ιωάννη ή ήταν που αυτή την πορεία την έκανε μαζί της;
Χωρίς τον σκοπό του θα ένιωθε μισός. Τα πορφυρά σανδάλια κι οι χρυσοποίκιλτοι χιτώνες ή τα σκήπτρα δεν είχαν να του δώσουν τίποτε. Η αναζήτηση ενός οράματος τον γέμιζε σαν άνθρωπο κι έδινε νόημα στη ζωή του. Ο σκοπός του ήταν ο μισός εαυτός του. Χωρίς εκείνην, όμως, θα έλειπε το άλλο του μισό. Γιατί με εκείνην στο πλευρό του -ή έστω και μόνο μέσα στο μυαλό του- ένιωθε να ολοκληρώνεται. Χωρίς αυτά τα δυο θα απέμενε μόνο μια απουσία, ένα μηδέν, αυτό που πίστευαν όλοι πως ήταν, χώμα και στάχτη. Η αλήθεια, όμως, ήταν άλλη και την ένιωθε κάθε πρωινό και κάθε στιγμή της μέρας. Ποτέ του δεν ήταν πιο ζωντανός, ποτέ του πιο ευτυχισμένος.
Είχε να την δει έξι χρόνια κι όμως ήταν σαν να μην είχε λείψει ποτέ από δίπλα του. Σε όλες τις περιπλανήσεις του την είχε κοντά του. Όπου κι αν ήταν κι όποτε ήθελε, την έφερνε στο μυαλό του και μιλούσε μαζί της. Πότε αντιμετώπιζε την ειρωνεία της και πότε κολακευόταν από τον θαυμασμό της. Φανταζόταν ότι αυτή η κατάσταση ήταν περίπου αιώνια. Θα την είχε πάντα -κατά παραγγελία- στο μυαλό του. Ποτέ δεν θα χρειαζόταν να κάνει οτιδήποτε άλλο μαζί της εκτός από το να της μιλά και να της χαμογελά. Και τόσο μόνο, τού ήταν αρκετή όσο τού ήταν κι απαραίτητη. Όταν όμως την συνάντησε, για να της προτείνει να γίνει η βοηθός του, τότε είδε την αλήθεια. Κατάλαβε ότι η Ζωή ήταν κάτι παραπάνω από μια εικόνα άυλη, από οπτασία του νου. Χωρίς αυτήν, ακόμα κι εκείνα που είχαν νόημα, δεν ήταν όμορφα. Και χωρίς ομορφιά, έχαναν το νόημά τους.
«Ξύπνησες, λοιπόν, γλυκό μου αγόρι;» του ψιθύρισε με την απαλή της φωνή στ’ αυτί.
«Μ’ αρέσει πολύ να ξυπνάω μαζί σου. Το νιώθω σαν το πιο όμορφο πράγμα στη ζωή μου» της είπε αυθόρμητα. Ξαφνικά, σαν να συνειδητοποίησε κάτι κακό, συνέχισε. «Όμως, να ξέρεις, αν ήταν να χάσω αυτή την ομορφιά για να βρω τον Ιερέα Ιωάννη, θα το έκανα!»
«Αυτό είναι μια άσκηση του νου για να δεις αν έχεις ακόμα σωστά αντανακλαστικά; Φοβάσαι, λοιπόν, καλέ μου τόσο πολύ πως θα καταντήσεις ένας απλός ερωτευμένος;»
«Δεν φοβάμαι το “ερωτευμένος”, Ζωίτσα. Φοβάμαι το “αδύναμος” που το συνοδεύει.»
Ήταν χαράματα ακόμα. Ο ήλιος κατάφερνε να τρυπώνει στο δωμάτιο απ’ τις χαραμάδες του παράθυρου. Όπως έπεφτε πάνω τους χρωμάτιζε τα σώματά τους. Καθώς τα φώτιζε τα έκανε να δείχνουν πιο καυτά.
«Πότε θα ξεκινήσουμε;» τον ρώτησε.
«Σε λίγο! Το κανόνισα χτες με κάποιους ντόπιους. Μου είπαν ότι ο δρόμος για την Παναγία Σουμελά έχει δύσκολα περάσματα μέσα στα βουνά. Κανόνισα να έχουμε μαζί μας δυο οπλισμένους φρουρούς κι ένα οδηγό. Θα είναι επικίνδυνο να πάμε μόνοι μας.»
«Φοβάμαι πως δεν θα βρούμε τίποτε εκεί πάνω. Αυτή η εικόνα της Παναγίας της Αθηναίας έφτασε πριν οχτακόσια χρόνια. Τι σημάδι ελπίζεις να βρεις σήμερα;»
«Θα πρέπει να είναι κάτι που αντέχει στον χρόνο. Κάτι που λέγεται και μεταφέρεται με τη μνήμη. Κάτι γραμμένο σε πέτρα, ένα επίγραμμα, κάτι τέτοιο. Θέλω να μάθω τι είχαν στο νου τους οι Αθηναίοι όταν έστειλαν εδώ την εικόνα. Κάπου θα το έχουν γράψει.»
«Θα προχωρούμε συνέχεια έτσι, στο σκοτάδι;»
«Εγώ το λέω φως αυτό που ζούμε, εσύ γιατί το βλέπεις σαν σκοτάδι;» τη ρώτησε.
«Όχι αγάπη μου, έχεις δίκιο, φως είναι κι όχι σκοτάδι» του είπε. Του έδειξε τις ακτίνες του ήλιου που έπεφταν στο στήθος του και λίγο στα μαλλιά του. «Κοίτα το φως! Πέφτει πάνω σου και αντανακλά τον ήλιο! Τρυπά το σκοτάδι και το κάνει φως. Αυτό θα κάνουμε κι εμείς.»
«Λέω να πάμε μια βόλτα με τα πόδια ως το κέντρο της πόλης» της είπε. «Έχουμε ακόμη τρεις ώρες μπροστά μας μέχρι να ξεκινήσουμε.»
Ντύθηκαν καλά και βγήκαν έξω. Προχώρησαν προς το παζάρι που μόλις ξεκινούσε.
«Λέω να πάρουμε ένα ρόφημα και να κάτσουμε να βλέπουμε τα βουνά» της είπε.
Η Τραπεζούντα ήταν πόλη εμπορική κι αυτοκρατορική που οι Μεγάλοι Κομνηνοί την είχαν κάνει πρωτεύουσά τους. Η προσπάθειά τους ήταν να της προσδώσουν μεγαλοπρέπεια αντίστοιχη με εκείνη της Βασιλεύουσας. Βρισκόταν στον δρόμο του μεταξιού που συνέδεε την Αρμενία, την Περσία και τον Καύκασο με την Κωνσταντινούπολη. Είχε ρωμαϊκό πληθυσμό στην συντριπτική της πλειοψηφία και μόνο μια μικρή λατινική συνοικία. Έμεναν Γενουάτες και Βενετοί που έκαναν εμπόριο. Κυριότερη σύμμαχος της Τραπεζούντας ήταν η Γεωργία. Είχε βασίλισσα την Θαμάρ που ήταν θεία των Κομνηνών, του Δαβίδ και του Αλέξιου. Είχε τους ανιψιούς της υπό την προστασία, αλλά, και τον έλεγχό της. Ο Δαβίδ κι ο Αλέξιος είχαν ιδρύσει την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας πριν ακόμη πέσει η Πόλη στους Λατίνους. Είχαν συνάψει σχέση υποτέλειας και φιλίας με τον Ερρίκο της Κωνσταντινούπολης. Η ανοικοδόμηση είχε κιόλας αρχίσει. Κι έτσι όπως ήταν, όμως, η Τραπεζούντα ήταν μια πολύ όμορφη πόλη.
