Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου


Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου δεν έληξε, τελικά, παρ' όλο που το 2013 έγινε η δίκη και κατέληξε σε αθωωτική απόφαση. Βρισκόμαστε (τώρα, το 2016) δεκαεπτά χρόνια μετά το 1999 που έγινε το σκάνδαλο και δεκαέξι χρόνια μετά από το 2000 που ασκήθηκε δίωξη για τους χειρισμούς των μετοχών. Τότε κάποιοι πλούτισαν (κυρίως τράπεζες) και οι πολλοί ξετινάχτηκαν. Η δίκη αθώωσε τους κατηγορούμενους αλλά το 2014 ασκήθηκε αναίρεση στον Άρειο Πάγο που ακύρωσε την αθωωτική απόφαση για τυπικούς λόγους, ότι δηλαδή η αιτιολόγηση της αθωωτικής απόφασης δεν ήταν αρκετή και σαφής. Είναι συνήθης πρακτική στις αναιρέσεις να προβάλλεται αυτός ο λόγος. Έτσι λοιπόν η δίκη θα επαναληφθεί και πάλι στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με νέα σύνθεση του δικαστηρίου φυσικά.

Οι κατηγορούμενοι είναι 36 (ήταν 42 αλλά οι 6 πέθαναν). Χρηματιστές, επιχειρηματίες, εφοπλιστές κλπ. Πολιτικοί δεν υπάρχουν γιατί αυτών τα αδικήματα παραγράφηκαν νωρίς-νωρίς. Θυμίζω ότι όταν αθωώθηκαν οι 42 ο τότε Πρόεδρος κ. Παπούλιας είχε χαρακτηρίσει την απόφαση "αποκρουστική", όταν όμως αθωώθηκαν οι πολιτικοί κανείς δεν είπε κουβέντα. Βέβαια η ευθύνη δεν ήταν άμεση των πολιτικών, όμως κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι οι πολιτικοί της τότε εποχής είχαν αναμιχθεί έστω έμμεσα στην άνοδο (και την πτώση;) του χρηματιστηρίου. Επίσης δεν υπάρχουν τραπεζίτες στους κατηγορούμενους, οι ωφελημένοι δηλαδή από τον χειρισμό των μετοχών που αποτελεί το σκάνδαλο.

Σύμφωνα με όσα είχα μάθει για εκείνη την εποχή το σύστημα είχε λειτουργήσει κάπως έτσι:
Στις τράπεζες υπήρχαν μεγάλα επιχειρηματικά χρέη που αν έσκαγαν κανόνι θα τίναζαν και τις τράπεζες στον αέρα. Βρέθηκε λοιπόν ο τρόπος να χρηματοδοτηθούν οι τράπεζες από το κομπόδεμα του ελληνικού λαού με τον "πυρετό του χρηματιστηρίου". Με χειρισμούς, διασπορά πληροφοριών και με μαζικές αγορές ανέβαζαν τις τιμές των μετοχών των επιχειρήσεων που είχαν χρέη. Ο κόσμος αγόραζε τις μετοχές αυτές που έπαιρναν ανοδική πορεία και πολύ χρήμα μαζευόταν στο ταμείο του επιχειρηματία. Μόλις συμπλήρωνε το ποσό που χρωστούσε, οι τράπεζες εξοφλούσαν το χρέος του και "καθάριζαν".
Έτσι ξόφλησαν οι περισσότερες βουλιαγμένες επιχειρήσεις που αντί για κανόνια είδαν τις μετοχές τους να ανεβαίνουν στα ύψη. Στην  ουσία ο κόσμος έδωσε τα λεφτά του για να αγοράσει μετοχές, τα χρήματα αυτά μπήκαν στα ταμεία των τραπεζών ως εξόφληση των χρεών των επιχειρήσεων και μετά οι μετοχές έπεσαν. ΟΛΟΙ οι μικρομέτοχοι έχασαν τα λεφτά τους! Όλοι, γιατί οι μετοχές κλείδωσαν και δεν γινόταν αγοραπωλησία, μόνο έπεφτε η τιμή τους. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας οι τράπεζες είχαν εξυγιανθεί, κάποιοι επιχειρηματίες είχαν βγάλει μεγάλα προσωπικά κέρδη, κάποιοι πολιτικοί επίσης και ο πολύς κόσμος τα έχασε όλα!

