Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΑΛΗΘΗΣ ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ (διήγημα)

Της Αγίας Βαρβάρας σήμερα. Δεν δίνω σημασία στις γιορτές, αλλά για σήμερα έχω ένα δοκίμιο που πάει γάντι. Είναι μια "μυθολογική" νουβέλα που ανασυνθέτει την ιστορία της Αγίας Βαρβάρας με τρόπο που θα μπορούσε να είναι πιο αληθινός από τους βίους των Αγίων. Φυσικά στηρίζεται εξ ολοκλήρου στον «βίο της Αγίας Βαρβάρας» όπως τον διαβάζει κανείς στις αποστολικές διακονίες, στην βικιπέδια και αλλού, μόνο που εδώ είναι μύθος (λες και στα άλλα δεν είναι μύθος). Το διήγημα έχει τίτλο «Ο αληθής βίος της Αγίας Βαρβάρας» και είναι το πρώτο από μια συλλογή διηγημάτων που έγραψα το 2016. Συνολικά η συλλογή έχει τίτλο «ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΒΑΡΒΑΡΑ» και περιέχει επτά διηγήματα με πρωταγωνίστριες Βαρβάρες. Κάποια εξ αυτών έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν. 
Σήμερα λοιπόν, της Αγίας Βαρβάρας, σας δίνω αυτό το διήγημα τεσσάρων χιλιάδων λέξεων (4.011 για την ακρίβεια). Όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει τον βίο της Αγίας από τα επίσημα θρησκευτικά βιβλία για να βρει την ιστορία μου πιο διασκεδαστική.


ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΤΣΙΡΙΔΗΣ

ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΒΑΡΒΑΡΑ”

Διήγημα 1ο:


Ο αληθής βίος της Αγίας Βαρβάρας





Κεφάλαιο Α'




Όταν πέθανε ο θείος μου, οι συγγενείς διαμαρτυρήθηκαν σιωπηρά για τις πολλές δωρεές που άφησε με τη διαθήκη του σε σωματεία φιλανθρωπικά και σε ένα σύλλογο όπου είχε διατελέσει Πρόεδρος και Γραμματέας για πολλά χρόνια. Λίγα πράγματα έμεναν τους κληρονόμους του. Εμένα μου επέτρεψαν απλά την πρόσβαση στη βιβλιοθήκη του για να πάρω όποιο βιβλίο θα θεωρούσα χρήσιμο. Ήταν γεμάτη η παλιά, βαριά δρύινη βιβλιοθήκη με συγγράμματα επιστημονικά και εγκυκλοπαίδειες, με λεξικά, ιστορικά περιοδικά κι αραχνιασμένες σειρές απάντων αρχαίων και νέων συγγραφέων. Εγώ έψαχνα για μια Παλαιά Διαθήκη που είχε κάπου φυλαγμένη. Ήταν κι αυτή κληρονομιά από τους προ παππούδες μας, και μου την είχε δείξει κάποτε για να την ξεφυλλίσω.

Σε ύψος κάτω από τη μέση μου, υπήρχε μια σειρά από ντουλάπια. Αποτελούσαν τη βάση της βαριάς βιβλιοθήκης που ήταν σχεδόν χτισμένη στον τοίχο. Είχα βρει κάποια κλειδιά που φαίνονταν να ταιριάζουν με τις κλειδαριές στα πορτάκια. Τα δοκίμασα όλα και κατάφερα να τα ανοίξω, Μόνο ένα ακριανό ντουλάπι που έμοιαζε να έχει πολλά χρόνια, μερικές δεκαετίες, να το αγγίξει άνθρωπος, δεν άνοιγε με κανένα κλειδάκι. Αναγκάστηκα να το διαρρήξω καθώς με έτρωγε η περιέργεια να δω τι υπήρχε εκεί μέσα. Το άνοιξα και βρήκα παλαιά βιβλία γεμάτα σκόνες, αράχνες αλλά και περιττώματα από ποντίκια. Εκεί ήταν κι η Παλαιά Διαθήκη που έψαχνα.

Δεν άντεξα τη μυρωδιά και πήγα αμέσως να πλυθώ. Όσα βιβλία και περιοδικά είχα βγάλει τα είχα παρατήσει στο πάτωμα και γύρισα να τα μαζέψω. Τα τακτοποιούσα όταν άκουσα ένα θόρυβο που έδειχνε πως το ντουλάπι στο βάθος του ήταν κούφιο. Έλεγξα από περιέργεια και είδα πως το πίσω μέρος του ντουλαπιού ήταν στην ουσία πόρτα για έναν άλλο χώρο κρυμμένο στο βάθος, ίσως θέση που θα πρέπει να βρισκόταν το κούφωμα του τοίχου. Είχα ανακαλύψει κατά τύχη μια κρύπτη που θα έμενε στην αφάνεια μέχρι τουλάχιστον να έπεφταν αυτοί οι τοίχοι, αν κάποτε το σπίτι γκρεμιζόταν ολόκληρο.