Ο Κωνσταντίνος ήθελε να αποφύγει κάθε συγχρωτισμό με τις αρχές και ιδιαίτερα με τους Κομνηνούς. Οι δυο ηγεμόνες βρίσκονταν σε συνεχή αντιπαλότητα με τη Νίκαια και τον αδελφό του. Ήταν εύκολο να περνάει απαρατήρητος σαν ένας έμπορος από τη δύση που έψαχνε ευκαιρίες πλουτισμού στην ανατολή. Περπάτησαν με την Ζωή κατά μήκος του κεντρικού δρόμου που ήταν πλατύς και λιθόστρωτος για τις άμαξες. Από αυτά που άκουγαν αντιλαμβάνονταν μια συγκρατημένη χαρά και μια κάποια ανησυχία του ντόπιου πληθυσμού. Ρώτησαν κι έμαθαν για τα μαντάτα που έφτασαν με περιστέρι και με ένα πλοίο από την Πόλη. Ο Καϊχοσρόης είχε ηττηθεί -έλεγαν- από τον Λάσκαρη στη μάχη που έδωσαν στην Αντιόχεια. Δεν είχε έρθει ακόμα επίσημος μαντατοφόρος και, μέχρι νά ’ρθει, υπήρχε ανησυχία αλλά κι ελπίδα.
«Λένε, εδώ γύρω, πως σκοτώθηκε ο Καϊχοσρόης κι ότι νίκησε ο Θεόδωρος» της είπε.
«Αν είναι αλήθεια, λυπάμαι για τον Σουλτάνο. Ήταν πολύ καλός μαζί μου» είπε η Ζωή. «Χαίρομαι όμως για τη νίκη του αδελφού σου που θα σταθεροποιήσει την εξουσία του στο έδαφός του.»
«Λυπάμαι κι εγώ για τον Καϊχοσρόη αλλά μου φαίνεται πως πήγε γυρεύοντας. Χαίρομαι για τον αδελφό μου. Πιο πολύ λυπάμαι γιατί ο Ιαθατίνης ήταν ο υποστηρικτής και συνεταίρος μου στην αναζήτησή μας» είπε ο Κωνσταντίνος.
«Ο Θεόδωρος ήταν σαν αδελφός με τον Καϊχοσρόη. Θα λυπήθηκε κι αυτός, είμαι σίγουρη. Ήταν όμως ένας αγώνας ζωής ή θανάτου και για τους δυο. Ο Καϊχοσρόης βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ο Αλέξιος κι οι Βενετοί τον παρέσυραν στα σχέδιά τους. Δεν θα έκανε ποτέ αυτόν τον πόλεμο ο σουλτάνος από μόνος του» είπε η Ζωή.
«Πρέπει, όμως, να σου ομολογήσω ότι αυτή η νίκη με γεμίζει χαρά» συνέχισε ο Κωνσταντίνος. «Η Ρωμανία μετά από αυτό θα κρατηθεί στα πόδια της και κάποια στιγμή θα αναστηθεί. Κάποτε θα πάρουμε πίσω την Κωνσταντινούπολη. Το θέμα, βέβαια, είναι να γυρίσουμε εκεί ως Έλληνες και με υπερηφάνεια για το παρελθόν μας. Όχι να παραμείνουμε και πάλι κρυμμένοι πίσω από την ρωμαϊκή μας ταυτότητα. Και να αφήσουμε επιτέλους στην άκρη τα ανόητα όνειρα παγκόσμιας κυριαρχίας.»
«Μήπως περνάει καθόλου από το μυαλό σου, γλυκέ μου, η σκέψη να γυρίσουμε στη Νίκαια. Τώρα θα σε χρειάζονται κι εκεί» του είπε θέτοντας το ερώτημα.
«Όχι Ζωίτσα, καθόλου! Εγώ έχω το δικό μου πεπρωμένο, που είναι πια και δικό σου! Θα γυρίσουμε μόνο όταν πετύχουμε τον σκοπό μας.»
«Εννοείς όταν θα βρούμε το θεϊκό βασίλειο του Ιερέα Ιωάννη; Όταν βρούμε τον μαγικό τόπο για την επάνοδο του ελληνισμού και της λογικής στην ανθρωπότητα; Μήπως είσαι λίγο αιθεροβάμων αγάπη μου;»
«Κι αν είμαι … τι πειράζει;»
«Ίσως χάσουμε τον κόσμο τον εδώ ψάχνοντας για τον κόσμο τον παραπέρα» του είπε.
«Δεν είναι και τόσο ζηλευτός αυτός ο κόσμος που ζούμε, Ζωίτσα. Είναι γεμάτος ψέματα και μεγαλοστομίες, είναι γεμάτος τυράννους που θεωρούν ότι αντλούν νομιμότητα από τον Θεό. Είναι γεμάτος με δούλους που ευχαριστούν τον Θεό γιατί τους έκανε δούλους και θα βρουν πιο εύκολα τον παράδεισο. Είναι ένας κόσμος που γέμισε αναχωρητές κι επιτρέπει να βασιλεύουν άθλιοι αυτοκράτορες και προδότες άρχοντες. Μια δράκα από αμαθείς και βαρβάρους ξεσκίζει την πιο όμορφη πόλη του κόσμου θεωρώντας την λεία πολέμου.»
Ήταν εξοργισμένος με ό,τι είχε ζήσει η βασιλεύουσα. Οι νέοι στα μοναστήρια κι οι βάρβαροι με το σταυρό στο στήθος. Η Ζωή τον άκουγε αμίλητη.
«Είναι ένας κόσμος από ληστές. Όταν τους ευλογεί ο Πάπας τότε λέγονται ευγενείς κι όταν είναι παράνομοι και πειρατές, τότε τους λένε ήρωες! Είναι ένας κόσμος ψεύτικος κι άδικος που όλα τα αποδίδει στον Θεό, ακόμα και τις πιο φριχτές του πράξεις. Γιατί νοιάζεσαι τόσο πολύ μήπως και τον χάσουμε;»
Δεν είχε τι να του πει, όχι μόνο γιατί διέκρινε την ιερή φλόγα που τον έκαιγε αλλά γιατί τα έβρισκε λογικά και δίκαια. Αυτά που έλεγε χτυπούσαν όχι μόνο στην καρδιά της αλλά και στο κέντρο της λογικής της. Κι όταν τα άκουγε από το στόμα του έπαιρναν ακόμα μια διάσταση συναρπαστική. Γιατί ένιωθε πως έκαιγαν σαν φλόγα μέσα του.
«Δεν με νοιάζει αν όλοι αυτοί οι τόποι που ψάχνουμε υπάρχουν ή όχι» συνέχισε εκείνος. «Δεν θέλω να το εξασφαλίσω πριν αρχίσω να τους ψάχνω! Είτε είναι αληθινοί, οπότε θα τους βρούμε, είτε αποτελούν, απλά, όνειρο κι εφιάλτη, οπότε θα τους ξορκίσουμε! Έτσι κι αλλιώς σε κάτι θα είμαστε χρήσιμοι, Γι αυτό σου λέω, γλυκιά μου, ας μην ψάχνουμε τόσο πολύ την αλήθεια ή το ψέμα.»
«Έτσι, όμως, ρίχνεις πολύ τις απαιτήσεις σου, αγάπη μου» παρατήρησε εκείνη.