Η δίωξη ασκήθηκε, η δίκη έγινε και βγήκαν όλοι αθώοι. 
Τώρα η δίκη θα επαναληφθεί. Θα βρεθούν οι ένοχοι; Ίδωμεν!

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Νέα Υόρκη, 1960 και ... πάντα



Σήμερα ένα κομμάτι από το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού "Η μυθολογία της Αμερικής" από το κεφάλαιο "Νέα Υόρκη". Δεν είναι μεγάλο, δεν θα κουραστείτε να το διαβάσετε, θα δείτε όμως γιατί ο Βασιλικός είναι καλός συγγραφέας και τιμήθηκε τόσο από τους αναγνώστες του. (Σημείωση: οι φιλόλογοι και οι κριτικοί τον αγνόησαν συστηματικά μέχρι πρόσφατα, πριν 10-15 έτη περίπου, που αναγκάστηκαν να τον δεχτούν)


Το κείμενο αυτό γράφτηκε τα χρόνια 1960-64 για τη Αμερική του 1960 (στο κομμάτι μιλά για την Νέα Υόρκη του '60), όταν την επισκέφθηκε ο Βασιλικός.


Η γειτονιά λέγεται Μπάουρη κι είναι η πιο άθλια γειτονιά της Νέας Υόρκης. Εκεί μένουν Εβραίοι, Ισπανοί, νέγροι, Πολωνοί, ξεπατρισμένοι, ξερριζωμένοι, άνεργοι. Κι ο ποιητής Γκίνσμπεργκ εκεί μένει. Αρμέγει από την ατελείωτη γύρω του δυστυχία. Ζει μεσ' την κοπριά, τη δική του και των αλλωνών. Μα στην κοπριά, λένε, φυτρώνουν τα λουλούδια... Πουλί με άνισα φτερά που μάδησαν μες τις βροχές και δεν σ' αφήνουν να πετάξεις μάθε: Δεν θα γενείς ποτέ κορυδαλλός, ποτέ δεν θα μπορέσεις να βγεις από τον κήπο αυτόν όπου ανθούν τα πράσινα και κόκκινα λουλούδια του ολέθρου.
Εκεί έμενε κι η Μόλλυ. Δηλαδή όχι ακριβώς στο Μπάουρη, λίγο πιο έξω, σ' ένα δρόμο που είχε πολλούς Πορτορικανούς κι ένα τούρκικο χαμάμ “μόνο για άντρες”. Τη γνώρισα τυχαία, όταν μια μέρα ήρθε για να της μάθω ελληνικά, από μια αγγελία που έβαλα στη “Φωνή του Βίλατζ”. Είχε ζήσει στην Ελλάδα ένα χρόνο ολόκληρο. Είχε αγαπήσει κι ένα παιδί που την πήρε στο χωριό του στη Μακεδονία. Τώρα της έγραφε παθιασμένα γράμματα και της έστελνε μικρά δώρα. Μα η αγάπη της γι αυτόν σκοτώθηκε πάνω στην πέμπτη έκτρωση. Η Μόλλυ ήταν μια κοπέλα που αγαπούσε να σκοτώνει τον εαυτό της. Το πρώτο εκείνο απόγευμα που τη γνώρισα της χάρισα μια τουριστική αφίσα από τους Δελφούς κι ένα καλάμι από τη Φολέγανδρο.