Ήθελα οπωσδήποτε να μάθω τι είχε κρύψει εκεί μέσα ο θείος. Από το μυαλό μου πέρασαν κάτι σκέψεις για ένα κρυμμένο θησαυρό κι έτσι αρχικά απογοητεύτηκα όταν άνοιξα κι αυτή την κρυφή πόρτα διαρρηγνύοντάς την επίσης. Δεν βρήκα κασετίνες με κοσμήματα ή κάτι άλλο πολύτιμο. Το μόνο που υπήρχε ήταν ένας χειρόγραφος κώδικας, ένα βιβλίο δηλαδή μιας πολύ παλιάς εποχής που έδειχνε να έχει μεγάλη αξία. Ο χρόνος είχε αποτυπωθεί στο χρώμα και στη μυρωδιά των σελίδων του. Τα γράμματα ήταν ευανάγνωστα αλλά η γλώσσα φαινόταν αρχαΐζουσα και στρυφνή. Τουλάχιστον αυτό ήταν μια κάποια αποζημίωση. “Για να το έχει κρύψει εκεί ο θείος” σκέφτηκα “θα πρέπει να έχει μεγάλη αξία”.

Έκλεισα καλά τα πορτάκια που είχα διαρρήξει, το μπροστινό του ντουλαπιού και το κρυφό του τοίχου, τακτοποίησα όσο καλύτερα μπορούσα τα βιβλία και κράτησα την Παλαιά Διαθήκη κι ένα-δυο ακόμα για ενθύμιο. Έβαλα ανάμεσά τους τον πολύτιμο χειρόγραφο κώδικα και βγήκα από το δωμάτιο. “Αυτά θα πάρω” είπα στους συγγενείς που ήταν εκεί και μου έδωσαν μια τσάντα για να τα κουβαλήσω πιο εύκολα.

Φυσικά η περιέργειά μου ήταν μεγάλη. Ήθελα να δω τι ήταν αυτό που είχε κρύψει σε μια τέτοια κρύπτη ο θείος και ακόμα είχα την περιέργεια να δω ποιο θέμα πραγματευόταν. Πήγα λοιπόν ίσια στο γραφείο μου, άφησα στην άκρη τα άλλα βιβλία κι έπιασα στα χέρια μου τον κώδικα. Ήταν πραγματικά μεγάλης αξίας, αν ήθελα να το πουλήσω θα έβγαζα αρκετά χρήματα. Στην πρώτη του κιόλας σελίδα έγραφε πως ο αντιγραφέας θα ήθελε να μείνει το βιβλίο κρυφό από το κοινό, κτήμα ολίγων μόνο ανθρώπων.

Η απορία μου λύθηκε μόλις άρχισα να το διαβάζω. Η γλώσσα του, αττική και αρχαΐζουσα, με κούρασε ώσπου να το κατανοήσω αλλά με αποζημίωσε με το περιεχόμενό του. Και μόνο ο τίτλος του έφτανε: Ο πραγματικός βίος ψευδών τινων αγίων και η αληθής εξιστόρησις του κρυφού βίου της, φερομένης ως αγίας, Βαρβάρας του Διοσκόρου εξ Ηλιουπόλεως Φοινίκης!

Και μόνο το “ψευδών αγίων” ή το “φερομένης” ήταν αρκετά για να με κάνουν να το ρουφήξω μονομιάς. Δεν λογάριασα ούτε τον κόπο που χρειάστηκε να καταβάλω για να μεταφράσω ένα κείμενο γεμάτο λεκτικές ακροβασίες ούτε την τοξική σκόνη που ήταν κρυμμένη στα φύλλα και, αναδυόμενη, πότιζε τον αέρα που ανέπνεα προκαλώντας μου φταρνίσματα και δάκρυα στα μάτια. Θα νόμιζε κανείς πως διάβαζα μια ιστορία δραματική που με έκανε να κλαίω.

Αμέσως κατάλαβα πως ήταν ένα κείμενο απαγορευμένο τόσον από την Ορθοδοξία όσο κι από τον Καθολικισμό, αφού το περιεχόμενό του ήταν το λιγότερο σκανδαλώδες. Ως γνωστόν οι “βίοι των Αγίων” θεωρούνται σήμερα ιερά κείμενα της εκκλησίας. Πολλά από τα καταγεγραμμένα “θαύματα”, που στηρίζουν το θεόπεμπτο της θρησκείας μας, βασίζονται στις περιγραφές των βίων των αγίων του χριστιανισμού. Αν ανατραπεί κάποιο από αυτά τα θαύματα με κάποια αξιόπιστη μαρτυρία, έστω και σε μια μόνον περίπτωση, η αμφιβολία θα αρχίσει να εγείρεται και για όλα τα άλλα. Είναι γνωστό πως η αμφιβολία είναι ιός που κατατρώγει κρυφά την υγεία του οργανισμού στον οποίο εισέρχεται. Όταν ο ιός τελειώσει το έργο του, αφήνει την αρρώστια να εκδηλωθεί πλήρως. Αυτός ήταν ο λόγος που το βιβλίο των “ψευδό-αγίων” ήταν βαθιά κρυμμένο ώστε κανείς να μην το διαβάσει ποτέ. Αν αυτά που ήταν γραμμένα εκεί μέσα γινόταν γνωστά κι ευρέως αποδεκτά, τότε θα καταρριπτόταν ένας από τους πυλώνες πάνω στους οποίους βασίζονται οι εκκλησίες, τόσο η ανατολική των Ορθοδόξων όσο και η δυτική των Καθολικών.