«Το κάνω για σένα, γλυκό μου κορίτσι. Έχεις βαλθεί να μου δείξεις πόσο άσκοπο κι ανώφελο είναι το ταξίδι που θέλω να ξεκινήσουμε.»
«Εμένα μου αρέσει το ταξίδι, κι ας ξέρω πως θα είναι δύσκολο» του απάντησε.
«Ε, τότε πάψε να μου γκρινιάζεις.»
«Αν θέλεις να πάψω, θα πρέπει να μου πεις κι άλλες ιστορίες για τα μέρη που θα πάμε. Ξέρεις πόσο μ’ αρέσει να τα ακούω όλα αυτά.»
«Δεν είμαι ο πρώτος που θα ψάξει για τον Σαββατύονα ποταμό. Δεν είμαι ο πρώτος που θα αναζητήσει τις δέκα χαμένες φυλές του Ισραήλ. Δεν ανακάλυψα εγώ το Γκράαλ, το Άγιο Δισκοπότηρο. Το πούλησε στους Ναΐτες Ιππότες ο Γέρος του Βουνού των Ασσασίνων. Το έψαχνε παντού ο Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα και το περιέφερε εδώ κι εκεί ο Μπαουντολίνο! Δεν ενέπνευσα εγώ τον Δαβίδ Αλ Ρόυ, ούτε είναι μια δική μου εφεύρεση ο Ιερέας Ιωάννης! Δεν έγραψα εγώ τα Διονυσιακά ούτε ανακάλυψα εγώ τον Ερμή τον Τρισμέγιστο! Πάνω στα χνάρια του καιρού μας θέλω να περπατήσουμε, Ζωίτσα μου. Απλά, σου ζητάω να μην κάνουμε ό,τι κάνουν και οι άλλοι. Δεν θέλω να περιμένουμε μόνο ένα ταπεινό θάνατο στο τέλος μιας ταπεινής ζωής!»
«Σ’ αγαπάω!» ήταν το μόνο που βρήκε να του πει εκείνη.
«Φαίνεται πως η οσμή του θανάτου λειτουργεί σαν ένα ερωτικό ελιξίριο για σένα» της απάντησε. «Σαν την Κυβέλη ή την Δήμητρα.»
«Νομίζω πως σε ερωτεύτηκα πολύ πριν εσύ ερωτευτείς τον θάνατο!» του είπε.
Προχώρησαν στο παζάρι της πόλης και πήραν κάποια πράγματα χρήσιμα για το ταξίδι τους. Αγόρασαν βότανα για τις πληγές, δέρματα, ροφήματα για το κρύο και για τα δύσκολα απογεύματα στα βουνά. Άκουσαν ξανά το νέο για την νίκη του Θεόδωρου Λάσκαρη επί του Καϊχοσρόη. Ο Λάσκαρης ήταν ομόθρησκος κι ομόφυλος αλλά κι εχθρός της αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών. Οι Τραπεζούντιοι ήταν μουδιασμένοι από την απρόσμενη νίκη του. Έλεγαν πως ο αυτοκράτορας αποκεφάλισε ο ίδιος με το σπαθί του τον Σουλτάνο χάρη σε θεϊκή επέμβαση. Κανείς δεν υπήρχε δίπλα στους μονομάχους όταν ο Καϊχοσρόης έχασε το κεφάλι του.
«Ρομφαία κυρίου!» έλεγαν και σταυροκοπιούνταν.
«Θέλημα θεού. Άγιος ο Θεόδωρος Λάσκαρης.»
«Ρωμιοί!» είπε με αποστροφή ο Κωνσταντίνος. «Τους βλέπεις; Όλα τα αποδίδουν σε θεούς και δαίμονες!»
«Θα ήθελες να μπορούσες να τους αντικαταστήσεις όλους αυτούς με Έλληνες κανονικούς, ε;» τον ρώτησε. «Κι αυτοί στον Άρη, την Αθηνά, τον Δία και την Ήρα θα τα απέδιδαν όλα. Δεν γλιτώνεις εύκολα από την δεισιδαιμονία.»
Είχε αρχίσει πάλι να τον πειράζει.
«Φαντάζεσαι πώς θα ήταν να τριγυρνούσαν κάπου εδώ στην αγορά ο Αισχύλος κι ο Δημοσθένης, ο Ξενοφών κι ο ίδιος ο Διογένης;»
«Ξέρεις, ποτέ δεν πίστεψα στη συνωμοσία της Νίκαιας αληθινά, Ζωίτσα» της είπε εμφανώς απογοητευμένος. «Κι ας με συγκίνησε κι εμένα όπως όλους μας εκεί στην Προύσα! Δεν μπορεί να έρθει ο νέος ελληνισμός με μια απλή αλλαγή της ονομασίας των Γραικών και των συμβόλων. Έχει αλλάξει ο κόσμος πια! Ίσως γι αυτό αναζητάω την πλήρη αποκατάσταση εκείνης της χαμένης Ελλάδας της αρχαιότητας. Με τους θεούς και τους ήρωες της, τον Όμηρο, τους τραγωδούς, με την λογική της τάξη και τη φυσική της ομορφιά. Και βέβαια αυτό μοιάζει με ουτοπία …»
«Φοβάμαι, όμως, Κωνσταντίνε, πως αναζητάς κάτι που δεν έχει πια μέσα του ζωή, ένα απολίθωμα.»
«Γιατί το λες αυτό Ζωίτσα;» τη ρώτησε πειραγμένος.
«Γιατί ο κόσμος τώρα έχει αλλάξει ριζικά. Δεν είναι ο αρχαίος κόσμος με τους ελεύθερους πολίτες των αυτόνομων πόλεων. Τα τείχη δεν αντιστέκονται στην ορμή των βαρβάρων. Οι νομάδες πολιορκούν και πνίγουν τις πόλεις. Φτιάχνονται στρατοί με δεκάδες χιλιάδες πολεμιστές που θέλουν μεγάλα κράτη με τεράστιους πόρους. Δεν μπορούν να σταθούν πια οι μικρές κι αυτεξούσιες πόλεις όπως τότε. Γι αυτό δεν υπάρχει πουθενά η έννοια του πολίτη. Παντού ορθώνονται βασίλεια κι αυτοκρατορίες.»
«Ας υπάρχει κι ένα ελληνικό δυνατό βασίλειο» της είπε.
«Οι Έλληνες ποτέ δεν μπόρεσαν να κυβερνήσουν τόσο μεγάλα σύνολα. Ακόμα κι οι συμπολιτείες τους είχαν μικρή έκταση. Δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική δημοκρατία όταν δεν υπάρχει η συνέλευση όλων των πολιτών μαζί. Έτσι όμως αλλάζει κι η έννοια της ελευθερίας!»
«Θα βρουν τις λύσεις στα σημερινά προβλήματα όπως είχαν βρει στα προβλήματα της εποχής τους.»
Ο Κωνσταντίνος πίστευε πως αυτός ο πολιτισμός θα μπορούσε να αναγεννηθεί απ’ την τέφρα του. Η Ζωή όμως αμφέβαλλε πολύ για το αν ήταν πια δυνατό κάτι τέτοιο. Ακόμα περισσότερο αμφέβαλλε αν θα γινόταν σε τόσο σύντομο χρόνο όσο ήθελε ο αγαπημένος της. Της φαινόταν, κι εδώ, βιαστικός σαν έφηβος.
«Δεν ξέρω αν ταιριάζουν οι αυτοκρατορίες και τα βασίλεια με την Ελλάδα που ονειρεύεσαι, αγόρι μου» του είπε.