Το σπίτι της ήταν στο πέμπτο πάτωμα ενός παλιού σπιτιού, κοντά την πλατεία της Παναγίας των Παρισίων. Κάτω στην εξώπορτα κείτονταν μόνιμα ένας μεθυσμένος που άπλωνε το χέρι του σε κάτι αδειανές μπουκάλες χωρίς να καταφέρνει να τις πιάσει. Το νοίκι το μοιραζόταν με μια άλλη κοπέλα, την Ανν, ου δούλευε ταμίας σε ένα μικρό θέατρο “εκτός Μπροντγουαίη” κι έλειπε πάντα όταν πήγαινα εγώ, γιατί κι η Μόλλυ δούλευε σε ένα γραφείο, αλλά άλλες ώρες. Γυρνούσε κουρασμένη τα απογεύματα, άσπρη σχεδόν, με μια σακούλα ψώνια. Όπως δεν δέχτηκα λεφτά για τα μαθήματα, ψώνιζε πάντα από ένα ελληνικό μπακάλικο τυρί φέτα, ελιές Καλαμών, και μου έφτιαχνε σαλάτες με μπόλικο λαδόξυδο.
Το σπίτι ήταν όλο κι όλο μια κάμαρα με τους βοηθητικούς χώρους. Στην αρχή τρόμαξα με κάτι τετράπαχες κατσαρίδες που κυκλοφορούσαν ανεμπόδιστες πάνω στο ντιβάνι, στο ταβάνι, στις καρέκλες. Περνούσαν από πάνω μου, μέσα στα πιάτα. Στο τέλος δεν τις πρόσεχα. Στον τοίχο είχε μια κιθάρα. Στο τραπέζι μια γεροντοκόρη γραφομηχανή, και πολλά βιβλία στα ράφια και στο πάτωμα, βιβλία ελληνικά και ξένα, μπερδεμένα με φωτογραφίες από την Ελλάδα, με περιοδικά, δίσκους, αναμνηστικά. Κι ένα μπαγιάτικο κουλούρι από τη Θεσσαλονίκη.
Στο πλαϊνό διαμέρισμα έμενε η γυναίκα ενός τρελού σκηνοθέτη, μισότρελη κι αυτή, που άφηνε το μωρό της καμιά φορά στη Μόλλυ, όταν την έπιανε κρίση κι έπρεπε οπωσδήποτε να βγει έξω να αεριστεί. Φορούσε πάντα σορτς κι ήταν τα πόδια της, παρ' όλο το γερασμένο από τα βάσανα πρόσωπό της, εφηβικά όμορφα.
Ο χειμώνας μπήκε βαρύς εκείνο το χρόνο. Πολλά σκυλιά ψόφησαν στους δρόμους. Πολλοί άνθρωποι σπάσαν τα χέρια τους γλιστρώντας πάνω στους πάγους. Κι ήταν το πάρκο κάθε πρωί γεμάτο νεκρά περιστέρια.
Η ζωή της Μόλλυ ήταν άχαρη, σκληρή, γεμάτη νοσταλγία για τον χρόνο που είχε ζήσει στην Ευρώπη: στην Ελλάδα τουρίστρια, στη Γαλλία υπαρξίστρια, στην Αγγλία Αμερικάνα. Τωρα όλη τη βδομάδα δούλευε σ' ένα συνδικαλιστικό γραφείο και τα Σάββατα πήγαινε στο πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσει μαθήματα συγγραφικής. Μα ο καθηγητής, συγγραφέας κι αυτός, γέρος πια, ραμολιμέντο, μιλούσε όλο για τ' ανοιχτά πόδια των γυναικών. Κι οι άλλοι μαθητές γράφαν επίμονα για τα σκατά τους.
Η σχέση μας άλλοτε, αλλού, θα μπορούσε να 'ναι μια ρομαντική ιστορία. Αλλά υπάρχει πολλή βρωμιά στη Νέα Υόρκη, Πολύ κρύο και πείνα, και στο τέλος ο άνθρωπός εγκλιματίζεται στο περιβάλλον του. Πως αλλιώς να εξηγήσω το έγκλημά μου; Γιατί ένα βράδυ τη σκότωσα. Η Ανν μόλις είχε φύγει. Ήταν από κείνες τις σπάνιες φορές που τύχαιναν μαζί οι δυο τους στο σπίτι. Πρόσεξα πόσο πιο όμορφα καπούλια είχε η Ανν, πόσο πιο γεροδεμένο το κορμί της. Της το 'πα στο κρεβάτι. Η