Το χειρόγραφο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου τροποποιεί τον γνωστό “βίο” κάποιων αγίων. Παρουσιάζει διαφορετικές εκδοχές της ζωής τους, δηλαδή της ιστορίας που μας έχει δοθεί γι αυτούς. Αλλού οι παραλλαγές είναι μικρές κι ασήμαντες αλλού κάπως πιο σημαντικές, πουθενά όμως δεν αποτελούν πραγματική ανατροπή των παραδεδεγμένων εκτός από μια περίπτωση. Πρόκειται για την φερομένη ως “αγία” Βαρβάρα, η οποία μνημονεύεται και στον τίτλο του βιβλίου. Στην περίπτωσή της η ανατροπή είναι όχι απλά σημαντική αλλά απόλυτη.

Πρόκειται για τον πραγματικό βίο της Βαρβάρας, κόρης του Διόσκορου, που όπως γράφεται στο χειρόγραφο δεν ήταν ούτε καν χριστιανή, αντιθέτως ήταν πιστή της εθνικής των Ελλήνων θρησκείας και το μαρτύριό της δεν ήταν καθόλου θρησκευτικό αλλά ερωτικό. Ιδού τι έγραφε το χειρόγραφο για τον πραγματικό βίο εκείνης της Βαρβάρας που η Εκκλησία του Χριστού την θέλει Αγία.



===






Κεφάλαιο Β'




Η Βαρβάρα έζησε στο τέλος του 3ου μΧ αι. κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός (284-305 μΧ). Γεννήθηκε στην Ηλιούπολη της Φοινίκης (στο Μπάαλμπεκ του σημερινού Λιβάνου) κι ήταν θυγατέρα του πλουσίου τοπάρχη της περιοχής Διόσκορου. Το όνομά της το οφείλει πιθανώς στην μητέρα της που ήταν μια γυναίκα προερχόμενη εκ βαρβαρικής φυλής και η οποία πέθανε κατά την γέννα. Ο πατέρας της την μεγάλωσε με ελληνική παιδεία και αρετή και την μύησε από νωρίς στην εθνική θρησκεία των Ελλήνων. Ήταν πολύ όμορφη, δεν είχε αδέλφια κι ο Διόσκορος την αγαπούσε ιδιαιτέρως. Ήθελε να την κρατήσει μακριά από τις ανθρώπινες ατυχίες σε μια εποχή ταραγμένη κατά την οποία η αυτοκρατορία συγκλονιζόταν από παντού από εισβολές βαρβάρων στα εκτεταμένα εδάφη της. Ζούσαν σε μιαν έπαυλη μεγάλη κι οχυρωμένη σαν πύργος για να τους προστατεύει από ληστές ή συμμορίες που ξεπετάγονταν από το πουθενά για λεηλασίες κι απαγωγές που θα ξεπληρώνονταν με λύτρα. Την ανατροφή της είχε αναλάβει μια χριστιανή παραμάνα.

Στον πύργο του πατέρα της η κόρη καλλιεργούσε το πνεύμα της. Μελετούσε σοφούς και ποιητές των αρχαίων και ένδοξων χρόνων της Ελλάδας καθώς και την ιστορία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κάποτε ο πατέρας της θέλησε να καλλωπίσει τον πύργο τους και διέταξε τους εργάτες του να κτίσουν σε ένα σημείο του ένα λουτρό με δύο παράθυρα. Ανέλαβε να φροντίσει για την κατασκευή ένας ωραίος νεαρός που καταγόταν από την Αθήνα κι είχε γνώσεις μηχανικής και οικοδομικής.

Έτσι τον γνώρισε η Βαρβάρα. Ο νεαρός ήταν εκατόνταρχος στον ρωμαϊκό στρατό κι αυτή τη δουλειά την ανέλαβε μόνο και μόνο για χάρη του Διόσκορου που ήταν πολύ αγαπητός όχι μόνον στον λαό της Ηλιούπολης αλλά και στους Ρωμαίους Η καθημερινή επαφή του εκατόνταρχου με την ωραία κόρη ήταν αρκετή για να ανθίσει ανάμεσά τους ένα ειδύλλιο. Αρχικά και οι δυο κρατούσαν σταθερά τη θέση τους και δεν εκδήλωναν ανάρμοστες επιθυμίες. Όταν όμως οι κατασκευές τελείωσαν κι ο εκατόνταρχος θα ξαναγύριζε στο στρατό, η νεαρή Βαρβάρα του ζήτησε να ανοίξει και ένα τρίτο παράθυρο στο λουτρό ώστε να τον καθυστερήσει. Δεν ήθελε πολύ να γίνει η επαφή τους στενότερη. Τα βλέμματα που αντάλλασσαν κι η ένταση που προξενούσε η παρουσία του ενός στον άλλον δεν περνούσαν πλέον απαρατήρητα. Οι δυο νέοι αφέθηκαν να πέσουν συνειδητά ο ένας στα ερωτικά δίχτυα του άλλου. Όχι πως υπήρξε μεταξύ τους σαρκική επαφή, όμως οι υποσχέσεις που δόθηκαν εκατέρωθεν συνιστούσαν μια δέσμευση του ενός προς τον άλλον με χαρακτηριστικά αιωνίου συμβολαίου.