Η Ζωή ήταν πολύ σκεπτική και δεν είχε καθόλου την πίστη του Κωνσταντίνου ότι ο κόσμος μπορούσε να διορθωθεί. Η Ελλάδα που οραματιζόταν ο αγαπημένος της, κατ’ αυτήν, είχε χαθεί οριστικά.
«Ακόμα κι ο Αλέξανδρος κι οι επίγονοί του» συνέχισε να του λέει, «απολυταρχίες έφτιαξαν στα κράτη τους. Το ίδιο κι οι Ρωμαίοι, κι οι Πέρσες, κι οι Άραβες. Όλοι τους χρειάστηκε να καταφύγουν σε ισχυρές θρησκείες για να κρατηθούν.»
«Θέλεις να πεις ότι χρειάζονται τα απόλυτα συστήματα σαν τον χριστιανισμό και το Ισλάμ. Έτσι μπορούν να ελέγχουν τα τεράστια πλήθη και τις απέραντες εκτάσεις, ε;»
«Ναι, ίσως να είναι κι έτσι. Δεν ξέρω, για τίποτε δεν είμαι σίγουρη, προβληματίζομαι και σκέφτομαι όμως …»
«Ωραία, λοιπόν» είπε ο Κωνσταντίνος. «Ας υποθέσουμε ότι η Ερμητική Συνωμοσία του Ιωάννη με τους σοφούς και τους επιστήμονες στην εξουσία αποτυγχάνει. Δηλαδή, ας πούμε ότι ο δικός μου δρόμος για τον νέο ελληνισμό, είναι ανέφικτος. Τότε, Ζωίτσα, τι απομένει;»
«Ίσως, ο δρόμος που δρομολογούσαμε στη Νίκαια» του είπε εκείνη.
«Να νικήσουμε και να φέρουμε ελληνοθρεμμένους, αυτή τη φορά, Ρωμαίους στην Κωνσταντινούπολη. Μετά, στην Αθήνα, να αναγεννηθεί από την τέφρα κι από τα συγγράμματα ένας νέος ελληνικός πολιτισμός.»
«Αυτό θα προσπαθήσει να κάνει ο αδελφός σου όσο ζει και μετά από αυτόν οι διάδοχοί του. Τώρα που εξασφάλισαν την επιβίωση της αυτοκρατορίας θα ψάξουν για τον ελληνισμό μέσα από τη ρωμιοσύνη.»
«Αποκλείοντας βέβαια την ουσία των αρχαίων. Και δεν μιλώ για τους θεούς τους αλλά για το πολίτευμά τους.»
«Φυσικά! Ρωμιοσύνη είναι η ορθοδοξία με ελληνική γλώσσα» είπε η Ζωή. «Εξάλλου η ορθοδοξία μόνο μπορεί να κρατήσει τον ελληνισμό μακριά από τον Πάπα και από τους Φράγκους. Θέλεις δεν θέλεις, με αυτήν μόνο μπορούν να ενωθούν σήμερα οι Ρωμιοί.»
«Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό» είπε ο Κωνσταντίνος. «Φοβάμαι ότι αν επιμείνουμε να είμαστε οι Ρωμιοί, τότε κάποια στιγμή θα μας κερδίσουν και θα μας υποτάξουν. Θα το κάνουν είτε οι Βούλγαροι είτε οι Τούρκοι» είπε ο Κωνσταντίνος.
«Ο αδελφός σου βλέπει με καλό μάτι τη συμφιλίωση Γραικών και Φράγκων. Πιστεύει ότι εμπεδώνει έτσι τον νέο ελληνισμό. Δες τον Βρανά στην Πόλη ή τον Νικηφόρο στην Αθήνα. Κι οι δυο τα πηγαίνουν μια χαρά με τους Φράγκους και τους κάνουν να νιώθουν σαν Έλληνες.»
«Με τη Φραγκιά, όμως, ο ελληνισμός θα θαφτεί από την αγραμματοσύνη και τη λαιμαργία των Λατίνων. Δεν είδες τι έκαναν στην Πόλη;»
«Κανείς δρόμος δεν είναι τελικά εύκολος. Κάποιος απ’ όλους θα μας οδηγήσει στον νέο ελληνισμό» είπε η Ζωή. «Όπως είπε ο Ακομινάτος ίσως χρειαστούν τρεις ή δεκατρείς γενιές.»
«Εσύ, θησαυρέ και σύντροφέ μου, είσαι έτοιμη για τον πιο δύσκολο από αυτούς τους δρόμους;» την ρώτησε.
«Τον πιο δύσκολο αλλά και πιο σύντομο! Υποσχέθηκες ότι σε επτά με δέκα χρόνια το πολύ θα με ξαναγυρίσεις.»
«Θα πάμε στην άκρη του κόσμου, όπως το υποσχέθηκα, Ζωίτσα. Νικητές ή χαμένοι θα γυρίσουμε» της είπε με τα μάτια του γεμάτα από την φλόγα της καρδιάς του.
Ε’     ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Κωνσταντίνος κι η Ζωή έφυγαν, όπως της το είχε υποσχεθεί, αλλά, δεν ξαναγύρισαν!
Ο Θεόδωρος Λάσκαρης κατάφερε να σταθεροποιήσει την ελληνική αυτοκρατορία της Νίκαιας. Όλη η βορειοδυτική Μικρασία έμεινε υπό την εξουσία του μετά τον προσωπικό του άθλο στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου.
Ο Νικηφόρος έζησε στην Αθήνα και μεγάλωσε τα παιδιά του με τις αρχές των Ελλήνων. Έζησε κάτω από την διοίκηση των Φράγκων του Όθωνα Ντε Λα Ρος.
Ο Κωνσταντίνος κι η Ζωή έφτασαν ως την άκρη του κόσμου. Πέρασαν την Ευδαίμονα Αραβία και την Ινδία και διέσχισαν την Κίνα. Έφτασαν ακόμη παραπέρα, στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου όπου αντίκρισαν την απέραντη, χωρίς τέλος, θάλασσα.
Το Βασίλειο του Ιερέα Ιωάννη δεν βρέθηκε πουθενά.
Λένε πως ο Κωνσταντίνος και η Ζωή αναλήφθηκαν στους Ουρανούς, όπως γίνεται πάντα με τους ερωτευμένους!

ΤΕΛΟΣ

****************************************
Δεν έχει άλλο. Καλό καλοκαίρι.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

53 "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ κι η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ" συνέχεια 53η

Προτελευταία συνέχεια σήμερα. Αύριο το βιβλίο τελειώνει. Για την σημερινή συνέχεια θα έλεγα ότι η δράση κορυφώνεται.
Είδαμε, στο Α' μέρος του 14ου κεφαλαίου, τον τρόπο που ο Θεόδωρος Λάσκαρης θα αντιμετωπίσει τον σουλτάνο. Σήμερα θα έχουμε δυο ακόμη μέρη του ίδιου κεφαλαίου, το Β' και το Γ'.
Στο Β' μέρος, με τίτλο "ΙΚΟΝΙΟ", βλέπουμε τον Καϊσχοσρόη να ξεκινά για την αποφασιστική εκστρατεία από την πρωτεύουσα του σουλτανάτου. Από το Ικόνιο, επίσης, ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης με τη Ζωή, φεύγουν για την δική τους εκστρατεία.
Στο Γ' μέρος, με τίτλο "ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ" έχουμε την αποφασιστική σύγκρουση στις Τράλλεις, στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου. Θα δούμε την "θεόσταλτη" νίκη των Ρωμαίων. 