Μόλλυ ήξερε πως θα έφευγα σε μερικές μέρες. Κι ήταν πολύ σοροπιασμένη. Ύστερα μπήκε η γυναίκα του τρελού σκηνοθέτη ζητώντας λίγη ζάχαρη. Η Μόλλυ της έδωσε και ξαναγύρισε στο κρεβάτι. Και τότε άρχισε να με κατηγορεί. Μου είπε ανοιχτά πως ήμουν κάθαρμα, πως δεν τη σκεφτόμουν καθόλου. Τώρα θα 'φευγα και θα την άφηνα πάλι μόνη σ' αυτή τη βρωμιά και την ασφυξία. Με είπε και κλέφτη, γιατί από τότε που πήγαινα σπίτι της, συνεχώς έβρισκε πράγματα να της λείπουν. Με χαρά έβλεπα ότι βοηθούσε τον χωρισμό. Μα όπως δεν ήταν αρκετά όσα μου είχε πει, συνέχισε να με κατηγορεί λέγοντας πως δεν ήμουν αισθησιακός όσο ο άλλος φίλος της κι ότι ακόμα μπορεί να ήμουν και ομοφυλόφιλος. Τότε τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, γίναν δύο τεράστιες λίμνες κι εγώ άρχισα να βουλιάζω μέσα τους. Για να μην πνιγώ, αρπάχτηκα από τον λαιμό της και την έσφιξα δυνατά. Έβγαλε μια κραυγή, ύστερα κι άλλη, κι άλλη, μα δεν ακούστηκε τίποτα, γιατί από πάνω τραγουδούσε και χόρευε μια παρέα Πορτορικανών, από πλάι δερνόταν ο σκηνοθέτης μ τη γυναίκα του και το καλοριφέρ σφύριζε δαιμονισμένα. Την έσφιξα όσο πιο δυνατά μπορούσα, κι ήταν σαν να έπνιγα εκείνη τη στιγμή ολόκληρη τη Νέα Υόρκη.
Κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας. Στην έξοδο του σπιτιού, ο ίδιος μεθυσμένος που ήταν εκεί όταν ανέβαινα, μ' άρπαξε από τον αστράγαλο και μ' εκλιπαρούσε να του φτάσω το μπουκάλι. Ξέφυγα απ' τα χέρια του, μα λίγο παρακάτω είδα ένα περιπολικό με το σπαθιστό του φως, που ήταν εκεί για μιαν αυτοκτονία. Γλίστρησα και χάθηκα μες στον υπόγειο σιδηρόδρομο, στον σκοτεινό του φάρυγγα που είναι φαράγγι από ατσάλι. Πέρασα στο Μπρονξ, στο Μπρούκλιν, στο Λονγκάιλαντ. Στο Νασσό βρέθηκα στον άσσο, εγώ, περίγελως των διαφημίσεων, ένα αποπαίδι των τεράτων...
Την άλλη μέρα ωστόσο οι εφημερίδες δεν γράψαν τίποτε για το έγκλημά μου,
...........................................................
Στο καράβι του γυρισμού, πέντε μερόνυχτα πάνω στο υπερωκεάνιο “Ανεξαρτησία”, με συνέχει η αγωνία της επιστροφής, Κι έτσι παίζω με τις λέξεις που διάχυτες κυκλοφορούν μες στους διαδρόμους του εγκεφάλου:
Δεν είπα τίποτε στις ΗΠΑ.
Είδα τον φίλο μου Αντύπα.
Και φεύγω αφήνοντας πίσω μου μια τρύπα.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Μεγάλη χαρά προκάλεσε η νίκη Μητσοτάκη στους αντιπάλους του Τσίπρα ... είναι άραγε δικαιολογημένη;


Είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσει κανείς τις συνέπειες που θα έχει στο πολιτικό σκηνικό η εκλογή Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ. Βεβαίως οι ακραίοι δεξιοί της ΝΔ (Άδωνης, Βορίδης, Σαμαράς κλπ) χαίρονται που θα πάρουν όλα τα "πόστα" και για την ηχηρή κατραπακιά που δίνουν στον Καραμανλισμό. Αυτό πολύ το είχαν ονειρευτεί και τώρα τους βγήκε. Εκείνοι όμως που πανηγυρίζουν μέσα στην καλή χαρά, ως παιδιά που τους χάρισαν γυαλιστερό παιχνίδι, είναι οι διαφωτισμένοι της γαλλικής επανάστασης ψηφοφόροι και οπαδοί του Πασοκ και του Ποταμιού. Πανηγυρίζουν γιατί θεωρούν σαν καλό νέο το γεγονός ότι ένας μεταρρυθμιστής (!!!) εξελέγη στην κεφαλή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς πανηγυρίζουν ιδιαίτερα και όσοι εκ των διαφωτισμένων ελπίζουν δια μέσου της ΝΔ να επανέλθουν κι αυτοί στην εξουσία κρατώντας την ουρά του φράκου του Μητσοτάκη όταν εκείνος θα εισέρχεται στα παλάτια της νέας διακυβέρνησης. Πανηγυρίζουν βεβαίως και οι καθαρόαιμοι δεξιοί (ΧΑ κυρίως αλλά και ΑΝΕΛ) που βλέπουν πως ανοίγεται η προοπτική για μια εκλογική καθίζηση της ΝΔ από την οποία ελπίζουν να επωφεληθούν. Πραγματικά, αν η ΝΔ ακολουθήσει την ιδεοληψία του νέου επικεφαλής της και στραφεί στον τυφλό νεοφιλελευθερισμό, θα δούμε πολύ σύντομα σύννεφα μελαγχολίας να σκιάζουν το τοπίο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατά τη γνώμη μου πάντως, μια τέτοια καθαρόαιμη νεοφιλελεύθερη στροφή δεν την βλέπω πολύ πιθανή.