Η Βαρβάρα, συνήθιζε από μικρή να φεύγει μόνη της προς ένα κοντινό λόφο όπου υπήρχε ένας βράχος στον οποίο καθόταν και μιλούσε με τους θεούς κι ιδιαίτερα με την θεά της σοφίας Αθηνά. Ο βράχος είχε ένα ευρύχωρο κοίλωμα, σχεδόν σαν μικρό δωμάτιο. Είχε σκορπίσει εδώ κι εκεί διάφορα αντικείμενα που έδειχναν ότι ο χώρος αυτός ήταν δικός της και της θεάς. Άρχισε να συναντιέται εκεί με τον εκατόνταρχο. Δεν προχωρούσαν σε άλλες περιπτύξεις πέρα από κάποιες σφιχτές αγκαλιές και από πολλά φιλιά καθώς η παρθενία της Βαρβάρας ήταν μια αρετή που ο εκατόνταρχος την σεβόταν απόλυτα. Φρόντιζε λοιπόν, όσο κι αν ήταν δύσκολο, να συγκρατείται και να μην βάζει ούτε κι εκείνην σε πειρασμό. Όμως αυτό δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ. Συμφώνησαν πως όταν θα γύριζε από μια αποστολή που είχε να εκτελέσει πηγαίνοντας με τον ρωμαϊκό στρατό στην περιοχή της Παλμύρας, θα ζητούσε από τον πατέρα της να την παντρευτεί.

Ωστόσο τα πράγματα κύλησαν διαφορετικά. Για την Βαρβάρα την ομορφιά και τη χάρη της έμαθε ο Μαρκιανός, ο Ρωμαίος άρχοντας της περιοχής της Παφλαγονίας, και την ζήτησε από τον Διόσκορο. Εκείνος, που του χρωστούσε μεγάλη χάρη, το θεώρησε τιμή του και την υποσχέθηκε. Όταν της το είπε η Βαρβάρα αντί να χαρεί έβαλε τα κλάματα. Την ίδια κι όλας μέρα εξαφανίστηκε από τον πύργο και κρύφτηκε στον βράχο πάνω στον λόφο της. Ο εκατόνταρχος που θα μπορούσε να την “κλέψει” έλειπε κι ο πατέρας της δεν θα μπορούσε ποτέ του να καταλάβει την αντίδρασή της στο ιερό του δικαίωμα να καθορίσει την τύχη της. Εξ άλλου, όπως πίστευε, ενεργούσε αποκλειστικά για το δικό της καλό. Είχε βεβαίως μιαν υποχρέωση στον Μαρκιανό, όμως, πέρα από αυτήν, η Βαρβάρα θα γινόταν πριγκίπισσα και θα περνούσε σαν βασίλισσα δίπλα στον άρχοντα της Παφλαγονίας.

Η Βαρβάρα γνώριζε πως το πατροπαράδοτο και νόμιμο, επομένως και σωστό, ήταν να ακούσει τον πατέρα της και να γίνει γυναίκα του Μαρκιανού. Μίλησε με τον Διόσκορο και του ομολόγησε πως η καρδιά της ήταν δοσμένη στον εκατόνταρχο. Εκείνος δεν δέχτηκε τον νεαρό σαν αντάξιο της και της είπε πως η εντολή του ήταν να ξεχάσει τον εφηβικό της έρωτα και να φύγει για την Παφλαγονία. Η Βαρβάρα, όσο κι αν τον σεβόταν, αποφάσισε να μην ενδώσει και να μην υποταχθεί στην εντολή του. Εξ αιτίας των όσων διάβαζε και των όσων της δίδασκε ο ίδιος ο πατέρας της, εξ αιτίας και του βαρβαρικού κι ελεύθερου αίματος που έτρεχε στις φλέβες της, δεν δέχτηκε την πατρική απόφαση. Ρώτησε τους θεούς με αναίμακτες θυσίες με αρώματα κι άνθη. Η Αθηνά αλλά κι η Ήρα της είπαν ότι εκείνη έχει το δίκιο και ότι η καρδιά -όταν γεμίζει με θεϊκή μανία όπως ο έρωτας- είναι πάνω από τους νόμους των Ρωμαίων. Έτσι πήρε την απόφαση να φύγει από το πατρικό τους. Δεν είχε που να πάει αλλά δεν την ένοιαξε. Ήταν έτοιμη να φύγει και από τη ζωή ακόμη αν η ζωή της επιφύλασσε την σκλαβιά μεταμφιεσμένη σε συζυγικό βίο.