Να σημειώσουμε ότι με τα ίδια σχεδόν λόγια περιγράφεται η μάχη και η κατάληξή της στις πρωτογενείς πηγές. Εδώ η περιγραφή είναι επίσης λιτή αλλά πιο αναλυτική. 
************************************
παραπομπές:

(*1)   Οι Χορεσμιακή Δυναστεία ήταν η τουρκοπερσική διοίκηση της περιοχής που σήμερα καταλαμβάνει το Ιράν. Οι Αγιουβίδες ήταν σουλτάνοι στην Αίγυπτο και οι Αββασίδες σουλτάνοι στη Βαγδάτη.

(*2)   Σύμφωνα με την παράδοση Παναγίας Σουμελάτην εικόνα έφτιαξε ο ευαγγελιστής Λουκάς στη Θήβα και την μετέφερε κάποιος Ανανίας στην Αθήνα από όπου οι Αθηναίοι ιερείς Βασίλειος και Σωτήριχος, (κατ’ άλλους Βαρνάβας και Σωφρόνιος), μετά από όραμα της Παναγίας, την μετέφεραν στη Τραπεζούντα στο όρος Μελά και έκτισαν εκεί το περίφημο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά .

(*3)   Για τον Δαβίδ Αλ Ρόϋ και τον μεσσιανικό του χαρακτήρα που ήθελε να ξαναφτιάξει κράτος Εβραίων στην Παλαιστίνη τον 12ο αι. γράφει σχετικά ο Μπάρον στο έργο του “Κοινωνική και θρησκευτική ιστορία του Ισραήλ”, εκδ. 1957. Από τον Δαβίδ εμπνεύστηκε την ρομαντική ιστορία “Η θαυμαστή ιστορία του Αλ Ρόϋ” ο γνωστός (και πρωθυπουργός της Αγγλίας) Βενιαμίν Ντισραέλι

(*4)   Το επεισόδιο περιγράφεται στην αγγλική Wikipedia ως εξής: “Όπως αφηγούνται οι πηγές, τη στιγμή της νίκης του ο Σουλτάνος αναζήτησε τον Λάσκαρη. Ο Καϊχοσρόης επετέθη κι έδωσε στον εχθρό του ένα βαρύ πλήγμα στο κεφάλι με ρόπαλο ρίχνοντας τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ζαλισμένο, από το άλογό του. Όμως αυτός, ανέκτησε την ψυχραιμία του και με το σπαθί του χτύπησε τα πίσω πόδια του αλόγου του Καϊχοσρόη. Ο Σουλτάνος έπεσε στο έδαφος και αποκεφαλίστηκε. Ο Λάσκαρης κυμάτισε το κεφάλι κολλημένο την κορυφή μιας λόγχης προκαλώντας στους Τούρκους τον πανικό και σπρώχνοντάς τους στην υποχώρηση. Είναι ασαφές πως ακριβώς δόθηκε το μοιραίο χτύπημα στον Σουλτάνο. Ο Χωνιάτης και ο Γρηγοράς αποδίδουν αυτή την πράξη στον Λάσκαρη, ο Πέρσης Ibn Bibi σε έναν άγνωστο Φράγκο ακόλουθό του ενώ ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι ούτε ο αυτοκράτορας ούτε κανείς άλλος δεν είδε ποιος το έκανε αυτό, ενώ ο Γεώργιος της Πελαγονίας ισχυρίζεται ότι δεν έπεσε πρώτος από το άλογο ο Λάσκαρης”. Οι Έλληνες χρονογράφοι φαίνεται να αποδίδουν τον αποκεφαλισμό στον Λάσκαρη για προφανείς λόγους προπαγάνδας, ενώ η μαρτυρία του Πέρση φαίνεται πιο αξιόπιστη.


Β’ ΙΚΟΝΙΟ

Εικοσιτέσσερις Μαΐου και τα σύννεφα του πολέμου είχαν πυκνώσει. Ο Καϊχοσρόης προχωρούσε προς την Αττάλεια. Πίσω στο Ικόνιο, ο Κωνσταντίνος κι η Ζωή ετοιμάζονταν για το ταξίδι. Είχαν μαζί τους χρυσάφι κι έγγραφα του Σουλτάνου που θα τους άνοιγαν πόρτες στις χώρες που πήγαιναν. Όλες ήταν υπό την τουρκική κυριαρχία διαφόρων ηγεμόνων. Στην Περσία, την Μεσοποταμία, τον Καύκασο και την Αραβία κυριαρχούσαν δυναστείες τουρκικής καταγωγής. Ήταν οι Σελτζούκοι Τούρκοι, η Χορεσμιακή δυναστεία κι οι δυναστείες των Αγιουβιδών και Αββασιδών.(*1)
Σε όλες αυτές τις περιοχές θα έβρισκαν βοήθεια όπως και στήριξη αν την ζητούσαν. Θα ταξίδευαν με μια άμαξα με τέσσερα άλογα και θα είχαν μαζί τους σκηνές, κουβέρτες, και χαλιά. Ήθελαν να μοιάζουν με εμπόρους και να κουβαλήσουν μαζί του αρκετά πράγματα χρήσιμα για ένα ταξίδι. Κίνδυνος από ληστές υπήρχε πάντα, αλλά είχαν την βεβαιότητα πως μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα πάντα. Κι οι δυο γνώριζαν να μιλούν και να καταλαβαίνουν περισσότερο τα τουρκικά και λιγότερο τα αραβικά. Δεν ήταν δύσκολο να παρουσιάζονται σαν ευσεβείς μουσουλμάνοι ή Ιουδαίοι και να προσπεράσουν τους σκοπέλους. Κι αν χρειαζόταν κάποτε να δώσουν μάχη, ο Κωνσταντίνος δεν θα δίσταζε να πολεμήσει.
«Ποια θα είναι η πορεία μας τελικά;» τον είχε ρωτήσει όταν είδε πως ολοκλήρωσε τις σκέψεις του.
«Θα προχωρήσουμε πρώτα προς τον βορά, προς στον Εύξεινο Πόντο. Πρέπει να φτάσουμε στην Τραπεζούντα και μετά στη μονή του όρους Μελά. Εκεί βρίσκεται μια εικόνα, της Παναγίας της Αθηναίας»(*2) της είπε.
«Τι πιστεύεις ότι θα σου δώσει η εικόνα;»
«Δεν την μετέφεραν τυχαία από την Αθήνα αυτή την εικόνα εκεί, στο όρος του Μελά!»
«Και τι μπορούσαν να κρύψουν; Ποιο μυστικό;»
«Δεν γνωρίζω κι αυτό πάμε να βρούμε!» της είπε. «Για σκέψου λίγο, Ζωίτσα. Στα χρόνια του Θεοδόσιου έγινε ένας τρομερός διωγμός Ελλήνων. Σκοτώνονταν άνθρωποι μόνο και μόνο γιατί ήταν Έλληνες, που σήμαινε, βέβαια, ειδωλολάτρες. Αυτές οι δυο έννοιες είχαν ταυτιστεί. Τότε έλαβε χώρα κι η πιο συνειδητή προσπάθεια των φανατικών να σβήσει το ελληνικό γένος. Μέσα σε αυτόν τον χαμό, μια εικόνα της “Παναγίας της Αθηναίας” χαρακτηρίζεται ως θαυματουργή. Βγαίνει από τον Παρθενώνα και πάει στην άκρη του κόσμου, στην Τραπεζούντα. Εκεί στην άκρη του ελληνισμού, κτίζεται μία μονή για να γίνει το σπίτι της. Η Μονή στο όρος Μελά, η “Σουμελά”. Δεν σου λέει τίποτε όλο αυτό;»
«Ίσως να μην αισθανόταν καλά η Θεομήτωρ ανάμεσα στους ειδωλολάτρες» είπε η Ζωή.