Αυτές οι κρίσεις μου βεβαίως, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που πιστεύω ότι θα απορροφηθεί από το πολιτικό σκηνικό η νίκη του Μητσοτάκη. Ωστόσο θέλω να καταγράψω κάποιες πρώτες σκέψεις που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που ακούω στα κανάλια, καθεστωτικά και μη. Μιλάω για τις απόψεις των αναλυτών ότι με τον Μητσοτάκη θα γίνει πιο συμπαγής η μεταρρυθμιστική αντιπολίτευση (ΝΔ, ΠαΣοΚ, Ποτάμι) και ότι αυτό θα σπρώξει τοιν Σύριζα ακόμα πιο αριστερά κι απ' όσο ειναι σήμερα. Αναρωτιέμαι, βέβαια, αν υπάρχει κάτι στα αριστερά του Σύριζα εκτός από τον γκρεμό καθώς ΛΑΕ και ΚΚΕ δεν θέλουν πια ούτε να τον ξέρουν. Ας καταγράψω όμως τις παρακάτω σκέψεις μου:

Η καινούρια ΝΔ είναι βέβαιο ότι θα θέσει σοβαρά διλήμματα εκ νέου στον μεσαίο χώρο. Το ΠαΣοΚ (με την ολίγη από Δημάρ) και το Ποτάμι θα δουν την "γοητεία" του νέου μεταρρυθμιστικού λόγου του Μητσοτάκη να πιέζει κάποια από τα στελέχη και από τους ψηφοφόρους τους που θα ελκύονται και πάλι από την δεξιά αναιρώντας την ιστορία και την ιδεολογία τους. Τι θα κάνουν στην περίπτωση αυτή; Θα ενδώσουν όπως η Δημαρ το 2012 ή θα αντιδράσουν οδεύοντας στον αντίθετο δρόμο; Μήπως, δηλαδή, αντί να ενισχύσουν την Μητσοτακική και "μεταρρυθμιστική" ΝΔ στραφούν σε μια πιο αντιδεξιά ρητορεία και πλησιάσουν έτσι εξ αντικειμένου περισσότερο στον Σύριζα; Είναι κι αυτό ένα πιθανό ενδεχόμενο. Ο Σύριζα φαίνεται κάθε μέρα όλο και πιο έτοιμος να παίξει το σοσιαλδημοκρατικό χαρτί, όχι αλλάζοντας τις σταθερές του αλλά συνεργαζόμενος με την ευρωπαϊκή σοσιαλιστική πτέρυγα και τις εγχώριες εκφράσεις της.

Στις δυνάμεις του κέντρου δεν ανέφερα τον Λεβέντη. Όχι μόνο γιατί είναι παράγοντας απρόβλεπτος αλλά και γιατί δεν θα ακολουθήσει τον δρόμο των ΠαΣοΚ και Ποτάμι αφού είναι οι κυριότεροι εκλογικοί αντίπαλοί του. Αν οι δυο φωτισμένοι της γαλλικής επανάστασης πάνε Μητσοτάκη, ο Λεβέντης θα σαλπίσει την ανάγκη να συνασπιστούν οι κεντροαριστερές και πατριωτικές δυνάμεις και θα γείρει κυβερνητικά. Αν τα δυο "προχωρημένα" (στη σκέψη) κόμματα συνασπιστούν εναντίον του Μητσοτάκη (σαν ελάχιστη κίνηση πολιτικής επιβίωσης) το σκηνικό θα γίνει περίπλοκο αλλά θα διατηρήσει τον Σύριζα σε κυρίαρχο ρόλο.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να ανησυχεί ιδιαίτερα ο Σύριζα από την νίκη του Μητσοτάκη. Πέρα από το γεγονός ότι θα φέρει έναν αέρα κοσμοπολιτισμού σβήνοντας την σουβλακίλα του Βαγγέλη, δεν ξέρω πόσο θα συσπειρώσει έναν "κεντροδεξιό" κόσμο που για όραμά του είχε πάντα το ΠαΣοΚ της καλής εποχής, ούτε ξέρω αν θα συσπειρώσει γύρω του την δομική ευρωπαϊκή αντιπολίτευση κόντρα σε έναν Σύριζα που θα ρέπει και πάλι "προς τον κομμουνισμόν!". 
Για να το πω με όσο πιο απλό τρόπο μπορώ: Η ΝΔ του Μεϊμαράκη ήταν φτιαγμένη και κατάλληλη για να περιμένει το ώριμο φρούτο να πέσει. Αν ο Σύριζα απογοήτευε, η ΝΔ του Μεϊμαράκη θα γινόταν κυβέρνηση. Τώρα, η ΝΔ του Μητσοτάκη, δεν θα έχει πια το κουράγιο ή την σοφία να περιμένει. Θα χυμήξει για να κόψει τον καρπό από το δέντρο πριν αυτός γίνει ώριμο φρούτο και πέσει μόνος του. Ίσως να τα καταφέρει, ίσως όμως και να σκοντάψει. Η σιγουριά του "ώριμου φρούτου" που θα έφερνε την ΝΔ στην εξουσία αν ο Σύριζα έπεφτε, δεν υπάρχει πια. Το παιχνίδι είναι ανοιχτό και πλέον παίζει και ο Σύριζα που ως τώρα έμοιαζε να βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στην ενδοσκοπική του βαριεστημάρα.