Κατέφυγε στον λόφο της και έκανε σπίτι της τον βράχο της όπου είχε τα απαραίτητα για να κοιμηθεί και να περάσει μερικές μέρες χωρίς να χρειαστεί να ψάξει για τροφή. Ο Διόσκορος αντελήφθη την φυγή της και τρελάθηκε. Την έψαχνε παντού αλλά κανείς δεν την είχε δει πουθενά. Η Βαρβάρα κοιμόταν και ξυπνούσε χωρίς να ζητά από τους θεούς να την συντηρήσουν και χωρίς να ελπίζει σε τίποτε. Είχε αποφασίσει να τελειώσει τη ζωή της στη σχισμή των βράχων, έξω από μια κοινωνία που δεν την καταλάβαινε και δεν την συναισθανόταν.

Ο Διόσκορος την βρήκε δέκα μέρες μετά την φυγή της. Στάθηκε τυχερός που συνάντησε δυο βοσκούς που φάνηκαν να γνωρίζουν κάτι. Τους πίεσε πολύ να του πουν και τους υποσχέθηκε χρυσάφι για να τους αποσπάσει πληροφορίες για την κόρη του. Του έδειξαν ένα κοίλωμα των βράχων πάνω σε κάποιον λόφο όπου την είχαν δει παλιότερα να τριγυρίζει άλλοτε μόνη της κι άλλοτε μαζί με έναν νεαρό στρατιωτικό. Την βρήκε σε κακό χάλι, πεινασμένη κι αφυδατωμένη σχεδόν ετοιμοθάνατη. Αφού την συνέφερε, χωρίς πολλά-πολλά, την έβαλε σε μια άμαξα και την συνόδευσε ο ίδιος στα Ευχάριστα της Παφλαγονίας, στην έδρα του Μαρκιανού. Την παρέδωσε στον Ηγεμόνα που την περίμενε πως και πως. Του απέσπασε την υπόσχεση πως δεν θα την πίεζε με κανένα τρόπο και πως θα την παντρευόταν μόνο αν θα κατάφερνε να κερδίσει την συμπάθεια και τη συναίνεσή της στον γάμο.

Ο Μαρκιανός ήταν συγκλητικός και πολύ περήφανος για να μην αποδεχτεί την πρόκληση. Υποσχέθηκε στον Διόσκορο πως θα την κάνει να τον θελήσει η ίδια και να του ζητήσει να την παντρευτεί και από την επόμενη κι όλας μέρα άρχισε τις προσπάθειές του. Η Βαρβάρα, αδύνατη κι εμφανώς καταβεβλημένη, εξακολουθούσε να παραμένει πανέμορφη. Αν και την περνούσε είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια, ο Ρωμαίος διοικητής της Παφλαγονίας πολύ σύντομα έπεσε σε έναν βαθύ έρωτα για την Βαρβάρα.






Κεφάλαιο  Γ'




Ο έρωτας του Μαρκιανού για τη Βαρβάρα παρέμενε μονομερής και χωρίς ανταπόδοση παρά το γεγονός ότι ο Ρωμαίος διοικητής της Παφλαγονίας ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος. Η μεταξύ τους μεγάλη διαφορά ηλικίας κι η προσήλωσή της στον δικό της έρωτα για τον εκατόνταρχο ήταν ο λόγος που απέκλειε την ανταπόκρισή της στο έντονο αίσθημά του. Ο καρτερικός κι ευγενικός τρόπος με τον οποίο τον αντιμετώπιζε ενίσχυε την πεποίθηση του Ρωμαίου ότι αυτή η γυναίκα έπρεπε κάποτε να σταθεί στο πλάι του. Έτσι, δεν απογοητευόταν και προσπαθούσε με συζήτηση και διάφορα καλοπιάσματα να κερδίσει την συμπάθειά της, Η υπομονή του κράτησε πολύ καιρό αλλά κάποια στιγμή εξαντλήθηκε. Δεν ήταν καθόλου συνηθισμένος να τον αγνοούν κι η συνεχής αδιαφορία της του έσπαγε τα νεύρα.

Η Βαρβάρα ήταν αμετάπειστη. Δεν στόλιζε τα δωμάτιά της με τα δώρα που της έστελνε, δεν εκτιμούσε τα μύρα και τα υφάσματα που της χάριζε, δεν ήθελε ούτε καν να ακούει τις αυλήτριες που της προσέφερε για να της γαληνεύουν την ψυχή με τις μουσικές και τα τραγούδια τους. Μιλούσε μόνο με την Ιουλιανή, την πιστή φίλη κι ακόλουθό της που είχε έρθει μαζί της από την Ηλιούπολη. Της έλεγε τον πόνο της που βρισκόταν εδώ φυλακισμένη. Έκανε βόλτες στην εξοχή, αγαπούσε μόνο τη φύση και το γράψιμο και δεν ήθελε να ακούσει λέξη για γάμο ενώ στις γεμάτες πάθος προσπάθειες του Μαρκιανού να την κάνει δική του αντιδρούσε βίαια με τρόπο ανεπίτρεπτο για γυναίκες.