«Μην κοροϊδεύεις γλυκιά μου. Μπορεί να ένιωθε άβολα η Παναγία κοντά στην Αθηνά αλλά μπορεί να έγινε και κάτι άλλο. Μπορεί κάποιοι ευφυείς Αθηναίοι, που έβλεπαν το κακό που ερχόταν, να έκρυψαν καλά μέσα στην εικόνα ένα μυστικό. Να το έκρυψαν για το μέλλον, να περιμένει να το βρουν κάποιοι σαν εμάς!»
«Τι είδους μυστικό περιμένεις να βρεις; Βιβλία; Έναν θησαυρό; Κάποιον Ιερέα σαν τον Ιωάννη;»
«Δεν ξέρω τι θα βρω. Κάθε μας βήμα θα μας οδηγεί στο επόμενο. Απλά, αυτό είναι το πρώτο.»
«Ίσως και να είναι έτσι» δέχτηκε η Ζωή. «Θα πάμε, λοιπόν, για την Παναγία Σουμελά. Μετά, τι λέει το πρόγραμμα; Πού θα πάμε μετά την Τραπεζούντα;»
«Θα μάθουμε ότι έχει να μας πει η Σουμελά και μετά θα προχωρήσουμε πιο νότια. Θα πάμε στην Αμιδά, οι Τούρκοι το λένε Αμαντί. Εκεί ήταν το ορμητήριο του Δαβίδ Αλ-Ρόϋ με την εξαγωνική ασπίδα.»
«Τι ήταν πάλι αυτός ο Δαβίδ Αλ Ρόϋ;»
«Έψαχνε κι αυτός για τον Ιερέα Ιωάννη. Ήξερε πολλά γιατί ήταν ένας Μεσσίας των Εβραίων.(*3) Το Αμαδί βρίσκεται βορειανατολικά της Μοσούλης.»
«Κουράγιο, λοιπόν, να έχουμε για να πηγαίνουμε γλυκέ μου» του είπε εκείνη λίγο ειρωνικά.
«Μετά πρέπει να πάμε στην Ευδαίμονα Αραβία, Υεμένη την λένε. Εκεί κρύβονται πολλά μυστικά. Εκεί στην Υεμένη είναι που ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης είδε κι άκουσε για όλες τις χαμένες φυλές του Ισραήλ.»
«Και τι μας νοιάζουν εμάς οι χαμένες φυλές;»
«Οι Εβραίοι έκρυψαν κι αυτοί πολλά μυστικά, όπως οι Έλληνες. Είμαι βέβαιος ότι στην Ευδαίμονα Αραβία θα μας δεχτούν με τιμές και καλοσύνη.»
«Και μετά;» τον ρώτησε η Ζωή.
«Μετά θα πάμε στις Ινδίες. Εκεί θα ψάξουμε να βρούμε τις ρίζες του βασιλείου του Διόνυσου. Δεν έφτασε τυχαία ο Διόνυσος ως τις Ινδίες. Κάτι έχει αφήσει για εμάς εκεί και πρέπει να το βρούμε. Μετά από αυτό, θα φτάσουμε στην Κίνα, ίσως και στη χώρα των Νικπά. Κάπου εκεί θα βρίσκεται το Βασίλειο του Ιερέα Ιωάννη!»
«Μας φτάνουν τρία χρόνια για να πάμε σε όλα αυτά τα μέρη;» τον ρώτησε και πάλι η Ζωή.
«Θα ξεχειμωνιάσουμε στη Μοσούλη τον ένα χειμώνα και στην Ινδία τον άλλον. Το τρίτο καλοκαίρι από τώρα θα είμαστε στην Κίνα. Εκεί θα κάτσουμε δύο χρόνια και μετά θα χρειαστούμε άλλα δύο για την επιστροφή. Σε επτά χρόνια θα είμαστε πίσω.»
«Και τι θα φέρνουμε μαζί μας; Στρατιές φιλοσόφων και επιστημόνων; Θα καταλάβουμε την οικουμένη με ποιητές και με ζωγράφους;»
«Κάπως έτσι. Σου φαίνεται παράξενο;»
«Είναι παράξενο πολύ, όμως, είναι αντάξιο της δικής σου ψυχής, Κωνσταντίνε. Αγαπάω τ’ όνειρό σου όπως ακριβώς αγαπάω κι εσένα.»
«Πάντως με τους στρατούς και με τα ξίφη δεν κατακτάς τίποτε. Απλά και μόνο, σφάζεις και χάνεσαι, καταστρέφεις και καταστρέφεσαι! Το όπλο μας θα είναι σαν την κουστωδία του Αλέξανδρου που είχε μαζί του καλλιτέχνες και σοφούς απ’ όλη την Ελλάδα. Θα είναι σαν του Διόνυσου που είχε μαζί του θεές και νεράιδες, Βάκχες και Σειληνούς! Εσύ θα είσαι η δική μου θεά, πρώτη κι αγαπημένη μούσα του ταξιδευτή.»
«Ταξιδευτής μόνο; Δεν θα είσαι ο εκλεκτός του Θεού; Ο διάδοχος του Ιερέα Ιωάννη;»
«Οι τίτλοι δεν είναι παρά εργαλεία που ξεκλειδώνουν τις πόρτες των μυστηρίων. Εμείς Ζωίτσα, θα είμαστε μόνο δυο ταξιδευτές. Δεν σου φτάνει αυτό;»
«Μου φτάνει, γλυκέ μου, μου φτάνει και μόνο που θα είμαστε μαζί.»
Ήταν ενθουσιασμένη και τον αγκάλιασε τρυφερά. Τον έβλεπε να επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα του. Ξεκινούσε με ένα αβέβαιο ταξίδι στο πουθενά και με ένα στόχο εμπνευσμένο από άλλους ονειροπαρμένους. Όλοι αυτοί που της είχε αναφέρει, κυνηγούσαν μεσσιανικά όνειρα και δεν είχαν βρει ποτέ τους τίποτε. Ας ήταν κι π Κωνσταντίνος ένας από αυτούς, δεν την ένοιαζε. Θα πήγαινε μαζί του και θα αφηνόταν να πιστέψει το παραμύθι του. Ένιωθε πως εδώ, στην ουτοπία, ήταν πολύ πιο πραγματική η ζωή. Ήξερε ότι παντού αλλού, στις σιγουριές και τις πεπατημένες, παραμόνευε ένας αργός θάνατος που δεν της πήγαινε.
«Ανυπομονώ να ξεκινήσουμε» του είπε.