Καθώς η πολιορκία της κρατούσε πολύ, ο Μαρκιανός άρχισε να γίνεται πολύ πιο πιεστικός. Όρισε ημερομηνία γάμου, έδιωξε από δίπλα της και φυλάκισε σε μπουντρούμι την Ιουλιανή ενώ έκλεισε στα διαμερίσματά της την Βαρβάρα.

Ο πατέρας της, που βρισκόταν κι αυτός στην Παφλαγονία, μετείχε στις προσπάθειες του Μαρκιανού να της αλλάξει τα μυαλά. Με τον καιρό, όμως, άρχισαν να αλλάζουν τα δικά του μυαλά αντί για εκείνα της Βαρβάρας. Έβλεπε την αμείωτη επιθυμία της να φύγει, την παρακολουθούσε που πιεζόταν από την επιμονή του Ρωμαίου κι ένιωθε τύψεις για το αδιέξοδο στο οποίο την είχε μπλέξει. Ο Μαρκιανός θα την παντρευόταν με το ζόρι για να έχει δικαιώματα ζωής ή θανάτου πάνω της. Κατάλαβε πως η πολυαγαπημένη του κόρη θα ζούσε δυστυχής κι όχι ευτυχισμένη σαν βασίλισσα όπως νόμιζε όταν συγκατένευσε στο προξενιό.

Άλλαξε γνώμη, κατάλαβε το λάθος του που δεν σεβάστηκε την επιθυμία της κι αποφάσισε να δράσει. Δεν μπορούσε να την πάρει και να φύγουν. Η προσβολή θα ήταν πολύ μεγάλη αφού ο γάμος είχε οριστεί. Θα έχανε το κεφάλι του κι ας ήταν κι εκείνος Ρωμαίος αξιωματούχος. Όσο έμενε στο παλάτι του Μαρκιανού, βρισκόταν στην απόλυτη εξουσία του. Αν ήθελε να σώσει την κόρη του και να σωθεί κι ο ίδιος έπρεπε βρει ένα τρόπο να φύγουν κι οι δυο χωρίς να προκαλέσουν τον Άρχοντα της Παφλαγονίας και χωρίς να του δώσουν το δικαίωμα να τους κυνηγήσει.

Στα κρυφά, έστειλε μήνυμα στον εκατόνταρχο γράφοντας πως η Βαρβάρα τον χρειαζόταν. Του περιέγραψε την δύσκολη θέση τους και του είπε να μην εμφανιστεί επίσημα στο παλάτι αλλά να έρθει για να καταστρώσουν ένα σχέδιο διαφυγής. Όλα αυτά τα έκανε με μεγάλη προσοχή ώστε να μη γίνει αντιληπτή η μεταστροφή του και να εξακολουθεί ο Μαρκιανός να πιστεύει πως τον είχε με το μέρος του. Έδειχνε όλο και πιο αυστηρός με τη κόρη του που αρνιόταν τον γάμο. Ζητούσε να του επιτραπεί να την τιμωρήσει ο ίδιος σκληρά. Την αποκήρυσσε δημόσια κι είπε να την ρίξουν κι αυτήν σε μπουντρούμι μέχρι να συνετιστεί.

Μόνο κάποιες ματιές του επέτρεψαν στη Βαρβάρα να καταλάβει πως ο πατέρας της, που έδειχνε θυμωμένος σαν θεριό, παρίστανε τον άγριο αλλά στην πραγματικότητα ήταν με το μέρος της. Τον ήξερε καλά από μωρό παιδί κι αντιλαμβανόταν πως κάτι ετοίμαζε κι ας μην ήξερε τι. Κι ο Διόσκορος πραγματικά κατέστρωσε ένα σχέδιο που θα το έθετε σε εφαρμογή μόλις ο εκατόνταρχος έφτανε στο παλάτι του Μαρκιανού.

Για να το πετύχουν χρειάζονταν τη βοήθεια των κάποιων χωρικών της περιοχής. Ο Διόσκορος βρήκε μια δεμένη ομάδα που μπορούσε να κρατήσει μυστικά και που υπάκουε τυφλά στον αρχηγό της. Ήταν μια ομάδα χριστιανών που είχαν την τοπική τους εκκλησία. Επικεφαλής τους ήταν ένας Πρεσβύτερος που όλοι τον σέβονταν. Με αυτόν ήρθε σε επαφή ο Διόσκορος κι αυτός έβαλε κατόπιν στο κόλπο τους χωρικούς.

Οι χωρικοί γνώριζαν ότι ο Μαρκιανός είχε πάνω τους δικαιώματα ζωής και θανάτου κι ότι μπορούσε να τους πουλήσει σκλάβους ή να τους τιμωρήσει για ψύλλου πήδημα. Ήταν σκληρός άρχοντας που ενέπνεε φόβο κι οι χωρικοί δεν τον συμπαθούσαν καθόλου. Αν μπορούσαν να τον βλάψουν θα το έκαναν με μεγάλη ευχαρίστηση. Όταν έμαθαν ότι ο Διόσκορος στην δική του περιοχή ήταν πολύ καλός κι ανεκτικός με την δική τους θρησκεία δέχτηκαν να τον βοηθήσουν. Έβαζαν πάνω από όλα την πίστη τους και γι αυτό συμφώνησαν να διακινδυνέψουν βοηθώντας έναν άνθρωπο που τους συμπαθούσε. Στο κάτω-κάτω την κόρη του ήθελε να σώσει από τον σκληρό Μαρκιανό.

Κάποιοι από τους χριστιανούς δούλευαν στο παλάτι και κάποιοι είχαν δικά τους κάρα που μετέφεραν τρόφιμα από τα χωριά. Με μια επιχείρηση καλά οργανωμένη, μάζεψαν από το μπουντρούμι την Ιουλιανή, πήραν και την Βαρβάρα που της είχε μιλήσει ο πατέρας της κι είχε βγει από τον γυναικωνίτη για μια βόλτα και τις φόρτωσαν σε ένα κάρο με σανό. Τις πέρασαν από τους φρουρούς, τις έβγαλαν από το παλάτι και τις παρέδωσαν στον εκατόνταρχο. Περιττό να αναφερθεί πόσο ευτυχισμένη έγινε η Βαρβάρα όταν βρέθηκε από την χρυσή φυλακή του παλατιού στην αγκαλιά του εκατόνταρχου παρέα με την αγαπημένη της φίλη Ιουλιανή. Της είπαν ότι για όλα αυτά είχε φροντίσει ο πατέρας της και πως έπρεπε να τον περιμένουν για να μάθουν τι θα γινόταν από εδώ και πέρα. Εκείνος τους οδήγησε στο χωριό Γελασσό της Νύσσου που απέχει περίπου τέσσερις ώρες με τα πόδια από τα Ευαχάϊτα της Παφλαγονίας. Εκεί υπήρχε μια άλλη ομάδα χριστιανών που τους έκρυψε καλά ώστε κανείς να μην μπορεί να υποψιαστεί την ύπαρξή τους.

Ο Διόσκορος στο παλάτι έδειξε αναστατωμένος κι οργισμένος με την κόρη του αλλά και την Ιουλιανή που το είχαν σκάσει. Περίμενε να κάνει πρώτος τις έρευνές του ο Μαρκιανός κι ύστερα ξεκίνησε κι ο ίδιος να ψάχνει. Με τον τρόπο αυτό έφυγε από το παλάτι όπου ένιωθε αιχμάλωτος. Φυσικά γνώριζε που να πάει και συναντήθηκε με την κόρη του και τον εκατόνταρχο. Έμειναν όλοι στη Γελασσό, φιλοξενούμενοι του Πρεσβύτερου και του Συμεώνος Μεταφράστη. Εκείνες τις μέρες, σε ένα διπλανό χωριό θρηνούσαν τον ομαδικό φόνο μιας οικογένειας που την ξεκλήρισαν ληστές. Δυο κόρες της οικογένειας ήταν χριστιανές κι οι ληστές τις είχαν αποκεφαλίσει. Η ιδέα που κατέβηκε στο μυαλό του εκατόνταρχου ήταν διαβολική αλλά ταυτόχρονα έξυπνη και βολική. Προσέφερε μια καλή διέξοδο στο πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί. Ρώτησε αν μπορούσαν να πάρουν τα δυο πτώματα. Στην απορία τους γιατί να βεβηλώσουν δυο νεκρές ο εκατόνταρχος απάντησε λεπτομερώς και τους έπεισε να βοηθήσουν καθώς τους παρουσίασε τα οφέλη που θα είχαν όλοι από την καλή εκτέλεση του σχεδίου του.

Θα έλεγαν στον Μαρκιανό ότι ο Διόσκορος βρήκε την Βαρβάρα αλλά εκείνη του ομολόγησε την πίστη της στον χριστιανισμό και τον έκανε έξαλλο. Την πίεσε πάρα πολύ να απαρνηθεί τον Χριστό, να ξαναγυρίσει στην πατρώα θρησκεία και να παντρευτεί τον Μαρκιανό αλλά εκείνη δεν έκανε πίσω. Ο Διόσκορος ζήτησε από την Ιουλιανή να τον βοηθήσει αλλά ήταν κι εκείνη χριστιανή σαν την Βαρβάρα. Αγανακτισμένος τις απείλησε ότι θα τις σκοτώσει. Τις υπέβαλε σε βασανιστήρια και στο τέλος δεν άντεξε. Όχι μόνο αφαίρεσε τη ζωή τους αλλά τις αποκεφάλισε κι όλας. Ύστερα τις έθαψε και αποφάσισε να ζήσει με τον πόνο του κάνοντας θυσίες στους θεούς για να βρει την εξιλέωση.