Γ’ ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ

Ο Κωνσταντίνος κι η Ζωή ξεκίνησαν από την Πύλη της Καισάρειας για το πρώτο μεγάλο ταξίδι τους. Τράβηξαν κατά τον βορά, προς την Σεβάστεια, την Αμισό και την Τραπεζούντα. Ήταν αρχές Ιουνίου. Οι στρατιές των Ρωμαίων χριστιανών του Θεόδωρου και των Ρουμί μουσουλμάνων του Καϊχοσρόη είχαν προχωρήσει πολύ. Ο Σουλτάνος πήρε, όπως ήταν αναμενόμενο, τον δρόμο προς την μεγάλη γέφυρα που περνούσε τον ποταμό Μαίανδρο. Ήταν ο μόνος δρόμος για να περάσει τον ποταμό και να συνεχίσει προς βορά. Η γέφυρα ήταν έξω από την πόλη Αντιόχεια. Επειδή υπήρχαν πολλές “Αντιόχειες”, αυτή λεγόταν Αντιόχεια του Μαιάνδρου. Έφτασε εκεί στις 12 του Ιούνη. Άρχισε αμέσως την πολιορκία, αλλά, δεν μπορούσε ακόμα να περάσει τις μηχανές του γιατί δεν είχε φτιάξει αναχώματα. Του ήταν αναγκαία τα προστατευτικά τείχη ώστε να μην φοβάται τα βέλη από τους αμυνόμενους.
Στο μεταξύ, ο στρατός του Λάσκαρη είχε καταφθάσει μετά από μια εκπληκτική πορεία. Είχε χρειαστεί μόλις ένδεκα μέρες από τη Νίκαια ως τη Φιλαδέλφεια. Ανασυγκροτήθηκε και παρατάχτηκε έξω από την πολιορκημένη Αντιόχεια μία μόλις μέρα μετά από τον Καϊχοσρόη. Ο Λάσκαρης έπιασε την βόρεια πλευρά του ποταμού και σταμάτησε, με την παρουσία του και μόνο, τους μουσουλμάνους. Όχι πως ήταν αδιάβατο το ποτάμι, αλλά δεν μπορούσε ένας στρατός να το διασχίσει δεχόμενος τα βέλη του αντιπάλου. Ούτε μπορούσαν να περάσουν τον ποταμό οι πολιορκητικές μηχανές, τα τρόφιμα και τα εφόδια χωρίς μια άνεση κινήσεων. Έπρεπε λοιπόν να δοθεί πρώτα η μάχη στο βόρειο τμήμα. Θα περνούσε τον ποταμό το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του Καϊχοσρόη και θα έδινε την μάχη. Αφού νικούσε τον αντίπαλο και καταλάμβανε την γέφυρα, μετά θα μπορούσε να πάρει με την άνεσή του την Αντιόχεια. Μετά, θα συνέχιζε την πορεία με όλη του την ισχύ.
Οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στους δυο αντιπάλους δόθηκαν στις δεκαπέντε του μήνα. Κανείς δεν υπέστη μεγάλες απώλειες. Έδειξαν ότι προτιμούσαν να λύσουν τις διαφορές τους εδώ και να ξεμπερδεύουν μια και καλή με τον αντίπαλο. Όποιος νικούσε στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου θα επέβαλε τους όρους του. Αν έχανε ο Λάσκαρης, έπρεπε να παραδώσει την Νίκαια στον Αλέξιο Γ’, τον υποτακτικό των Βενετών και του Ερρίκου. Μαζί της θα παρέδιδε και τις ελπίδες για έναν αναγεννημένο ελληνισμό. Η Ήπειρος ήταν υποτελής των Βενετών, η Τραπεζούς υποτελής του Ερρίκου, ενώ ο Σγουρός δεν υπήρχε πια. Ο Λάσκαρης ήταν ο τελευταίος Ρωμαίος που διεκδικούσε μιαν ελληνική αυτοκρατορία.
Από την άλλη, αν έχανε ο Καϊχοσρόης θα έχανε ίσως τον θρόνο του αλλά, κυρίως, θα έπαυε να είναι απειλή. Δεν θα μπορούσε πια -κι ίσως δια παντός- να αμφισβητεί τα σύνορα της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ο Αλέξιος Γ’ θα έπαυε κι αυτός να αποτελεί διεκδικητή του στέμματος. Ήταν επομένως η κρισιμότερη μάχη για την επιβίωση της Ρωμιοσύνης σαν μιας ανεξάρτητης κρατικής οντότητας.
Στις δεκαέξι οι δυο στρατοί έφαγαν κι ήπιαν καλά. Ξεκουράστηκαν και προσευχήθηκαν ο καθένας στον θεό του. Ετοιμάστηκαν για την μεγάλη σύγκρουση. Οι Τούρκοι ήταν πολύ περισσότεροι, σε αναλογία πάνω από επτά προς ένα και με μια μάχη διαρκείας θα επικρατούσαν. Αυτό το ήξεραν στο ρωμαϊκό στρατόπεδο. Αποφάσισαν μιαν επέμβαση-κεραυνό από εκείνες που τρομάζουν και κατατροπώνουν τον αντίπαλο.
Το σχέδιο έλεγε ότι ο Τουρσέντης με τους οχτακόσιους Λατίνους του, θα έπεφταν πάνω στο πεζικό των Τούρκων. Οι “Ιταλοί”, που ήταν οι σιδερόφρακτοι Φράγκοι και Γερμανοί ιππείς, θα έπρεπε να τρέψουν τους Τούρκους σε φυγή. Θα έπρεπε να τους διαλύσουν και να τους τρομάξουν. Μετά από αυτό θα κυνηγούσαν τον ίδιο τον Σουλτάνο. Οι υπόλοιποι δυο χιλιάδες Ρωμαίοι και Κουμάνοι έπρεπε να κρατήσουν τις θέσεις τους πάση θυσία. Ήταν δύσκολο καθώς είχαν απέναντι πολλαπλάσιους Τούρκους. Θα έπρεπε να τους αντέξουν παρά τις όποιες απώλειες μέχρι να πετύχει η επίθεση των ιππέων. Αν ο Καϊχοσρόης που θα δεχόταν την επίθεση, φοβόταν κι έφευγε, τότε η μάχη θα είχε κερδηθεί.
«Τουρσέντη, πέσε πάνω τους σαν λαίλαπα. Διάλυσέ τους. Φόβισέ τους. Μη λυπηθείς απώλειες, μόνο εμπρός σου να κοιτάς» του είπε ο Λάσκαρης.
Ο Κωνσταντίνος Τουρσέντης δεν κρατιόταν. Ήθελε να μπει στην μάχη. Πίστευε στην νίκη όπως πάντα.
«Μόλις τους διαλύσουμε, κυνηγάμε τον Καϊχοσρόη» είπε ο Λάσκαρης. «Αυτό θα μας δώσει τη νίκη. Χωρίς σουλτάνο, δεν υπάρχει στράτευμα.»
Ήταν όλα έτοιμα. Τα άλογα κι από τις δυο μεριές είχαν συναίσθηση της μάχης και περίμεναν το τελευταίο τράβηγμα στα γκέμια. Οι στρατιώτες από μέσα τους έλεγαν προσευχές.
«Για του Χριστού την πίστη την Αγία» φώναξαν όλοι στο ρωμαϊκό στρατόπεδο. Ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς του Λάσκαρη έψελναν το “υπερμάχω” κι ευλογούσαν τα όπλα των Χριστιανών.
«Για τον Αλλάχ και για την πίστη μας» έψελναν απ’ την άλλη οι Μουσουλμάνοι. Έλεγαν στίχους από το κοράνι ενώ οι ζουρνάδες και τα κύμβαλα έπαιζαν δαιμονισμένα.