Ήταν ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η καταδίωξη της Βαρβάρας και να μην φορτωθεί ο Διόσκορος την προσβολή του Μαρκιανού και την εκδίκησή του. Η Βαρβάρα κι ο εκατόνταρχος θα έπρεπε να εξαφανιστούν και να ζήσουν μαζί. Κανείς δεν ήξερε ότι ο εκατόνταρχος ήταν εδώ και κανείς δεν θα τον υποψιαζόταν. Στην Αθήνα θα εμφάνιζε την Βαρβάρα σαν μια γυναίκα από την Ιωνία που την είχε κάνει γυναίκα του. Ο Διόσκορος θα γύριζε στην Ηλιούπολη και θα γνώριζε πως η κόρη του ζει ευτυχισμένη στην Αθήνα, την πιο λαμπρή πόλη του κόσμου.

Οι χριστιανοί που θα βοηθούσαν να εφαρμοστεί αυτό το σχέδιο, θα είχαν την ευκαιρία να ανακηρύξουν την Βαρβάρα αγία της πίστης τους και να προκαλέσουν τον θαυμασμό όλης της Παφλαγονίας, και της Ανατολίας για την ιστορία της κοπέλας που απαρνήθηκε τα βασίλεια της Ηλιούπολης και της Παφλαγονίας για να μείνει πιστή στον Χριστό και πως αποκεφαλίστηκε γι αυτό. Μάρτυς θα ήταν και η Ιουλιανή που ακολούθησε την φίλη της στον θάνατο. Ο Συμεών ο Μεταφράστης ανέλαβε να γράψει την ιστορία που θα φώτιζε ολόκληρη την οικουμένη.

Συμφώνησαν ότι ήταν ένα καλό και εφαρμόσιμο σχέδιο που θα τακτοποιούσε όλες τις εκκρεμότητες. Ο Διόσκορος πήγε στο χάνι της περιοχής και είπε τον καημό του ότι βρήκε την κόρη του και πως θέλει να την σκοτώσει γιατί έγινε χριστιανή κι απαρνιέται όχι μόνο τους πατρώους θεούς αλλά και την θέληση του πατέρα της και τους ρωμαϊκούς νόμους που προστάζουν να υπακούσει τον άρχοντα και να τον παντρευτεί χωρίς αντιρρήσεις. Ο Πρεσβύτερος κανόνισε με το διπλανό χωριό να πάρει τα πτώματα των κοριτσιών για να τα κηδέψει στη Γελασσό. Διέδωσαν παντού ότι ο Διόσκορος βρήκε την κόρη του με την ακόλουθό της και διαπίστωσε ότι η άρνησή της να παντρευτεί τον Μαρκιανό οφειλόταν στο ότι ήταν πιστή χριστιανή. Τις βασάνισε και τις δυο αλλά εκείνες επέμειναν στην πίστη τους. Φοβερά θυμωμένος τις αποκεφάλισε. Μάλιστα την Ιουλιανή την αποκεφάλισε δήμιος ενώ την Βαρβάρα ο πατέρας της με τα ίδια του τα χέρια.

Κήδεψαν τα δυο πτώματα των κοριτσιών με χριστιανική τελετή και τα έθαψαν βάζοντας μαζί τους τα ρούχα της Βαρβάρας και της Ιουλιανής καθώς και χτένες, κοσμήματα κι άλλα προσωπικά μικροαντικείμενα. Αν ήθελε ο Μαρκιανός να τις ξεθάψει για να διαπιστώσει τι είχε γίνει, θα έβρισκε πτώματα νεαρών κοριτσιών με τα αντικείμενα της Βαρβάρας και της Ιουλιανής τοποθετημένα μέσα στους τάφους τους.

Ο Διόσκορος έγραψε μιαν επιστολή στον Μαρκιανό διηγούμενος αυτή την ιστορία και παραδεχόμενος ότι αποκεφάλισε ο ίδιος την κόρη του. Αποκαρδιωμένος, έφευγε για την Ηλιούπολη θρηνώντας την κατάντια του. Ο Συμεών Μεταφράστης, έγραψε στη Γελασσό τον βίο της Αγίας Βαρβάρας που μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού και βρήκε φριχτό θάνατο.

Η Βαρβάρα έζησε ευτυχισμένη με τον εκατόνταρχο στην Αθήνα, την αγαπημένη της πόλη. Ο Διόσκορος την επισκεπτόταν τακτικά, κάθε τρία τέσσερα χρόνια, για να βλέπει τα εγγόνια του. Στην Γελασσό ο θρύλος της Αγίας έκανε θραύση. Προσκυνητές έφταναν από παντού για να γονατίσουν μπροστά στα άγια λείψανα και το μικρό χωριό ζωντάνεψε κι έγινε μεγάλη και πλούσια πολιτεία. Ο Πρεσβύτερος σύντομα έγινε επίσκοπος και λίγο αργότερα χρίστηκε και Μητροπολίτης.

---

Έκλεισα το χειρόγραφο και μύρισα τη φορμόλη μέσα στην οποία συντηρείτο τόσα χρόνια. Άνοιξα το βιβλίο που είχα ακουμπήσει εκεί δίπλα μου με τίτλο “Βίος της Αγίας Βαρβάρας, του Συμεώνος Μεταφράστη”. Έσκασα ένα χαμόγελο!



===



ΤΕΛΟΣ