Η επίθεση των “Ιταλών” ήταν καταιγιστική. Έπεσαν στο κέντρο του σουλτανικού στρατού σαν κεραυνός και το αφάνισαν. Σκότωναν με ευκολία τους πεζούς που δεν είχαν σοβαρό εξοπλισμό. Προχώρησαν βαθιά μέσα στις αντίπαλες γραμμές σπέρνοντας παντού τον πανικό. Για πολλή ώρα οι απώλειες των μουσουλμάνων ήταν μεγάλες. Το μέτωπό τους κινδύνεψε να καταρρεύσει πολλές φορές, αλλά, ο Σουλτάνος κατάφερε να το κρατήσει. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά, μπόρεσε και να τους περικυκλώσει, χάρη στον μεγάλο αριθμό μαχητών που διέθετε. Οι Λατίνοι τα βρήκαν σκούρα.
Στις άλλες πλευρές οι Ρωμαίοι με δυσκολία μόλις που κρατούσαν τις θέσεις τους. Όσο περνούσε η ώρα ήταν φανερό ότι η μάχη έκλινε με το μέρος του Σουλτάνου. Οι στρατηγοί του Θεόδωρου γυρνούσαν από εδώ και από εκεί σαν αλαφιασμένοι καταγράφοντας απώλειες. Ήταν φανερό πως δεν υπήρχε ελπίδα να αντιστραφεί η κατάσταση. Όταν ο Τουρσέντης ανέφερε πως ολόκληρη η δύναμη των “Ιταλών” είχε χαθεί, τότε φάνηκε πως όλα είχαν τελείωσαν. Μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό των Ρωμαίων. Ο Λάσκαρης έτρεχε παντού προσπαθώντας να σώσει ό,τι μπορούσε. Ο Νικηφόρος ήταν σκεπτικός.
«Νικηφόρε, να προκαλέσουμε τώρα τον Καϊχοσρόη» του θύμισε ο Διογένης
Ο Νικηφόρος που πολεμούσε κι αυτός κι είχε γεμίσει αίματα, πλησίασε τον Θεόδωρο. Ο αυτοκράτωρ στεκόταν πιο εκεί θλιμμένος κι ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Γύρω του ήταν η προσωπική του φρουρά, μεταξύ αυτών κι οι Φράγκοι φίλοι του Νικηφόρου. Κι ο Λάσκαρης κι όλοι, είχαν τους μανδύες τους γεμάτους αίματα και χώμα.
«Μεγαλειότατε, υπάρχει ακόμα μια ελπίδα» του είπε.
Ο Θεόδωρος τον κοίταξε με έκπληξη σαν κάτι να μην καταλάβαινε.
«Να προκαλέσετε εσείς τον Καϊχοσρόη σε προσωπική μονομαχία!»
Στα μάτια του Θεόδωρου άστραψε μια λάμψη. Φώναξε αμέσως τον υπασπιστή του.
«Πήγαινε με μια λευκή σημαία και το λάβαρό μου στον Καϊχοσρόη που περιμένει να του ζητήσω έλεος. Πες του ότι τον προκαλώ σε προσωπική μονομαχία. Πέτα το λάβαρο στα πόδια του» του είπε.
Ο υπασπιστής έφυγε αμέσως. Ο Λάσκαρης έφυγε από την σκηνή του και προχώρησε με το άλογο του στο σημείο που δινόταν η μάχη. Εκεί βρισκόταν την περισσότερη ώρα. Μόνο για να βλέπει την εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα έφευγε για λίγο και πήγαινε στο στρατηγείο του. Μπήκε και πάλι μπροστά δίνοντας κουράγιο στους Ρωμαίους που σε εκείνο το σημείο κρατούσαν ακόμη γερά.
«Θα δεχτεί άραγε ρώτησε με το βλέμμα του κοιτώντας τον Νικηφόρο.
«Θα δεχτεί. Είναι φίλος σας» είπε ο Νικηφόρος.
«Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία» είπε ο Λάσκαρης.
Για λίγο η κλαγγή των όπλων κατασίγασε. Μια οχλοβοή ακούστηκε κι οι στρατοί σταμάτησαν ξαφνικά να μάχονται. Μια μεγάλη κουστωδία με μουσουλμανικά λάβαρα φάνηκε να πλησιάζει. Σύντομα έφτασε ο Καϊχοσρόης με πολλούς ιππείς του να τον ακολουθούν. Φώναξε δυνατά τον Λάσκαρη κι αυτός αμέσως ανταποκρίθηκε. Οι φωνές του πλήθους καταλάγιασαν. Τα όπλα σίγησαν κι όλοι οι μαχητές, ένιωσαν εκστασιασμένοι από την ένταση της στιγμής.
Μαχητές και των δύο πλευρών, ακούγοντας ο ένας τον διπλανό του, κύκλωσαν τους δυο αρχηγούς. Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Ήταν μια σκηνή ομηρικού μεγαλείου στην οποία δυο βασιλιάδες στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Από την μια ήταν ο αυτοκράτορας της Ρωμανίας κι από την άλλη ο Σουλτάνος του Ρουμ. Καβάλα στα ανυπόμονα ατίθασα άλογά τους, ο Λάσκαρης κρατούσε το σπαθί του κι ο Καϊχοσρόης ένα ρόπαλο.
Οι δυο αντίπαλοι κοιτάχτηκαν στα μάτια κι όρμησαν ο ένας εναντίον του άλλου. Ο Καϊχοσρόης κατάφερε με το ρόπαλο ένα δυνατό κτύπημα στο κεφάλι του Λάσκαρη. Τον ζάλισε και τον έριξε από το άλογό του. Ο Λάσκαρης, όμως, πεζός πια, τίναξε το σπαθί και χτύπησε το άλογο του Σουλτάνου στα πίσω πόδια. Γκρέμισε τον Καϊχοσρόη στο έδαφος. Τότε, ένα φράγκικο σπαθί άστραψε σαν ρομφαία κυρίου. Το κεφάλι του Καϊχοσρόη έφυγε από το σώμα του και κύλησε πιο εκεί. Ο Ρομπέρ μάζεψε το ακονισμένο ξίφος στη θήκη του. Ήταν ακόμα ματωμένο απ’ το κατακόκκινο αχνιστό αίμα του Σουλτάνου.(*4)
Ο Λάσκαρης πήρε μια λόγχη και κάρφωσε πάνω της το κεφάλι του Σουλτάνου. Το σήκωσε ψηλά υπό τις επευφημίες των στρατιωτών του και τις ουρανομήκεις κραυγές τους. Η μάχη είχε τελειώσει με θρίαμβο για τα χριστιανικά λάβαρα αν και μόλις πριν λίγες στιγμές ήταν μια τραγωδία. Οι Τούρκοι πανικόβλητοι, έστρεψαν τα άλογά τους προς τα πίσω και τράπηκαν σε φυγή. Πολύ σύντομα η φυγή γενικεύτηκε σε όλα τα μέτωπα κι ο μουσουλμανικός στρατός διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια. Ιππείς και στρατιώτες άκουγαν την τρομερή είδηση ότι ο Λάσκαρης είχε πάρει το κεφάλι του Καϊχοσρόη. Σε λίγο όλα είχαν τελειώσει. Η κρίσιμη μάχη είχε κερδηθεί για τη Νίκαια κι ο Θεόδωρος Λάσκαρης είχε γίνει ο καινούριος Αχιλλέας των Ελλήνων. Κανείς δεν θα αμφισβητούσε πια αν ήταν άξιος και θεόσταλτος αυτοκράτορας ή όχι. Γιατί κανείς δεν θα δεχόταν ότι ήταν το σπαθί ενός Φράγκου που έκρινε τη μάχη κι όχι η ρομφαία του ίδιου του Θεού!


************************************
Αύριο, Παρασκευή 7/8 το τελευταίο μέρος του βιβλίου.